«Η φωτογραφία» της Ελένης Σαραντίτη

Τα βραδάκια του καλοκαιριού μια μεγάλη, θαυμάσια διασκέδαση ήταν οι βαρκάδες. Μπαίναμε παρέες παρέες στις βάρκες και λάμναμε τραγουδώντας, του συρμού τραγούδια βέβαια. Καμιά φορά παίρναμε και ψωμοτύρι μαζί μας. Ή καρπούζια. Α, ναι. Και σταφύλια κρουστάλλια ή ροδίτες. Τα αδέλφια μου που ποτέ δε μου χάλασαν χατίρι, μεγαλύτερά μου όλα, με δέχονταν στην παρέα τους και τραγουδώντας και συζητώντας απομακρυνόμαστε στη δροσιά και τη σαγήνη της νύχτας. Κάποτε δέναμε σε βράχους επίπεδους, σαν λιλιπούτεια νησάκια έμοιαζαν, κι ήτανε μια απόλαυση να βλέπεις από μακριά τα φώτα της Νεάπολης, να ακούς τις στροφές από τα τραγούδια στα γραμμόφωνα των καφενείων της παραλίας, να μιλάς σιγανά γιατί οι φωνές μεγεθύνονταν και ταραζόταν το ήσυχο σκοτάδι που μας παρακολουθούσε, και να ακούς τις χίλιες φωνές της θάλασσας που όλο και κάτι είχε να λέει. 

Μια νύχτα σηκώθηκε ξαφνικός οξαέρας κι αποκλειστήκαμε για λίγο στη… βραχονησίδα μας. Τι λέω λίγο, κόντευε μεσάνυχτα κι ήμαστε, οι μικρότεροι, κατατρομαγμένοι. Οι μεγαλύτεροι, αγόρια και κορίτσια μάλλον το γλεντούσαν μα η κατάσταση δεν κράτησε πολύ ακόμη, αφού είδαμε μες στο φως που αντανακλούσε στα νερά ένα μεγάλο σκάφος να μας ζυγώνει. Ακούσαμε το θόρυβο της μηχανής του, ήχος γνώριμος σ’ εμένα σαν φωνή, σαν οικεία, αγαπημένη φωνή. Το καΐκι μας. Το καλό, αγαπησιάρικο καΐκι μας, ο όμορφός μου Ματζουράνης. Σκαρί Κοιλαδίτικο. Στο τιμόνι ο πατέρας μας. Φορούσε άσπρο πουκάμισο που άσπριζε περισσότερο και λαμποκοπούσε στη νύχτα. Έτσι όπως ανήσυχος ερχόταν να μας περιμαζέψει, άριστος γνώστης του καιρού βέβαια, μου φάνηκε σαν ήρωας παραμυθιού, σαν τα ατρόμητα παλικάρια των παμπάλαιων ιστοριών που ακούγαμε μικρότερα και μαγευόμαστε. Ή ξεσηκωνόμαστε. Αναλόγως. Πάντως με το που τον είδα να έρχεται ένιωσα περήφανη. Και για αμέτρητους άλλους λόγους, ακόμη έτσι νιώθω όταν τον θυμάμαι.

Όσο για τη βαρκούλα τη «Βγενιώ», με τον καιρό και με τη σκόνη της θάλασσας, με το νερό και τους νοτιάδες, σιγά κι αγόγγυστα, με χάρη εξαϋλωνόταν έως ότου έγινε ένα με τα βότσαλα, με το κύμα και την άμμο, με τα φύκια και τα άνθη της παραλίας μας, τα γνωστά αμάραντα ή σεμπρεβίτες. Έλιωσε γλυκά.

Στη φωτογραφία, αν προσέξετε, έχω δεμένους στις κοτσίδες μου λευκούς ταφταδένιους φιόγκους. Όταν έτρεχα, από μακριά φαίνονταν σαν πελώριες πεταλούδες που με ακολουθούσαν.


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ρωξάνη» της Ηρώς Νικοπούλου

Πάλι μου μίλησε απότομα. Τελευταία το ’χει παρακάνει. Είναι καιρός που την παρατηρώ, όλο νεύρα είναι και το μούτρο της στρυφνό σαν να ‘χει στομαχόπονο. Και δεν εξηγεί κιόλας, να πει τι έχει, τι την...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Δύο ιστορίες του Δανιήλ Χαρμς

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη   Τετράδιο Μου δώσανε ένα χαστούκι. Καθόμουν κοντά στο παράθυρο. Ξαφνικά κάτι σφύριξε στον δρόμο. Έσκυψα από το παράθυρο κι έφαγα ένα χαστούκι. Κρύφτηκα ξανά στο σπίτι. Και να που τώρα το μάγουλό μου καίει, όπως...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER