A+ A A-

«ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ, ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ»

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΧΡΥΣΗ ΠΑΤΡΩΝΑτου Φίλιππου Φιλίππου

Στον Χρύσανθο Λαζαρίδη

Τον Αύγουστο του 1983 ήμουν άνεργος στην Αθήνα. Δεν πήγαινε πολύς καιρός από τότε που είχα απολυθεί από το στρατό και με το απολυτήριο στην τσέπη περίμενα να φύγει το καλοκαίρι ώστε ν’ αποφασίσω για το μέλλον μου. Όλη μου τη θητεία την είχα κάνει σε μια μονάδα στη Θράκη, σ’ ένα στρατόπεδο ανεπιθύμητων που βρισκόταν σε πομάκικο χωριό. Εκεί συνδέθηκα με μια ξανθιά Πομάκα και μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω τον τρόπο ζωής της συγκεκριμένης μειονότητας για την οποία ίσως γράψω κάποτε ένα βιβλίο. Ήδη είχα αγγίξει τα τριάντα κι εκτός από τις σπουδές μου στην Αθήνα και στο Λονδίνο, έναν αποτυχημένο γάμο και μερικές επιπόλαιες αισθηματικές σχέσεις, δεν είχα κάνει κάτι σημαντικό στη ζωή μου.

Μια μέρα, μη έχοντας τι να κάνω, κατέβηκα στον Πειραιά μ’ έναν ταξιδιωτικό σάκο κι έναν υπνόσακο για να βγάλω εισιτήριο για κάποιο νησί του Αιγαίου. Έξω από το πρακτορείο με σταμάτησε μια ξανθιά Αγγλίδα και με ρώτησε από πού θα πάρει το καράβι για τη Σαντορίνη. Της έδειξα την προβλήτα του λιμανιού και τη συνόδευσα μέχρι το καράβι, στο οποίο επιβιβάστηκα κι εγώ. Την αράξαμε σε μια γωνιά στην πρύμη και όταν έπεσε το σκοτάδι κάναμε έρωτα μέσα στον υπνόσακό της. Το πρωί, φτάνοντας στο νησί, τράβηξε ο καθένας το δρόμο του. Βρήκα εύκολα δουλειά σ’ ένα μπαρ στα Φηρά κι έμεινα σ’ ένα δωμάτιο στην ίδια περιοχή. Στη Σαντορίνη ξανασυνάντησα ύστερα από αρκετά χρόνια το βασανιστή μου στην Ασφάλεια. Είχε πάρει σύνταξη και παραθέριζε με τη γυναίκα του και την κόρη του. Δώσαμε τα χέρια σαν καλοί φίλοι, ρίχνοντας στη λήθη το παρελθόν, και χωρίς χρονοτριβή συνήψα σχέσεις με την κόρη του, στην οποία υποσχέθηκα γάμο, χωρίς να της αναφέρω πως ήμουν παντρεμένος.

Από τη Σαντορίνη έφυγα άρον άρον όταν εμφανίστηκε ξαφνικά η εν διαστάσει γυναίκα μου. Την κοπάνησα για να γλιτώσω από το ξύλο που θα ’τρωγα από τον παρ’ ολίγον πεθερό μου – είχε βαρύ χέρι ο άτιμος. Στο καράβι της επιστροφής για τον Πειραιά, μου γεννήθηκε η ιδέα να φύγω για την Αμερική, όπου σπούδαζε η Λίζα, μια μακρινή ξαδέλφη μου, ορφανή από τους δυο γονείς, που τη φιλοξενούσε μια θεία της άνευ τέκνων, χήρα ιδιοκτήτη αλυσίδας εστιατορίων.

*

Δυο μέρες μετά, βρέθηκα με τουριστική βίζα στην Αστόρια της Νέας Υόρκης. Η ξαδέλφη μου έμενε σ’ ένα μεγάλο σπίτι με κήπο στο τέρμα της λεωφόρου Ντίτμαρς, σε μικρή απόσταση από το ζαχαροπλαστείο Λευκός Πύργος. Καθώς στεκόμουν στο κατώφλι της πόρτας της, αξύριστος και ταλαιπωρημένος, ξαφνιάστηκε, δε με αναγνώρισε. Είχαν περάσει κάπου δέκα χρόνια από τότε που ειδωθήκαμε για τελευταία φορά. Εκείνη δεν είχε αλλάξει καθόλου, πάντα τη θυμόμουν ξανθιά και ξερακιανή, με ξεπλυμένα γαλάζια μάτια και αραιά δόντια. Στη συζήτηση που ακολούθησε της είπα πως πήγα στην Αμερική για να κάνω την τύχη μου, χωρίς να πω λέξη για την πρώην γυναίκα μου, τον πρώην βασανιστή μου και την κόρη του. Η Λίζα μού μίλησε για τις σπουδές της στη Νέα Υόρκη και τα σχέδιά της να μείνει για πάντα εκεί, να παντρευτεί έναν Έλληνα και να κάνει δύο παιδιά. Δέχτηκε να με φιλοξενήσει στο σπίτι της θείας της, υποσχέθηκε να με βοηθήσει να συνεχίσω τις σπουδές μου στο πανεπιστήμιο City University of New York και σύντομα γίναμε εραστές.

*

Το πρόβλημα μαζί της δεν άρχισε όταν πλαγιάσαμε για πρώτη φορά, αλλά λίγο αργότερα, όταν χωρίς περιστροφές μού έκανε πρόταση γάμου. Μου εξήγησε πως η κατάληξη αυτή θ’ απλοποιούσε τα πράγματα, αφού θ’ αποκτούσα αμέσως την αμερικανική υπηκοότητα (εκείνη την είχε αποκτήσει ήδη). Κατά την προσφιλή μου μέθοδο, της ζήτησα πίστωση χρόνου για να σκεφτώ. Μου την έδωσε πρόθυμα, χωρίς ενδοιασμούς, πιστεύοντας πως στη θέση μου δεν είχα άλλη δυνατότητα επιλογής. Υπαινίχθηκε πως σε άλλη περίπτωση τα πράγματα θα δυσκόλευαν, θα με αναλάμβανε η Υπηρεσία Μετανάστευσης. Οι επόμενες μέρες πέρασαν βασανιστικά. Η ιδέα του γάμου με τη Λίζα με τρέλαινε, δεν ήταν ό,τι καλύτερο είχα ονειρευτεί για το μέλλον μου, επομένως έπρεπε να δράσω και μάλιστα σύντομα.

*

Ένα απόγευμα που η ξαδέλφη μου έλειπε από το σπίτι, πήρα το σακ βουαγιάζ και με λίγα δολάρια στην τσέπη τράβηξα για το αεροδρόμιο Λα Γκουάρντια. Έβγαλα εισιτήριο με την πρώτη πτήση που έφευγε εκείνη τη στιγμή, έτσι σε λίγα λεπτά πετούσα για τη Νέα Ορλεάνη. Από το αεροδρόμιο πήρα ταξί για το λιμάνι. Αφού περπάτησα κατά μήκος της όχθης του Μισισιπή, μπήκα αποκαμωμένος στο πρώτο μπαρ που συνάντησα, παραγγέλνοντας μια μπίρα σ’ έναν μαύρο πίσω από τον πάγκο. Το μαγαζί ήταν άδειο από πελάτες. Στο βάθος του μαγαζιού έκανε πρόβα μια ορχήστρα από πέντε μαύρους μουσικούς και μια μαύρη τραγουδίστρια.

Μόλις ήπια την μπίρα μου, ζήτησα δουλειά από τον μαύρο ιδιοκτήτη, μα εκείνος μου είπε πως δε χρειάζεται χέρια. Του είπα πως ήμουν φοιτητής, πως μόλις έφτασα από τη Νέα Υόρκη και πως με κυνηγούσε η Υπηρεσία Μετανάστευσης. Για να τον συγκινήσω, άδειασα τις τσέπες μου για να δει πως είχα μείνει πανί με πανί. Αισθανόμουν το βλέμμα του να με τρυπάει, να με ξεψαχνίζει. «Πάρτε με για θυρωρό», του είπα. «Ξέρεις να φτιάχνεις ποτά;» ρώτησε. Του είπα πως είχα δουλέψει σε μπαρ στη Σαντορίνη και τη Μύκονο, νησιά που είχε ακουστά.

*

Έτσι, ξεκίνησα την καριέρα μου ως βοηθός μπάρμαν, ο μοναδικός λευκός σ’ εκείνο το μαγαζί με το μαύρο αφεντικό, τους μαύρους μουσικούς και τους μαύρους πελάτες. Κανέναν δεν ενοχλούσε αυτό, κανένας δε νοιάστηκε. Όταν είπα στο αφεντικό πως ήμουν Έλληνας, σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του· δεν ήξερε πού πέφτει η Ελλάδα.

Φρόντιζα να είμαι καλός στη δουλειά μου και μάλλον τα κατάφερα. Δε νοιαζόμουν για τις μπίζνες του αφεντικού και το αλισβερίσι με τους πελάτες του. Τηρούσα τους κανόνες δεοντολογίας, κάτι που εφαρμόστηκε κι από την άλλη πλευρά, όταν σχετίστηκα με τη μαύρη τραγουδίστρια. Τη λέγανε Μαργαρίτα κι εκτός από τα μπλουζ και τα σπιρίτσουαλ που τραγουδούσε έπαιζε χάμοντ στην εκκλησία της νέγρικης συνοικίας. Μ’ επισκεπτόταν μετά τη δουλειά στη σοφίτα του μπαρ, όπου έμενα, και με μάθαινε να ζωγραφίζω με κάρβουνο σε λευκές κόλες μαύρους Χριστούς και μαύρες Παναγίες.

Επί δύο μήνες δεν είχα απομακρυνθεί ούτε εκατό μέτρα από το μαγαζί. Δεν έπρεπε να γίνω αντιληπτός από τους χαφιέδες της Υπηρεσίας Μετανάστευσης. Ωστόσο, δεν έπληττα καθόλου. Το βράδυ σερβίριζα ποτά και την ημέρα μελετούσα την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών από τα βιβλία που μου δάνειζε η Μαργαρίτα. Σε αυτό το διάστημα, η κοπέλα μού έγινε τόσο απαραίτητη, που της πρότεινα να παντρευτούμε. Ήταν όμορφη με την κλασική έννοια του όρου, πνευματώδης και εργατική. Της έβαλα όμως έναν όρο: η τελετή του γάμου θα γινόταν στη νέγρικη συνοικία με μαύρο παπά και χορωδία από μαύρα κορίτσια υπό τους ήχους του χάμοντ. Τα σχέδιά μου για το μέλλον ήταν εφαρμόσιμα: αντί να συνεχίσω τις σπουδές μου, θ’ άνοιγα ένα τζαζ κλαμπ στην Μπέρμπον Στριτ.

*

Ένα βράδυ στα τέλη Νοεμβρίου αποφάσισα να βγω από την απομόνωσή μου. Πρότεινα στη Μαργαρίτα έναν περίπατο στις αποβάθρες του ποταμού. Θα επιστρέφαμε στο μπαρ την ώρα που νύχτωνε κι όλη η συνοικία θα ήταν τυλιγμένη στην ομίχλη. Περπατούσα στην αποβάθρα, κρατώντας την από το χέρι, με τα μάτια καρφωμένα στα αραγμένα φορτηγά, τα καΐκια και τα ποταμόπλοια που διέσχιζαν τα θολά νερά του Μισισιπή. Η Μαργαρίτα χαμογελούσε ευτυχισμένη δίπλα μου, μου μιλούσε για τα παιδιά που θα κάναμε, ήθελε τουλάχιστον δύο, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Την άκουγα και δεν την άκουγα. Είχα απορροφηθεί από τα σχήματα των πλεούμενων και από τη λάμψη των φώτων της απέναντι όχθης. Από τα κατώφλια του σπιτιού τους, μας κοίταζαν παράξενα κάτι γριές νέγρες· φαίνεται πως δεν είχαν ξαναδεί έναν λευκό και μια μαύρη να περπατούν χέρι χέρι στη γειτονιά τους.

Ξαφνικά, κι ενώ είχαμε καθίσει σ’ ένα ξύλινο κιβώτιο στην άκρη της όχθης του ποταμού, τη στιγμή που η Μαργαρίτα μιλούσε για τα ημίλευκα παιδιά μας, άκουσα ήχους μπουζουκιού. Αναστατωμένος, στάθηκα ν’ αφουγκραστώ. Μόλις σιγουρεύτηκα για τ’ ακούσματα, άφησα το χέρι της και σαν υπνοβάτης κατευθύνθηκα προς το σημείο απ’ όπου προέρχονταν οι ήχοι. Ένας άντρας τραγουδούσε, τα λόγια ήταν ευδιάκριτα, ξεχώριζε ο στίχος: «Σαν απόκληρος γυρίζω στην κακούργα ξενιτιά».

Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό μου. Καθώς ακούστηκε η συνέχεια του τραγουδιού του Τσιτσάνη, «περιπλανώμενος, δυστυχισμένος, μακριά από της μάνας μου την αγκαλιά», δεν μπορούσα ν’ αντισταθώ. Προχωρώντας, έφτασα σε κάτι σκαλιά που οδηγούσαν σ’ ένα υπόγειο. Μάταια η Μαργαρίτα μού φώναζε να γυρίσω πίσω. Το μυαλό μου ήταν αλλού. Όταν πάτησα στο τελευταίο σκαλοπάτι, βρέθηκα σ’ ένα μακρόστενο χώρο, όπου διέκρινα τέσσερις άνδρες, καθισμένους σε ψάθινες καρέκλες πάνω στο πάλκο. Κρατούσαν στα χέρια τους μπουζούκια και μπαγλαμάδες. Κάτω, στα τραπέζια του μαγαζιού, κάμποσοι πελάτες, σκυμμένοι μπροστά στα ποτήρια τους, πίνανε μπίρες και καπνίζανε. Ήταν σαν βρίσκονταν σ’ εκκλησία και παρακολουθούσαν εκστατικοί τη θεία λειτουργία.

Η φωνή του τραγουδιστή, ο οποίος έπαιζε ένα τρίχορδο μπουζούκι, με μαγνήτιζε, με μεθούσε: «Κλαίνε τα πουλιά γι’ αγέρα και τα δέντρα για νερό». Ήταν ένας ξερακιανός με παχύ μουστάκι. Σαν υπνωτισμένος, προσπέρασα τα τραπέζια και φτάνοντας στον άδειο χώρο που χρησίμευε για πίστα άρχισα να χορεύω ζεϊμπέκικο. Όταν τα όργανα έριξαν την τελευταία πενιά, οι πελάτες ξέσπασαν σε χειροκροτήματα, φωνάζοντας: «Έμπαινε, Μούρτο!» Απευθύνονταν στον τραγουδιστή της κομπανίας. Του πέταξα ένα μάτσο δολάρια, φωνάζοντας: «Το ίδιο!», εκείνος έπιασε το τραγούδι από την αρχή κι εγώ χόρεψα. Το τραγούδι ακούστηκε ξανά και ξανά κι εγώ έφερνα τις ζεϊμπεκιές μου. Όταν απόκαμα, επέστρεψα στην καρέκλα μου. «Από ποιο καράβι είσαι;» με ρώτησε ο τραγουδιστής που τον είχαν αποκαλέσει Μούρτο. Του χαμογέλασα χωρίς να του δώσω απάντηση, δεν είχα καμιά διάθεση να του αφηγηθώ την ιστορία μου. «Ασ’ τα για άλλη φορά», του είπα, καθώς με την άκρη του ματιού μου έβλεπα τη Μαργαρίτα να στέκεται στην είσοδο και να με κοιτάζει σαν χαμένη.

*

Εκείνο το βράδυ, ξόδεψα και το τελευταίο μου δολάριο για χαρτούρα στους τέσσερις οργανοπαίχτες και σε κεράσματα στους πελάτες του μαγαζιού. Σαν λυτρωμένος από μεγάλο βάρος, χόρεψα ζεϊμπέκικο με την ψυχή μου. Τα ξημερώματα, όταν ανακάλυψα πως είχα μείνει πανί με πανί, είπα στον Μούρτο να μου τραγουδήσει για τελευταία φορά τον «Περιπλανώμενο». Έπειτα αναζήτησα με το βλέμμα τη Μαργαρίτα, αλλά είχε γίνει άφαντη. Χωρίς ούτε ένα χάρτινο δολάριο στην τσέπη, παρά μόνο με λίγα κέρματα, και με το φόβο στην καρδιά –μην έρθουν τίποτα μαύροι και με κάνουν μαύρο στο ξύλο, επειδή απουσίασα αδικαιολόγητα από το πόστο μου στο μπαρ–, μπήκα σ’ ένα ταξί και πήγα να παραδοθώ στην Υπηρεσία Μετανάστευσης. Το επόμενο πρωί, δυο άντρες με πολιτικά με πήγαν στο τοπικό αεροδρόμιο, μ’ έβαλαν με το ζόρι σ’ ένα αεροπλάνο και μ’ έστειλαν πίσω στην Ελλάδα με έξοδα της αμερικανικής κυβέρνησης. Η Λίζα και η Μαργαρίτα έγιναν τρυφερές αναμνήσεις.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr