«Ήλιε μια βόλτα έκανες» του Απόστολου Σπυράκη

«Ήλιε μια βόλτα έκανες» του Απόστολου Σπυράκη

Ένα βράδυ που με είχαν βάλει περιφρούρηση στο τηλεφωνικό κέντρο της ΚΝΕ, στον όγδοο όροφο επί της Εγνατίας, άκουγα τα «Δακρυσμένα μάτια» σ’ ένα ραδιοφωνάκι, μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση «…στους μεγάλους δρόμους, κάτω απ’ τις αφίσες, στα χιλιάδες χρώματα, ας ήταν να βρεθώ!». Εκείνο το βράδυ ένας υψηλόβαθμος του κόμματος –τον θυμάμαι ακόμα– μου είχε βάλει τις φωνές γιατί έχασα κάποιο τηλέφωνο λες και ήμουν υπάλληλός του, είχα θυμώσει τόσο πολύ που παραλίγο να τον πλακώσω, μα τι ηλίθιος! Όταν αργότερα με είχαν στείλει στο κομματικό σχολείο στην Αθήνα όπου είχε έρθει να μας δει κι ο Χαρίλαος Φλωράκης, έμενα τότε κάπου στου Ζωγράφου, σε μια ανηφόρα, στο σπίτι ενός φοιτητή, πρώτη φορά κατέβαινα στην πρωτεύουσα κι όλα μου φαίνονταν εξωπραγματικά. Ο φοιτητής είχε κάτι δίσκους παλιούς και κάθε πρωί έβαζα ν’ ακούσω στο πικάπ «Ο κόσμος ξημερώνει… με τα φιλιά που κάρφωσα εδώ βαθιά σου, βιάσου, βιάσου κι αυτά που απόψε κέρδισες δικά σου…».

Πάντα μου άρεσαν εκείνα τα φοβερά τραγούδια του Θεοδωράκη που ακούγαμε στα συλλαλητήρια προελαύνοντας, ένα βράδυ που κατέβαινα τους λόφους της Μίκρας έχοντας μπροστά μου τον φωτισμένο διάδρομο του αεροδρομίου άκουσα στο mp3 το «Αυγή αφράτη τσεκουριά στην πλάτη… σκέπασε ατμός τον έρωτά μας», κι έτρεχα την άλλη μέρα στη βιβλιοθήκη να κοιτάξω τους στίχους. Είχα ξεχωρίσει τότε και το «Αυτούς που βλέπεις πάλι θα τους ξαναϊδείς, θα τους γνωρίσεις πάλι, άλλον θα λένε Κωνσταντή κι άλλον θα λεν Μιχάλη... Αυτόν δεν θα τον ξαναβρείς τι τον φυλάνε τ’ άστρα, τι τον φυλάει ο ήλιος του, τονε φυλάει το φεγγάρι».

Η μουσική όλων των ειδών μ’ έχει σώσει άπειρες φορές, πάντα την αγαπούσα, το ’χω κληρονομήσει απ’ τη μεριά του πατέρα μου. Ο παππούς μου λένε ότι έπαιζε ντέφι μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο και διασκέδαζε στο χωριό τους θαμώνες του πρωτόγονου καφενείου του με το χωμάτινο πάτωμα. Ο πατέρας μου πάλι έπαιζε ακορντεόν σε γάμους και σε πανηγύρια, δεν τον έχω δει ποτέ σε τέτοιες περιστάσεις, μόνο μια φορά που είχαν μαζευτεί μερικοί γείτονες στο σπίτι μας, όταν είχαν φέρει ηλεκτρικό στο χωριό, τον είχαν πάρει για να το γιορτάσουν, χόρευαν όλοι και γελούσαν, θυμάμαι ακόμα εκείνες τις φάτσες των μουστακαλήδων. Το καλοκαίρι προτού κοιμηθεί ο πατέρας μου άκουγε την εκπομπή για τους ξενιτεμένους που άρχιζε με τη μουσική του Σκαλκώτα και τραγουδούσε κι αυτός τα κομμάτια που αφιέρωναν οι ακροατές ανά την υφήλιο, «Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω… αδύνατος μου γράφει ο Στελάκης, κι έχει ανάγκη θάλασσας ο Τάκης…», κι ένα άλλο του άρεσε «Σου το ’χω πει σου το ’χω πει… εγώ είμ’ αγάπη δίκοπη».

Όποτε γίνονταν πανηγύρια ερχόντουσαν στο χωριό ζουρνάδες και νταούλια, δεν μου ‘χει μείνει κανένα τραγούδι από κείνα που έπαιζαν, μονάχα ένας βόμβος απροσδιόριστος. Στα χωράφια πάλι όπου σεργιανούσα με το κοπάδι μας κουβαλώντας ένα τρανζιστοράκι άκουσα κάποτε την Δόμνα Σαμίου σ’ ένα δημοτικό όπου οι εργάτες καταριούνται τον ήλιο που αργεί να βασιλέψει για να σχολάσουν, δε μπορώ να βρω ποιο ήτανε. Μ’ αρέσουν τα δημοτικά, ο Πουλιανίτης, ένα παιδί απ’ τα Τρίκαλα που δούλευε στα κέντρα και παντρεύτηκε μια Βραζιλιάνα χορεύτρια τραγουδούσε πολύ ωραία τον «Σελήμπεη» στην ορχήστρα που είχαμε κάνει στην Πλάτη του Έβρου κάποια Χριστούγεννα: «Κλάψε με μάνα μια και δυο, δεν ξανακάνεις τέτοιον γιο!». Πρέπει να ήταν το 1994, τότε που ήμουν φαντάρος κατά κει, είχαμε πάρει δυο βδομάδες τιμητική. Στη σκοπιά ένα σκοτεινό βράδυ κάπου στα ελληνοβουλγαρικά όπου φοβόμουν άκουγα Λάκη Παπαδόπουλο, «τρακάρω τις νύχτες και γελάω’», εκείνο το βράδυ πέρασε τα σύνορα ένα αμάξι σαραβαλιασμένο με ένα αντρόγυνο και τα μικρά παιδιά τους, με ρώτησαν πώς να πάνε στην Αθήνα, τους είπα. Αργότερα πήγα στα Τρίκαλα να βρω τον Πουλιανίτη, στη Θεσσαλία έχουν παράδοση καταπληκτική, θυμάμαι έναν τύπο μαυριδερό που μπήκε στα ΚΤΕΛ κι έπαιξε κλαρίνο πολύ ωραία, οι θαμώνες βιάστηκαν να τον ξαποστείλουν…

Κατά καιρούς αποθήκευα χιλιάδες τραγούδια σε μικρά mp3, δε μπορείς να φανταστείς πόσα τέτοια μηχανηματάκια χάλασα, ένα κάρο κομμάτια είχα αποθηκευμένα εκεί μέσα, ένα σωρό γυναίκες είχα φλερτάρει στα λεωφορεία έχοντάς τα στ’ αυτιά, μου έδιναν αυτοπεποίθηση τρομερή, σου μιλάω δεν καταλάβαινα τίποτα όσο ωραίες γυναίκες κι αν είχα μπροστά μου! Στις πιο βαρετές διαδρομές μπορούσα να στριφογυρίζω το mp3 άπειρες φορές μέχρι να βρω έναν σταθμό με το κομμάτι που μου άρεσε, μετά το έγραφα στη μνήμη και το άκουγα μέχρι να το λιώσω! Ένα απ’ αυτά τα μηχανηματάκια, το πιο αγαπημένο μου, το ’χασα μια μέρα κάπου στο Βαρδάρη, έτρεχα να προλάβω κάποιο αστικό όταν μου έπεσε στο δρόμο κι ένα φορτηγό πήγε και πέρασε ακριβώς από πάνω του ρε φίλε σα να το σημάδευε, όταν το πήρα ξανά στα χέρια μου είχε στραβώσει, μια λάμψη γαλάζια σαν αστραπή είχε μείνει μονάχα στην οθόνη του...

Τα μηχανηματάκια εκείνα άντεχαν κάνα χρόνο, μετά τα χαλνούσα, τα σάπιζα στο παίξιμο, είχα κάνει συλλογή από δαύτα, θυμάμαι ένα που είχα πάρει γύρω στο Δεκαπενταύγουστο, τότε που τελείωνε το καλοκαίρι μαζί με κάτι παπούτσια αθλητικά new balance άσπρα, πολύ ωραία, μου έδιναν μια αίσθηση απίστευτη! Όταν δεν είχα μαζί μου τα mp3 ένα καλό άκουσμα πάντα μ’ έφτιαχνε όπου κι αν ήμουν, στους διαδρόμους των σούπερ μάρκετ όπως περπατούσα ο νους μου ήταν στη μουσική που έπαιζε στα ηχεία, χανόμουν ανάμεσα στα ράφια και στους ορόφους καθώς οι γυναίκες γύρω κατέβαζαν κονσέρβες και σακουλάκια, φρούτα, γιαούρτια κι άλλα παράξενα. Άλλοτε πάλι στο δρόμο όποτε άκουγα κάποιον πλανόδιο κολλούσα εκεί πέρα, στην Αριστοτέλους ένα διάστημα ήταν ένας πολύ καλός, κάθε απόγευμα έπαιζε «Φύσηξ’ αέρας και μου πήρε το καπέλο… παιδί της μοναξιάς και της αθανασίας». Ήταν πολύ καλός ρε φίλε, η ατμόσφαιρα άλλαζε σα να χρωματίζονταν ξαφνικά από κάτι μαγικό, ο ήλιος έδυε εκείνη την ώρα κατά τον Όλυμπο…

Στη Χαλκιδική στο Πόρτο Κουφό που πηγαίναμε από κάπου έπαιζε τις «Τυφλές ελπίδες», χελιδόνια περνούσαν κάτω από μια γέφυρα, άνοιξη ήτανε, οι λόφοι γύρω από τον φυσικό κόλπο που τον χρησιμοποιούσαν για ορμητήριο οι Γερμανοί στον πόλεμο είχαν πρασινίσει, όποτε ακούω αυτό το τραγούδι θυμάμαι εκείνη τη γέφυρα. Μια νύχτα πάλι που κοιμόμουν κι είχα αφήσει το ραδιόφωνο ανοιχτό άκουσα να παίζει το «Κανένας δε μου μίλησε…», πετάχτηκα απ’ τον ύπνο μου, πώς μου είχε ξεφύγει, «Τα μάτια κρύα γύρω μου, και χάμω τόση σκόνη… ήλιε μια βόλτα έκανες…». Από παλιά μου άρεσε ο Λοΐζος, θυμάμαι σ’ ένα σίριαλ της δεκαετίας του ’80 τον Πουλικάκο να παίζει στο σαξόφωνο το «Όλα σε θυμίζουν», μου ‘χει μείνει αυτή η σκηνή, το ’χω ψάξει αλλά δε μπόρεσα ποτέ να βρω πώς λεγόταν η σειρά…

Στη Σαλονίκη όταν ήρθα πηγαίναμε με το φίλο μου το Σίμο που του άρεσαν τα ροκ κομμάτια σε συναυλίες που έδιναν οι Τρύπες τότε που είχανε πρωτοβγεί, μια φορά όπως χόρευε σα παλαβός έχασε τα γυαλιά του, τα τσαλαπάτησαν κάτι πιωμένοι. Μαζί είχαμε πάει ν’ ακούσουμε ένα συγκρότημα να παίζει ροκ στο «Τήνελα», ένα μαγαζί στην ανηφόρα της Λαμπράκη στην Τούμπα. Εκτός από ροκ την έψαχνα και σ’ άλλες κατευθύνσεις, όταν έβαλα δορυφορικό πιάτο στην ταράτσα είχα αρχίσει ν’ ακούω κλασική μουσική, όμως έχασα τη σύνδεση όταν άδειασα ένα δοχείο με υδρόχρωμα στον αποκωδικοποιητή καθώς έβαφα το δωμάτιό μου, από τότε παράτησα το δορυφόρο και την κλασική μουσική…

Τότε που μοίραζα διαφημιστικά στα σπίτια έκανε τόση ζέστη κι η δουλειά ήταν τόσο βαρετή που είχα απογοητευτεί εντελώς, σε μια πολυκατοικία κάπου στην Τριανδρία, όταν μπήκα σ’ ένα ασανσέρ κλειστοφοβικό, στο μυαλό μου, ούτε ξέρω από πού, ήρθε εκείνο του Κουγιουμτζή «Σφάζομαι με δυο μαχαίρια και με τέσσερα σπαθιά…», είχα γονατίσει στο θάλαμο μια στιγμή να συνέλθω. Κατά καιρούς άκουγα κι άλλα όχι τόσο ποιοτικά, σ’ ένα αστικό κάπου στη Σταυρούπολη άκουγα μαζί με τον οδηγό Καρά, «Γέλα μου, όπως και χτες, γέλα μου…», κι όταν δούλευα σ’ ένα γυράδικο που μ’ είχε σώσει σε κάτι εποχές ανάποδες, κάθε μέρα όπως έχωνα το πρόσωπο στο ψυγείο για να δροσιστώ στο μυαλό μου βούιζε εκείνο το παλιό «Έψαξα να βρω μια ευκαιρία… μα το μαγαζί που την πουλούσε…».

Στα λαϊκά ειδικεύεται ο αδερφός μου, όταν βελονιάζαμε καπνά στην αυλή μας τις ατέλειωτες ώρες του καλοκαιριού ακούγαμε μαζί «Το πουκάμισο το θαλασσί» κι άλλα λαϊκά του ’60 και του ’70 που έπαιζαν οι πειρατικοί ραδιοσταθμοί. Καλά, ο αδερφός μου είναι περίπτωση χειρότερος από μένα, μια φορά που επέστρεφε στη Θεσσαλονίκη μ’ ένα φίλο του οδικώς από Λαμία ακούγανε μια κασέτα σ’ όλη τη διαδρομή, ρε φίλε εκείνη η καταραμένη η κασέτα ένα μόνο καλό τραγούδι είχε, όλα τ’ άλλα ήταν μάπα, φαντάσου να διασχίζεις τον κορμό της χώρας, να περνάς από βουνά, θάλασσες και ποτάμια περιμένοντας να ακούσεις ένα καλό τραγούδι, δεν έμαθα ποτέ ποιο ήτανε!

Ο αδερφός μου όπως σου είπα είναι χειρότερος από μένα, όταν είχε κλειστεί στο ψυχιατρείο για ένα φεγγάρι ένας τρόφιμος έπαιζε μπουζούκι και μια βραδιά έκαναν πάρτι τραγουδώντας τον «Τρελό» που είχε χαλάσει κόσμο όταν κυκλοφόρησε κι ο αδερφός μου το χόρευε ως το ξημέρωμα σε κάποια πίστα της Αλεξανδρούπολης. Τραγουδούσαν και κάτι άλλα εκείνη τη βραδιά, «Σε χίλιους δυο μπελάδες για σένα μπλέκομαι», υπήρχε ένα παιδί από κάποιο χωριό της Δράμας που χαλούσε τον κόσμο γι’ αυτό το τραγούδι, στο τέλος είχαν πει και το «Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, η αγάπη αυτή με πεθαίνει!», πολλοί τρόφιμοι κλαίγανε, άλλοι προσπαθούσαν να χορέψουν, κάποιοι χτυπούσαν παλαμάκια, όλη η κλινική έμοιαζε να έχει πάρει φωτιά, οι νοσοκόμες είχανε χαζέψει...


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Damnatio memoriae» της Κωνσταντίας Χατζησάββα

Το μοναστήρι Το κελί βρίσκεται στη δυτική πλευρά του μοναστηριού. Στο λιθόκτιστο τοίχο απέναντι από τη στενή και χαμηλή πόρτα της εισόδου, που για να περάσω πρέπει να λυγίσω το κορμί, ανοίγεται ένα ορθογώνιο...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Σάββας ο Θαλασσινός» του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

Του το ‘χε κολλήσει το παρατσούκλι ο καπετάνιος του πρώτου πλοίου που είχε μπαρκάρει, ο κυρ Ανέστης. Του άρεσε. Πιτσιρικάς τότε, δεκαέξι χρονών, πρώτη φορά έφευγε από τον Πειραιά και άφηνε πίσω μάνα πατέρα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Η Γαλήνια Χώρα» της Ντίνας Σαρακηνού

Στη νέα εποχή, ήταν τα πρώτα που έκλεισαν. Εξαφανίστηκαν τα σιχαμένα γραφεία κηδειών, τα επαγγέλματα του νεκροθάφτη, οι υπεύθυνοι καλλωπισμού των νεκρών, μέχρι και τα χρυσάνθεμα είχαν πάψει να...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER