Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑτης Ελένης Σαραντίτη

Εδώ, πρώτη από τ’ αριστερά, είμαι με τις φίλες μου της Δ' δημοτικού. Καλοκαιράκι, όπως θα βλέπετε και από την ησυχία της θάλασσας, και από τα κοντομάνικα, ελαφρότατα και ωραιότατα φορέματα. Μάλλον πρέπει να φωτογραφηθήκαμε Κυριακή διότι διακρίνω σοσονάκια στα πόδια μου και στα πόδια της Πόπης, κι άσπρα παπούτσια, πέδιλα, σημάδι ότι προηγουμένως είχαμε εκκλησιαστεί. Οι άλλες της συντροφιάς είναι η Πόπη, η Τασούλα, η Βούλα, η Ελένη. Με την Πόπη και τη Βούλα είμαστε ακόμη αυτό που εμείς λέγαμε «επιστήθιες φίλες» μα τώρα το ακούς «κολλητές». Τα άλλα κορίτσια δεν τα βλέπω. Άκουσα ότι η Τασούλα ζει στον Καναδά και νομίζω στον Πειραιά η Ελένη. Πάντως τότε ήμαστε αχώριστες.

Η βάρκα που μας φιλοξενεί είναι η «Βγενιώ» – το όνομα της γυναίκας του θείου Μήτσου, συγγενούς μου και ανθρώπου εκλεκτού. Βάρκα καλοτάξιδη που μοσχοβολούσε θάλασσα και πρωινή φρέσκια μπογιά. Μας την παραχωρούσε για μικρές βολτούλες ευχαρίστως ο θείος μου, πλην όμως μας παρακολουθούσε από το μόλο.

Τα βραδάκια του καλοκαιριού μια μεγάλη, θαυμάσια διασκέδαση ήταν οι βαρκάδες. Μπαίναμε παρέες παρέες στις βάρκες και λάμναμε τραγουδώντας, του συρμού τραγούδια βέβαια. Καμιά φορά παίρναμε και ψωμοτύρι μαζί μας. Ή καρπούζια. Α, ναι. Και σταφύλια κρουστάλλια ή ροδίτες. Τα αδέλφια μου που ποτέ δε μου χάλασαν χατίρι, μεγαλύτερά μου όλα, με δέχονταν στην παρέα τους και τραγουδώντας και συζητώντας απομακρυνόμαστε στη δροσιά και τη σαγήνη της νύχτας. Κάποτε δέναμε σε βράχους επίπεδους, σαν λιλιπούτεια νησάκια έμοιαζαν, κι ήτανε μια απόλαυση να βλέπεις από μακριά τα φώτα της Νεάπολης, να ακούς τις στροφές από τα τραγούδια στα γραμμόφωνα των καφενείων της παραλίας, να μιλάς σιγανά γιατί οι φωνές μεγεθύνονταν και ταραζόταν το ήσυχο σκοτάδι που μας παρακολουθούσε, και να ακούς τις χίλιες φωνές της θάλασσας που όλο και κάτι είχε να λέει. 

Μια νύχτα σηκώθηκε ξαφνικός οξαέρας κι αποκλειστήκαμε για λίγο στη… βραχονησίδα μας. Τι λέω λίγο, κόντευε μεσάνυχτα κι ήμαστε, οι μικρότεροι, κατατρομαγμένοι. Οι μεγαλύτεροι, αγόρια και κορίτσια μάλλον το γλεντούσαν μα η κατάσταση δεν κράτησε πολύ ακόμη, αφού είδαμε μες στο φως που αντανακλούσε στα νερά ένα μεγάλο σκάφος να μας ζυγώνει. Ακούσαμε το θόρυβο της μηχανής του, ήχος γνώριμος σ’ εμένα σαν φωνή, σαν οικεία, αγαπημένη φωνή. Το καΐκι μας. Το καλό, αγαπησιάρικο καΐκι μας, ο όμορφός μου Ματζουράνης. Σκαρί Κοιλαδίτικο. Στο τιμόνι ο πατέρας μας. Φορούσε άσπρο πουκάμισο που άσπριζε περισσότερο και λαμποκοπούσε στη νύχτα. Έτσι όπως ανήσυχος ερχόταν να μας περιμαζέψει, άριστος γνώστης του καιρού βέβαια, μου φάνηκε σαν ήρωας παραμυθιού, σαν τα ατρόμητα παλικάρια των παμπάλαιων ιστοριών που ακούγαμε μικρότερα και μαγευόμαστε. Ή ξεσηκωνόμαστε. Αναλόγως. Πάντως με το που τον είδα να έρχεται ένιωσα περήφανη. Και για αμέτρητους άλλους λόγους, ακόμη έτσι νιώθω όταν τον θυμάμαι.

Όσο για τη βαρκούλα τη «Βγενιώ», με τον καιρό και με τη σκόνη της θάλασσας, με το νερό και τους νοτιάδες, σιγά κι αγόγγυστα, με χάρη εξαϋλωνόταν έως ότου έγινε ένα με τα βότσαλα, με το κύμα και την άμμο, με τα φύκια και τα άνθη της παραλίας μας, τα γνωστά αμάραντα ή σεμπρεβίτες. Έλιωσε γλυκά.

Στη φωτογραφία, αν προσέξετε, έχω δεμένους στις κοτσίδες μου λευκούς ταφταδένιους φιόγκους. Όταν έτρεχα, από μακριά φαίνονταν σαν πελώριες πεταλούδες που με ακολουθούσαν.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr