A+ A A-

Τ’ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΒΑΤΡΑΧΟΣ

Τ’ ΑΓΟΡΙ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΒΑΤΡΑΧΟΣ του Μιχάλη Μακρόπουλου  ΕΙΚΟΝΑ: ΖΩΗ ΛΟΥΡΑτου Μιχάλη Μακρόπουλου

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας τεχνίτης που επιδιόρθωνε χαλασμένους πρίγκιπες. Ήτανε πολύ τίμιος και ποτές του δεν είχε κοροϊδέψει αυτούς που του ’φερναν συνηθισμένα βατράχια θαρρώντας πως είχαν βρει κάποιον τσαλαπατημένο πρίγκιπα. Εκείνη την εποχή, οι άνθρωποι δεν έπαυαν να ελπίζουν σ’ ένα θαύμα. Όσο περισσότερο φτωχός κι αξιοθρήνητος ήταν κάποιος, τόσο περισσότερους πρίγκιπες έβρισκε στον δρόμο του. Και δουλειά του τεχνίτη ήταν να βγάζει αυτούς τους άμοιρους από την πλάνη τους, όσο κι αν του στοίχιζε και του ίδιου να τους βλέπει να ξαναβάζουν τον πατημένο βάτραχο στην τσέπη τους και να παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής, σκυφτοί απ’ τα βάσανα κι αποκαρδιωμένοι ακόμη μια φορά. Και οι ίδιοι άνθρωποι ξανάρχονταν λίγο καιρό μετά, μ’ αναπτερωμένες τις ελπίδες και μ’ έναν καινούργιο βάτραχο στην τσέπη. Βέβαια, πού και πού, βρισκόταν κι ένας αληθινός πρίγκιπας, αλλά αυτό ήταν πολύ σπάνιο.

Μια μέρα, ένα μικρό, ρακένδυτο αγόρι χτύπησε την πόρτα του τεχνίτη. Δίσταζε να μπει μέσα στο εργαστήρι, κι ο τεχνίτης τού χάιδεψε τρυφερά τ’ αναμαλλιασμένο του κεφάλι και του ’πε: «Έλα, αγοράκι. Τι φοβάσαι; Πέρνα μέσα».

Τ’ αγόρι μπήκε δειλά δειλά στο μικρό δωμάτιο, που ’ταν ταυτόχρονα το μαγαζί και η κρεβατοκάμαρα του τεχνίτη. Τριγύρω κρεμόντουσαν κάθε λογής εργαλεία, δέρματα, κεφάλια βατράχων, βατραχοπόδαρα. Σ’ έναν ξύλινο πάγκο, στη μια άκρη, ήτανε ξαπλωμένο ένα πλάσμα, μισός βάτραχος μισός πρίγκιπας. Τ’ αγόρι το κοίταξε μ’ ορθάνοιχτα μάτια.

«Μου το ’φεραν χτες», είπε ο τεχνίτης. «Να, τώρα δα που χτύπησες θα του ’βαζα καινούργιο πρόσωπο, πριγκιπικό. Σε τι μπορώ να σου φανώ χρήσιμος;»

Τ’ αγόρι δίσταζε. Πότε κοιτούσε το πλάσμα στον πάγκο, πότε τα εργαλεία γύρω, πότε την πόρτα. Σαν να ’θελε να το βάλει στα πόδια και δεν έβρισκε το κουράγιο να το κάνει.

«Έλα, καλό μου αγόρι», είπε κάπως ανυπόμονα ο τεχνίτης. «Πες μου τι θέλεις. Βρήκες κάποιον βάτραχο και θες να μου τον δείξεις; Κοίτα, δεν έχω κι όλη τη μέρα για χάσιμο, αύριο πρωί πρωί θα ’ρθει η γυναίκα που μου ’φερε αυτόν τον μαγεμένο πρίγκιπα, και πρέπει να του ’χω βάλει ολοκαίνουργιο, κατάλευκο δέρμα και να ’ναι γυαλισμένος κι έτοιμος για τ’ αυριανό συμπόσιο στο παλάτι. Θαρρείς ότι είναι εύκολη δουλειά; Έπρεπε να δεις πώς ήταν χτες, όταν μου τον έφερε η καλή γυναίκα. Τον είχε πατήσει η ρόδα ενός μεγάλου κάρου φορτωμένου ίσαμε πάνω με κολοκύθες, που τις πηγαίνανε στο παλάτι να τις αδειάσουν και με την ψίχα να φτιάξουν πίτες για τ’ αυριανό συμπόσιο κι έπειτα να τις κρεμάσουν για φανάρια απ’ τα δέντρα. Μια κουραστική ξαγρύπνια με περιμένει πάνω απ’ τον μαγεμένο πρίγκιπα. Γι’ αυτό ο χρόνος μου είναι πολύτιμος. Έλα, λοιπόν, θα μου πεις τι ζητάς ή θα κάθεσαι έτσι άλαλος;»

Τ’ αγόρι μάζεψε όλο το κουράγιο του και τραύλισε: «Θέλω να γίνω βάτραχος».

Ο τεχνίτης κοίταξε από πάνω ως κάτω τ’ αγόρι, ξύνοντας το πιγούνι του στοχαστικά, και το ρώτησε σαν να μην είχε ακούσει καλά: «Βάτραχος, είπες; Θες να γίνεις βάτραχος;»

«Ναι», αποκρίθηκε τ’ αγόρι, τώρα πιο θαρρετά, «θέλω να με κάνετε βάτραχο».

Ο τεχνίτης περιεργάστηκε πάλι τ’ αγόρι, απ’ την κορφή ως τα νύχια, κι έπειτα ξέσπασε σ’ ένα κελαρυστό γέλιο, λες και μόλις του ’χαν εξιστορήσει το πιο ξεκαρδιστικό αστείο που ’χε ακούσει ποτέ του.

Τ’ αγόρι σκυθρώπιασε, έσφιξε τις γροθιές του και στύλωσε τα μάτια στα χιλιοτρυπημένα του παπούτσια.

Ο τεχνίτης, γελώντας ακόμη, ανακάτωσε στοργικά τις ακατάστατες βρόμικες τούφες στο σκυμμένο αγορίστικο κεφάλι κι είπε: «Μη θυμώνεις, καλό μου αγόρι. Μονάχα οι πρίγκιπες γίνονται βάτραχοι. Εσύ μου φαίνεσαι ένα συνηθισμένο, φτωχό αγοράκι. Και για να ’χουμε καλό ρώτημα, γιατί θέλεις πια τόσο πολύ να γίνεις βάτραχος; Πρέπει να ’χεις ένα λόγο στ’ αλήθεια σημαντικό. Δεν είναι αστεία υπόθεση, ξέρεις, το να μεταμορφώνεται κάποιος σε βάτραχο. Εδώ κοτζάμ πρίγκιπες και σπάνια τ’ αποτολμούν, μοναχά όταν έχουν εξαντλήσει, χωρίς αποτέλεσμα, και το τελευταίο τέχνασμα στο δύσκολο παιχνίδι του έρωτα, κι έχουνε τάξει όλα τους τα πλούτη κι η καρδιά τους έχει ραγίσει σε χίλια κομμάτια χίλιες φορές. Ειδικά τώρα, με τ’ αυριανό συμπόσιο στο παλάτι, που μεγάλα κάρα, βαρυφορτωμένα μ’ ό,τι βάλει ο νους σου, πηγαινοέρχονται ασταμάτητα στους δρόμους, και τα βατραχοπόδαρα λογίζονται σαν το εκλεκτότερο έδεσμα στο βασιλικό τραπέζι. Λοιπόν εσύ, φτωχό μου αγόρι, τι λόγο μπορεί να ’χεις για να θες να γίνεις βάτραχος;»

Τ’ αγόρι, δίχως να σηκώσει το κεφάλι του, αποκρίθηκε μέσ’ από τα δόντια: «Είμαι ερωτευμένος».

«Και λοιπόν;» είπε ο τεχνίτης. «Αυτός δε μου φαίνεται σοβαρός λόγος για να θέλει κάποιος να γίνει βάτραχος».

Τ’ αγόρι σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τον τεχνίτη κατάματα. Από ’να δάκρυ κύλησε στο κάθε του μάγουλο, κι είπε με φωνή που έτρεμε: «Ούτε καν γυρίζει να με κοιτάξει. Ενώ, αν ήμουν βάτραχος... Θα μπορούσα να την ξεγελάσω, να την κάνω να πιστέψει πως είμαι πρίγκιπας. Τότε θα κέρδιζα έστω κι ένα φιλί της. Και ποιος ξέρει; Μπορεί, κι όταν καταλάβαινε ότι δεν είμαι παρά ένα φτωχό χωριατόπουλο, να συνέχιζε να μ’ αγαπά».

Ο τεχνίτης συγκινήθηκε. Έβαλε τα τραχιά του χέρια στους ισχνούς ώμους του αγοριού και το ρώτησε: «Στ’ αλήθεια το θέλεις τόσο πολύ;»

«Περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο», αποκρίθηκε τ’ αγόρι. «Κι ούτε που με νοιάζει τι θα γίνει μετά. Αρκεί, μια φορά, να με πάρει στα χέρια της και να με φιλήσει».

Ο τεχνίτης έξυσε το πιγούνι του βαθυστόχαστα. Έμοιαζε να ζυγιάζει αυτά που του ’πε τ’ αγόρι κι αυτό που η λογική του του ’λεγε να πράξει. Τελικά, μ’ ένα ανασήκωμα των ώμων σαν να εννοούσε: Αχ, αυτός ο έρωτας!, πήγε μέχρι τον πάγκο, σήκωσε τον μισοτελειωμένο πρίγκιπα και τον έστησε σε μια γωνιά.

«Έλα», είπε στ’ αγόρι, «ξάπλωσε. Η συμβουλή μου είναι ν’ αλλάξεις γνώμη τώρα, όσο είναι νωρίς».

Τ’ αγόρι ξάπλωσε στον πάγκο κι αποκρίθηκε με σταθερή φωνή: «Όχι. Θέλω να γίνω βάτραχος».

«Όπως νομίζεις», έκανε ο τεχνίτης. «Στην αρχή θα πονέσει λίγο. Ύστερα, όσο θα μεταμορφώνεσαι σε βάτραχο, ο πόνος σιγά σιγά θα χαθεί και τη θέση του θα πάρει αυτό το παράξενο συναίσθημα που νιώθει κάποιος που ’ναι συνάμα άνθρωπος και βάτραχος. Προς το τέλος, θα ’σαι κανονικός βάτραχος, αλλά μ’ ανθρώπινες σκέψεις. Κι αυτό θα σου παρει λίγο καιρό να το συνηθίσεις, τις πρώτες μέρες ολοένα θα μπερδεύεσαι και θα πηγαίνεις να μιλήσεις με λέξεις κι όλο κι όλο αυτό που θα κατορθώνεις να βγάλεις απ’ το στόμα σου θα ’ναι ένα βραχνό κόασμα. Στην αρχή θα βρίσκεις την ιδέα να χάφτεις ζωντανές μύγες αποκρουστική, μέχρι να το πάρεις απόφαση πια ότι είσαι ένας βάτραχος κι η ζωή ενός βατράχου είναι να πηδάει από νούφαρο σε νούφαρο και να καταπίνει κάθε λογής έντομα. Μήπως, μετά απ’ όσα σου ’πα, άλλαξες γνώμη, καλό μου αγόρι;»

«Όχι», αποκρίθηκε τ’ αγόρι. «Άλλωστε, δε μου φαίνεται δα και τόσο άσχημο όλο κι όλο αυτό που θα ’χω να κάνω να ’ναι να πηδάω από νούφαρο σε νούφαρο καταπίνοντας έντομα. Τώρα, ολημερίς δουλεύω κάνοντας όλων των ειδών τα θελήματα, και το βράδυ, αργά, γυρνάω σπίτι, τσακισμένος απ’ την κούραση, και βρίσκω τον πατέρα πιωμένο κι έτοιμο να με ξυλοφορτώσει, δήθεν γιατί άργησα, γιατί του δίνω μόνο τις πενταροδεκάρες και κρατάω για μένα ό,τι χρυσό κι ασήμι πέφτει στα χέρια μου».

Ο τεχνίτης δεν ξαναμίλησε. Διάλεξε απ’ τα εργαλεία ένα που ’μοιαζε με μικρή ραπτομηχανή, βούτηξε μερικά βατραχοτόμαρα σ’ ένα μαυρισμένο καζάνι γεμάτο ίσαμε πάνω μ’ ένα πράσινο υγρό που κόχλαζε, και στρώθηκε στη δουλειά. Μέχρι μετά τα μεσάνυχτα, ο τεχνίτης, σκυμμένος πάνω απ’ τον πάγκο, πάλευε να κάνει τ’ αγόρι βάτραχο. Με μια αλοιφή που βρομοκοπούσε ξίδι, μίκρυνε το σώμα του αγοριού, έπειτα ένωσε τα δάχτυλά του με μια ειδική κόλλα και, όταν τα ξαναχώρισε, ήτανε μακριά και λεπτά σαν του βάτραχου. Τ’ αγόρι έσφιγγε τα δόντια του για να μη φωνάξει από τον πόνο. Απάνω που νόμισε πως θα λιποθυμούσε, ο πόνος χάθηκε. Τώρα τ’ αγόρι ένιωθε περίεργα, λες κι ήταν ταυτόχρονα δυο διαφορετικά πράματα. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το σώμα του. Του ’ρθε να βάλει τα γέλια αντικρίζοντας ένα μικροσκοπικό βατραχίσιο κορμί μ’ ανθρώπινο δέρμα − το κορμί του! Ο τεχνίτης του ’πε να μην κουνιέται κι ύστερα πήρε ένα μπουκάλι κι άδειασε το περιεχόμενό του στο κεφάλι του αγοριού. Μόλις άγγιζε το δέρμα, το υγρό απ’ το μπουκάλι άφριζε κι έβγαζε μεγάλες πολύχρωμες μπουρμπουλήθρες που χόρευαν γύρω απ’ το πρόσωπο του αγοριού. Ο τεχνίτης πήρε ένα ένα τα βατραχοτόμαρα απ’ το καζάνι, με μια μεγάλη τσιμπίδα, και τ’ ακούμπησε απάνω στον πάγκο. Έκανε μερικές τελευταίες διορθώσεις στο μικρό, ασπρουλιάρικο βατραχάκι που καθόταν απορημένο καταμεσής στον πάγκο, κι έπειτα ξεδιάλεξε ένα απ’ τα δέρματα των βατράχων κι έπιασε να μετράει και να κόβει και να ράβει σαν τις μοδίστρες.

Περασμένα μεσάνυχτα, τ’ αγόρι που ’χε γίνει βάτραχος πήδηξε απ’ τον πάγκο στο πάτωμα και τέντωσε τα βατραχοπόδαρά του να ξεπιαστεί. Έκανε να ευχαριστήσει τον τεχνίτη κι αυτό που βγήκε απ’ το στόμα του ήταν ένα Κοάξ, κοάξ!

Ξεπροβοδίζοντας το μικρό βατραχάκι, ο τεχνίτης τού ’πε: «Και να προσέχεις τα κάρα και τους υπηρέτες του βασιλιά που μαζεύουν βατράχια για τ’ αυριανό συμπόσιο».

Ο βάτραχος που πριν ήταν αγόρι ευχαρίστησε ακόμη μια φορά μ’ ένα Κοάξ! τον τεχνίτη, κι έπειτα, με μερικά μεγάλα πηδήματα, χάθηκε στο σκοτάδι.

Πέρασαν μια, δυο, τρεις βδομάδες. Άνθρωποι έρχονταν στο μαγαζί του τεχνίτη φέρνοντας βατράχους κι έφευγαν με τους ώμους σκυφτούς.

Στο μήνα απάνω, ένα σούρουπο, χτύπησε η πόρτα του τεχνίτη. Ο καλός άνθρωπος φώναξε: «Ποιος είναι;» και δεν έλαβε απόκριση. Άνοιξε την πόρτα κι αντίκρισε ένα λεπτοκαμωμένο κορίτσι με κάτι πελώρια, βαθυπράσινα μάτια, σαν τις λίμνες, ανατολικά απ’ το παλάτι, που ’ταν γνωστές με τ’ όνομα Βατραχότοπος ή Πριγκιπότοπος.

«Καλησπέρα, καλό μου κορίτσι. Πέρνα μέσα», έκανε ο τεχνίτης.

Το κορίτσι μπήκε δειλά δειλά μες στο εργαστήρι.

«Σε τι μπορώ να σου φανώ χρήσιμος;» ρώτησε ο τεχνίτης.

Το κορίτσι έβγαλε ένα βάτραχο απ’ τη μεγάλη μπροστινή τσέπη της ποδιάς του και τον έδειξε στον τεχνίτη. Τα πελώρια μάτια του κοριτσιού στράφηκαν ονειροπόλα κατά τη μεριά του παλατιού.

Ο τεχνίτης πήρε τον βάτραχο στα χέρια του και τον εξέτασε προσεχτικά. Έβηξε μια δυο φορές για να κρύψει την ταραχή του κι είπε: «Αυτός, καλό μου κορίτσι, δεν είναι ένας κανονικός βάτραχος. Να, πάρ’ τον και φίλησέ τον κι ευθύς θα μεταμορφωθεί».

Το κορίτσι, με τα πελώρια βαθυπράσινα μάτια του στραμμένα ακόμη προς το παλάτι, αποκρίθηκε: «Ναι, αλλά είναι ένας κανονικός πρίγκιπας; Το πρώτο μου φιλί το ’χω φυλαγμένο για έναν πρίγκιπα».

Έπειτα, αναστενάζοντας, το κορίτσι πέρασε τα δάχτυλά του μέσ’ από τα μακριά ξανθά του μαλλιά. Ο τεχνίτης πρόσεξε τις φουσκάλες και τους ρόζους στη μικρή κοριτσίστικη παλάμη. Εκείνη τη στιγμή, μια μυγίτσα κάθισε απάνω στον ξύλινο πάγκο. Ο βάτραχος πήδηξε απ’ τα χέρια του τεχνίτη, με το στόμα ορθάνοιχτο, και καταβρόχθισε τη μύγα. Έπειτα κόασε χαρούμενα.

«Τώρα που το ξανασκέφτομαι», είπε ο τεχνίτης, «δεν είναι παρά ένας συνηθισμένος βάτραχος. Λυπάμαι, καλό μου κορίτσι. Άσ’ τον εκεί που τον βρήκες και μη στεναχωριέσαι, οι αληθινοί μαγεμένοι πρίγκιπες είναι πιο σπάνιοι κι απ’ τους μονόκερους. Η ευτυχία και τ’ όνειρο είναι δυο μονοπάτια που λίγες, πολύ λίγες φορές διασταυρώνονται».

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος είναι συγγραφέας και μεταφραστής λογοτεχνίας από τα αγγλικά και τα γαλλικά. Έχει εκδώσει οχτώ βιβλία για ενηλίκους και δύο για παιδιά. Τελευταίο του βιβλίο είναι το Σπουργίτω και Γράχαμ, δυο νουβέλες, από τις Εκδόσεις Πικραμένος.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr