«Η μεταλαβιά» της Ελένης Χωρεάνθη
«Η μεταλαβιά» της Ελένης Χωρεάνθη

«Η μεταλαβιά» της Ελένης Χωρεάνθη

Το Πάσχα έπεφτε αργά εκείνη τη χρονιά. Ήταν αρχές του Μάη. Η φύση ανθισμένη, γιορτινή μοσχοβολούσε. Ανθοβολούσαν στα χωράφια τ’ αγριολούλουδα, στα περιβόλια οι λεμονιές, οι νεραντζιές και οι πορτοκαλιές, στις ρεματιές οι κερασιές, οι γλάστρες στα μπαλκόνια και στους ανθόκηπους οι φορτωμένες πασχαλιές.

Μεγαλοβδόμαδο ντυμένο στο Μεγάλο Πένθος των ανθών. Το Πάσχα και η Ανάσταση που έρχονταν με τα μύρα, σκορπούσαν απλόχερα τη λήθη στις καρδιές και την ελπίδα.

Τότε, μέσα στην τόση ομορφιά της φύσης, της ήρθε βολικά και της Φανάρας να γιορτάσει, να δει κι εκείνη άνοιξη, ανάσταση στα σωθικά της, μιας κι άλλο τίποτα δεν ήταν βολετό να αλλάξει το άθλιο ριζικό της.

Ολοστρόγγυλα, τριάντα χρόνια συναπτά η έρμη χηρευάμενη και μαυροφορεμένη βολόδερνε με κάθε τρόπο να τα βγάλει πέρα, να θρέψει και να ντύσει τα ορφανά και να ’χει κι από πάνω την καταλαλιά του κόσμου. Με έργα και με βλέψεις πονηρές, με λόγια σουβλερά, όλοι απάνω στο κορμί και στην ψυχή της ξεθυμαίνανε. «Κακό χωριό τα λίγα σπίτια», που δεν ήταν και λίγα. Ωστόσο, κανένα από τα τέσσερα παιδιά που της έδωσε ο Μεγαλοδύναμος δεν έφερε στον κόσμο αφότου έχασε τον άντρα της. Όλα δικά του ήταν.

«Ο φτωχός κι η μοίρα του...» μουρμούριζε και καταριότανε τη μέρα και την ώρα που γεννήθηκε. Αυτό μονάχα ήξερε να λέει. 

Εκείνη τη χρονιά, ένιωσε τη μοσχοβολιά της πλάσης που αναγεννιόταν. Και μια σταγόνα δρόσου στάλαξε μέσα της.

«Θα πάω να μεταλάβω» μονολόγησε. Κι έφτυσε τρεις φορές στον κόρφο της μη λάχει και τη ματιάσουνε και το μετανιώσει.

Μέρα γελούμενη, απαλή, ξημέρωσε το Μέγα Σάββατο. Άνοιξε κι η Φανάρα το καλύβι της και βγήκε ν’ ανασάνει η ψυχή της. Απ’ τα χαράματα ξεσήκωσε και τίναξε τα παλιοσκούτια της και τα σκεπάσματα, ασβέστωσε τη χαμοκέλα: τρία επί τρία η βάση κι ένα και μισό μέτρα το ύψος, χώμα κάτω, αστράκι, τσίγκος από πάνω η στέγη, αυτό ήταν όλο κι όλο το κονάκι της. Μετάνιζες να μπεις και να βγεις από κει.

Συγύρισε σαν όλες τις νοικοκυρές και τις καλές γειτόνισσες, τις παστρικιές, τις ακριμάτιστες, άπλωσε και τη μνήμη της ν’ αεριστεί απάνω στα κλαδιά της πασχαλιάς που ευωδίαζε πλάι στου γείτονα τον κήπο με το δίπατο... Άνοιξε το μοναδικό έπιπλο, το παλιό φορτσέρι, κι έβγαλε κι άπλωσε ν’ αεριστούνε τα νυφιάτικά της.

«Τα κρίματά μου είναι πολλά. Μα θα τ’ αμπόξω. Θα πάω να μεταλάβω» ψέλλισε. Έδωσε μια κλοτσιά στο γάτο που τυλίχτηκε στα πόδια της: «Άι καταδιαόλ’ κι εσύ!». Χούγιαξε τις παλιόκοτες της γειτονιάς που κακαρίζανε, περιπαιχτικά θαρρείς κι εκείνες, φασκέλωσε το μπάσταρδο του Ιταλού που ρούφαγε τη μύξα του. «Μακριά απ’ τ’ς άγιοί σ’ , Παλιοκαστρίτσα μ’, σ’χώρα με!», σταυροκοπήθηκε τρεις φορές και χώθηκε στο καλύβι άλλος άνθρωπος.

Ήταν πολλά, αμέτρητα, άμμος της θάλασσας τα κρίματα της φτωχιάς, εξόν η φτώχεια. Είχε τρεις τσούπες κι ένα μοναχό «παιδί», κι αυτό φευγάτο το ανεπρόκοπο, δεν τις γνοιαζόταν.

Και σαν να μην έφτανε η φτώχεια κι η στενότητα του χώρου, μάζεψε και τον ξεπεσμένο Ιταλό που τα ‘μπλεξε με τη μικρή της κόρη. Πού βρέθηκε κι αυτός, απ’ τα κλαριά ξεφύτρωσε! Κι αυτός εκεί μέσα στη χαμοκέλα μέρα νύχτα κολλιτσίδα! Πώς της ήρθε να πάει να μεταλάβει μια ζωή ανήστευτη κι αξομολόγητη! Τι ανήστευτη. Η Φανάρα τι άλλο να νήστευε; Όλη της η ζωή Μεγάλη Σαρακοστή ήταν. Όλο τον χρόνο νήστευε η έρημη τη φτώχεια της και την ανέχεια.

Περίμενε ίσαμε να νυχτώσει και να πλαγιάσουν όλοι και τότε πήρε την πιο μεγάλη απόφαση να πάει στην εκκλησιά να μεταλάβει. Έριξε μαύρη πέτρα πίσω της και μια λοξή ματιά συνενοχής πλάι στον Ιταλό που λούφαζε ανίδεος κι έκαμε κρυφά στον κόρφο το σταυρό της.

Έξω είχε πέσει το σκοτάδι. Είχε σκεπάσει κάθε ρύπο. Στην εκκλησιά έμενε ακόμα η ευωδιά από τα επιτάφια μοιρασμένα άνθη λυτρωτική, γλυκιά, ολοκάθαρη... 

Σήμαναν τα μεσάνυχτα καμπάνες αναστάσιμα, γιορταστικά. Πετάχτηκε όλο το χωριό αγουροξυπνημένο. Ντύθηκε και στολίστηκε ο κόσμος, έβαλε ο καθένας τα καλά του, φόρεσε την καθαρή συνείδησή του και ξεχύθηκαν στους δρόμους.   

Χαρδάκισε κι αηδόνισε και της Φανάρας η καρδιά, φτερούγισε πιο μέσα κι η ψυχή της. Πετάχτηκε ανάλαφρη από το στρώμα, παραμερίζοντας σιγά να μην ξυπνήσει τον Ιταλό, φόρεσε ασιδέρωτα τ’ αερισμένα της νυφιάτικα και βγήκε ήσυχα στη λαμπροφορεμένη νύχτα, που ευωδίαζε γλυκά. Πήγε στην εκκλησιά, μπήκε δειλά με τα νυφιάτικά της καθαρά κι αερισμένα όλη μέρα, τρύπωσε ανάμεσα στο πλήθος, κανείς δεν πήρε είδηση και περίμενε την ώρα να πάει να μεταλάβει σώμα και αίμα του Χριστού να λυτρωθεί η ψυχή της.

«Δεύτε, λάβετε φωωωως εκ του ανεσπέρουουου φωωωωτός!»

Η στεντόρεια φωνή του ιερέα συντάραξε το εκκλησιαζόμενο πλήθος μέσα κι έξω από την εκκλησία. Φτερούγισε και της Φανάρας η καρδιά. Πρώτη φορά σάλεψε κάτι μέσα της γλυκό και τρυφερό. Χάιδεψε την ψυχή της ένα άγιο φως. Άπλωσε τρέμοντας το χέρι και πήρε φως ανέσπερο κι εκείνη με το λαμπροκέρι το λιγνό της:

«Άι σιχτίρ ούλ’ σας, τι με κοιτάτε!» μαχαίρωσε με μια κοφτή ματιά την αδέκαστη καταφρόνια που την κυνηγούσε ανελέητα ίσαμε εκεί μέσα στον ιερό ναό. Και συμμαζώχτηκε σε μιαν ακρούλα, θέση δεν είχε πουθενά η εκκλησία για κείνη. Δεν πήγαινε ποτέ στην εκκλησία. Με τόσα πλήθια μύρια κρίματα πού να χωρούσε! Μπορεί και που δεν είχε ποτέ άλλοτε θυμηθεί να βγάλει απ’ το φορτσέρι εκείνα τα νυφιάτικα τα μουχλιασμένα, τα άτυχά της, τ’ αχαΐρευτα. Περίμενε τρεμάμενη ως τα κατάβαθά της την ώρα, τη στιγμή να βγει ο ιερέας στην Ωραία Πύλη και να πει:

«Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε...»

Α, πόσα χρόνια είχε να τ’ ακούσει! Πώς περίμενε να μεταλάβει των Αχράντων Μυστηρίων. Και ήρθε η αναμενόμενη στιγμή. Οι χριστιανοί, άλλος πολύ, άλλος  λίγο, άλλος καθόλου, συναισθανόμενοι το πλήθος των πταισμάτων του ο καθένας, μπήκαν στην ουρά να κοινωνήσουν. Σε λίγο βγήκε στην Ωραία Πύλη ο ιερέας μεγαλοπρεπής, απαστράπτων μέσα στα ολόχρυσά του άμφια, βαστάζοντας τα Τίμια Δώρα, ωσάν τον Μωυσή, όταν κατέβαινε από το θεοβάδιστο Σινά φέρνοντας τις πλάκες με τις Δέκα Εντολές, και απευθυνόμενος στο ευλαβές εκκλησίασμα:

«Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπηης Προοοσέεεθλετε!» κραύγασε.

Η φωνή του ιερέα απάλυνε όταν άρχισε να κοινωνεί τους πιστούς. Και σε κάθε ατομική περίπτωση πρόφερε σιγά: «Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού...», και περίμενε να πει ο κάθε μεταλαμβάνων το όνομά του. Και σε κάθε ατομική περίπτωση ο ιερέας συμπλήρωνε: «Εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον...»

Πρώτα πέρασε όλος ο αρσενικός πληθυσμός και μετά ήρθε η σειρά των γυναικών και των παιδιών με την ίδια τάξη. Τελευταία ήρθε και της Φανάρας η σειρά. Πλησίασε η έρμη τρέμοντας κι άπλωσε το χέρι της να πιάσει το άγιο ύφασμα, που μ’ αυτό σπογγίζουν τα χείλη τους οι μεταλαμβάνοντες. Ο ιερέας εκείνη τη στιγμή ετοίμαζε το δικό της μεράδι από το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Κι ευθύς πρόφερε:

«Μεταλαμβάνει η δούλη του Θεού...», και περίμενε να πει το όνομά της η πιστή δούλη.

«Αφού ξέρ’ς πώς μι λένε, παπά μ’, τι μι ρουτάς;» μουρμούρισε η Φανάρα.

Δεν πρόκαμε να πει παρακάτω. Ο ιερέας ανασήκωσε τα γυαλιά και σαν την είδε, την αναγνώρισε, τράβηξε απότομα από τα χέρια της το άγιο ύφασμα και: 

«Εσύ; Μην αγγίζεις τα Άγια των Αγίων, αλειτούργητη! Φωτιά αντίς μεταλαβιά θα βάλεις μέσα σου, φύγε, κριματισμένη...»

«Μα, παπά μ’...», έκαμε να πει κάτι, να δικαιολογηθεί, να δηλώσει ίσως μετάνοια εκειδά μπροστά σ’ όλο τον καθαρό, τον αναμάρτητο κόσμο.

«Μακριά από τα Άγια των Αγίων, αλειτούργητη» της είπε σιγά ο ιερέας. Μάζεψε τα Άγια των Αγίων και σήκωσε ψηλά το Άγιο Δισκοπότηρο: «Ορθοί οι μεταλαβόντες των Θείων, Αγίων και Αχράντων Μυστηρίων» έψαλλε μεγαλοφώνως και χώθηκε τρέχοντας στο Ιερό από την Ωραία Πύλη ικανοποιημένος που έπραξε το ιερό καθήκον του χωρίς καν να προσέξει τα νυφιάτικα της χριστιανής, τη λαχτάρα που τρεμόπαιζε στα δειλά της μάτια, την Ανάσταση που χάραζε στο μέτωπό της εκείνη την ιερή νυχτιά.

Ο ιερέας, ο ευλογημένος, έμεινε στη μιζέρια, στη χαμοκέλα, στο καλύβι με την αστεφάνωτη που μάζεψε τον Ιταλό στη χαμοκέλα. Έβλεπε μόνο κρίματα και μύριζε τη μπόχα. Η θλιβερή παράσταση έκλεισε με τον επίλογο της κριματισμένης:

«Άι σιχτίρ κι εσύ κι η μεταλαβιά σ’, παπά! Κι εγώ θα ιδείς, ξέρω τι θα κάμω!» μουρμούρισε τρίζοντας τα τρία μοναδικά της δόντια.

Και βγήκε τρέχοντας και τρέμοντας από την εκκλησία. Φασκέλωσε τα νυφιάτικα που φορούσε, την εκκλησιά μ’ όλους τους αγίους της, τον παπά και την Ανάστασή του και κρύφτηκε μέσα στη νύχτα τη θολή που την περίμενε απέξω.

 Σαν πήγε στο καλύβι της, έβγαλε κι έθαψε στο φορτσέρι τ’ άχαρα τα νυφιάτικα φασκελώνοντάς τα. Φόρεσε πάλι τα καθημερνά της μαύρα ρούχα, τ’ αλειτούργητα. Δίπλωσε δις και τρις τη μνήμη στην καρδιά της, την πασπάλισε με θλίψη, την απίθωσε κι εκείνη στο φορτσέρι και βγήκε ν’ ανασάνει λίγο καθαρό αέρα. Μπήκε ξανά στη χαμοκέλα. Άρπαξε το μπουκάλι με το κόκκινο κρασί, απ’ τους γειτόνους δώρο πασχαλιάτικο ήταν, γέμισε ένα κουτάλι, έριξε μέσα ένα ψίχουλο απ’ το δικό της το λαμπρόψωμο με τα κεντίδια, που είχε ζυμώσει με τα χέρια της αποβραδίς για την Ανάσταση, και μετάλαβε! Ευφράνθηκε η ψυχή και η καρδιά της. Βγήκε πάλι μετά κι άδειασε το υπόλοιπο κρασί στη ρίζα της ανθισμένης πασχαλιάς του γείτονα, δικό του ήταν το κρασί, το Άγιο Ανάμα...

«Άιτι  κι ισύ, από κει πού ’ρθες!» μουρμούρισε οργισμένη.

Έπειτα στάθηκε κατά ολόρθη με ισιωμένη ράχη και περίμενε την κατάλληλη στιγμή που γύριζαν από την εκκλησία οι γείτονες, ο καλός ο κόσμος, οι πιστοί, οι αναμάρτητοι στα σπίτια τους:

«Αμ τι νόμισες, παπά! εγώ μεταλαβαίνω όπως ξέρω γω, όχι όπως θέλ’ς εσύ! Άι σιχτίρ! Με κόλασες λαμπριάτικα!» φώναξε να την ακούσουν.

Την άκουσαν οι γείτονες και σταμάτησαν από περιέργεια.

«Κρασί κι ψουμί μεταλαβαίνει αυτός, κρασί κι ψουμί μετάλαβα και γω!» είπε και σφίχτηκε στον κόρφο της.
Όρμησε μετά στη χαμοκέλα και στάθηκε πολλή ώρα πλάι στον Ιταλό, στην αστεφάνωτη, στα κρίματά της τ’ αλειτούργητα. Κλειδαμπαρώθηκε στη μνήμη και στο έλεος του καιρού με τη μεταλαβιά που δεν ευδόκησε να πάρει, να  κρυφοκαίει στα σπλάχνα της, να ευωδιά, να ευφραίνει το ξερακιανό κορμί της. Μετά έριξε ξύλα στη μικρή φωτιά και κάθισε εκειδά στο παραγώνι. Σταύρωσε τότε την ψυχή μέσα στα χέρια της κι απόμεινε αμίλητη και χολιασμένη να συμπάει τα ξύλα, να μη σβηστεί η φωτιά και ξεπαγιάσουν ούλοι, που να μην έσωναν να γεννηθούν!

Σκάλιζε ολονυχτίς την ανθρακιά, μετρώντας κι αναθεματίζοντας τις συμφορές, τη φτώχεια, την ανέχεια, την ορφάνια και την καταφρόνια που την έζωναν ολοζωής από παντού. Κι έχωνε μες στη χόβολη τις πίκρες της και τους καημούς, τα βάσανά της.

Και σαν κόντευε να φέξει, τα βλέφαρά της βάρυναν. Σίμωσε, σήκωσε τα σκεπάσματα και πλάγιασε ως την αυγή αδιαφορώντας για όλο το χωριό το αγρυπνισμένο στην Ανάσταση, που λούφαζε μετά στην ξεγνοιασιά και στη υπόληψή του.

Κανένας δεν κατάλαβε την άνοιξη που ανθοβόλησε στη χαμοκέλα της Φανάρας. Κανένας τους δεν είδε την Ανάσταση που σίμωσε στο καλυβάκι. Όλοι ροχάλιζαν ως την αυγή, που βγήκε η έρμη, η φτωχή ν’ απλώσει πάλι την ψυχή της στ’ ακροκλώναρα της πασχαλιάς ν’ αεριστεί, να μεταλάβουν φως τα σωθικά της. 

 

 

Μια παλιά, ξανά δουλεμένη ιστορία, που δεν είναι, κατ’ ανάγκην, και αληθινή.


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Τι κακό μάς βρήκε» της Ντίνας Σαρακηνού

Δεν της έφτανε η μέρα. Πόσο λαχταρούσε να επιμηκύνει τον χρόνο, να γινόταν ένα θαύμα, να είχε η ώρα εξακόσια λεπτά. Στα εξήντα της χρόνια, τυραννισμένα τα περισσότερα, ένιωθε σαν τη Σταχτοπούτα. Στη...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Δύο αυτοκτονίες» του Φιόντορ Ντοστογέφσκι

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη Το διήγημα «Δύο αυτοκτονίες» δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1876 στο Ημερολόγιο του συγγραφέα, το μηνιαίο φιλοσοφικό και λογοτεχνικό περιοδικό που εξέδιδε ο Φ. Ντοστογέφσκι από το 1876 έως το 1877...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: