«Ιδρυτικοί μύθοι» του Μιχάλη Μοδινού

 

Ακολουθούσαμε λοιπόν, λέει, τη χάραξη της ξεκοιλιασμένης εδώ κι εκεί σιδηροδρομικής γραμμής του Τρικούπη και μιλούσαμε ελάχιστα γιατί κρυβόμασταν από τις άγριες φυλές που είχαν εποικήσει τα βουνά. Βαδίζαμε με τελικό προορισμό ένα μεγάλο παγωμένο ποτάμι της Βόρειας Ευρώπης, όπως μας είχε συμβουλέψει ο χρησμός της μεγάλης ιέρειας, τότε που είχαμε επισκεφθεί την Κασταλία Πηγή πίσω στα χρόνια εκείνα προ της καταστροφής. Όταν συναντούσαμε το ποτάμι θα κατευθυνόμασταν προς τα κατάντη βαδίζοντας πάνω στην παγωμένη του επιφάνεια και θα φτάναμε κάποτε στο Δέλτα και στη Μαύρη Θάλασσα –όπως κάποτε έκαναν από άλλο, θαλάσσιο δρόμο, ο Ιάσονας και οι Αργοναύτες του– και όπου μας περίμενε η κιβωτός της σωτηρίας.

Όλα γύρω μας ήταν κατεστραμμένα. Στάχτη είχε επικαθήσει στα νεκρά φύλλα και στις παλιές μεταλλικές γέφυρες της ΜΟΜΑ απ’ όπου ξεπηδούσαν σκουριασμένα σίδερα, και στα γερμανικά πολυβολεία από τα χρόνια του πολέμου, ενώ οι κορμοί των νεκρών δέντρων ανέβαιναν ψηλά σαν ικεσία ή, όπως παρατήρησε κάποια στιγμή ο μικρός, σαν θαυμαστικά. Δεν ακούγονταν κελαηδίσματα πουλιών, δεν υπήρχε ζωή, εκτός από καμιά σαύρα ή κάνα σκουλήκι. Κάθε τόσο ο Ορέστης με ρωτούσε πού είναι η μαμά και πότε θα έρθει να μας βρει, και μετά αναρωτιόταν πότε θα συναντούσαμε παιδάκια για να παίξει, αλλά εγώ δεν μπορούσα να απαντήσω γιατί τα παιδιά ήταν αποκλεισμένα από το όνειρο και γιατί η προδοσία της Ηρώς ήταν απαγορευμένο θέμα αλλά και γιατί η φωνή δεν έβγαινε τέτοιες ώρες από το λαρύγγι μου, παγιδευμένη από το βρόχο του τρόμου. Έπειτα έπαψε να ρωτάει. Τις νύχτες κρυβόμασταν σε κουφάλες δέντρων και σ’ ερειπωμένες αποθήκες και σε εγκαταλειμμένες αγροικίες με τα ανοίγματα να χάσκουν, κι από ένα σημείο και μετά δεν ανάβαμε φωτιά για το φόβο των ανθρωποφάγων και ζέσταινα στις παλάμες μου τις τελευταίες παγωμένες κονσέρβες με σούπα μπιζέλια και κορν μπιφ και μασουλούσαμε βαλανίδια και χαρούπια σαν τα αγριογούρουνα και χωνόμασταν στο διπλό λασπωμένο σλίπινγκ μπαγκ και νανούριζα το γιο μου με αναμνήσεις από τα χρόνια εκείνα που η ανθρωπότητα ήταν ακόμη νεαρή και είχε μύθους και ήρωες και ιστορίες που οι ιερείς και οι σαμάνοι αφηγούνταν τα βράδια δίπλα στη φωτιά, και είχε όνειρα κι ελπίδες και οι άνθρωποι ταξίδευαν για ν’ ανακαλύψουν τόπους και λαούς και να ζήσουν περιπέτειες που θα ‘χαν μετά να αφηγηθούν στα παιδιά και τα εγγόνια τους και στα άλλα μέλη της φυλής τους. «Όπως κι εμείς, μπαμπά;» ρώτησε ένα βράδυ ο μικρός στα ερείπια ενός εγκαταλειμμένου σιδηροδρομικού σταθμού όπου αχνοφαινόταν ακόμη η επιγραφή ΟΙΝΟΗ. «Ναι, αγόρι μου, όπως κι εμείς. Και όπως εκείνος ο Χάκλμπερι Φιν που διαβάζαμε στο κρεβάτι τον περασμένο χειμώνα». «Είναι μακριά το μεγάλο παγωμένο ποτάμι, μπαμπά;» ρώτησε ξανά ο Ορέστης. «Τόσο μακριά όσο χρειάζεται για να κάνει το ταξίδι μας περιπέτεια», απάντησα. «Τόσο μακριά όσο το τέλος της Γης, γιε μου».

Όταν μας επιτέθηκαν οι Άγριοι ήταν νωρίς το πρωί και οι σκιές της νύχτας αποτραβιούνταν στον Κάτω Κόσμο και ο Πάνω Κόσμος είχε αρχίσει να ανακτά τα χρώματά του. Τους περίμενα άγρυπνος όλη νύχτα. Το ήξερα πως θα κατέφθαναν από διάφορα ίχνη πάνω στο βουνό κι από τις ανταύγειες στην απέναντι πλαγιά κι από τους απόηχους ανατριχιαστικών παιάνων που έφερνε ο άνεμος. Τους παρακολουθούσα με τα κιάλια μου από το Ναυτικό, ήξερα για τις τελετές τους και για την ανθρωποφαγία και για τους χορούς τους γύρω από τη φωτιά. Ήξερα εδώ και μέρες πως μας ακολουθούσαν αυτοί οι άθλιοι, το ήξερα γιατί ήμουν πατέρας και είχα το γιο μου να προστατεύσω, και ήξερα πολύ καλά τι θα έκανα και, όταν διέκρινα τις σκιές τους να έρπουν κάτω στη ρεματιά, όπλισα το καλάσνικοφ κι άρχισα να πυροβολώ όρθιος, σαν τρελός, τρομαγμένος από το ίδιο μου το μίσος για τους κανίβαλους και από τη δίψα μου για ανθρώπινο αίμα, και από την πείνα μου για ανθρώπινη σάρκα, και ούρλιαζα στον μικρό να χωθεί στο σλίπινγκ μπαγκ του μέχρι που άδειασε ο γεμιστήρας και τα πτώματα κείτονταν στα χαλίκια, στην όχθη της νεροσυρμής, άδεια σακιά που κάποτε ήταν ευλογημένα με το δώρο της ζωής αλλά δεν ήξεραν πώς να το χρησιμοποιήσουν.

Ο Ορέστης στεκόταν δίπλα μου και με κοιτούσε με διεσταλμένα μάτια. Έτρεμα σύγκορμος. Γλίστρησε την παλάμη του στην τσέπη του στρατιωτικού μπουφάν μου. Τον αγκάλιασα με το ελεύθερο χέρι μου. «Δε θα μας ξαναενοχλήσουν», του είπα και κάθισα αποκαμωμένος στις σταχτοκίτρινες πευκοβελόνες. «Κι έχουμε άλλους δυο γεμιστήρες. Θα φτάσουμε ανενόχλητοι στο μεγάλο παγωμένο ποτάμι, γιε μου. Δούναβη το λένε», είπα, και αίφνης ο κόσμος ανέκτησε τα ονόματά του – η Παύλιανη κι η Γκιώνα, ο Μπράλος κι ο Γοργοπόταμος, ο Σπερχειός και η Οίτη, ο Τυμφρηστός κι η Μενδενίτσα.

«Μπαμπά, έχεις ένα βέλος στα πλευρά σου», είπε αίφνης ο Ορέστης και γονάτισε δίπλα μου με τη φρίκη στα μάτια, το χέρι του γεμάτο αίματα. «Βέλος», είπα αποσβολωμένος, «βέλος. Μην ανησυχείς, αγόρι μου. Να που το παρελθόν υπάρχει».

Πετάγομαι από τον ήχο του κινητού. The Beginning of the End – τι ναπέγιναν αυτές οι ψυχές; Funky Nassau. Σημαδιακή επιλογή από αθώες εποχές. Ψηλαφώ το πλευρό μου που πονά έντονα. Μπα, τίποτα, το χειρόφρενο είναι.

Αδημοσίευτο απόσπασμα από εν εξελίξει μυθιστόρημα με τίτλο «Τελευταία Έξοδος –Στυμφαλία».

O περιβαλλοντολόγος, γεωγράφος και μηχανικός Μιχάλης Μοδινός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1950. Θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, συ­ν­εργάστηκε με διεθνείς οργανισμούς, δίδαξε σε ακαδημαϊκά ιδρύματα ανά τον κόσμο, ενώ υπήρξε εκδότης της Νέας Οικολογίας και πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος. Στο δο­κιμιακό και ερευνητικό του έργο περιλαμβάνονται τα βιβλία Μύθοι της ανάπτυξης στους τροπικούς, Από την Εδέμ στο Καθαρτήριο, Τοπογραφίες και Η αρ­χαιολογία της ανάπτυξης. Από το 2005 στράφηκε οριστικά στην λογοτεχνία και την κριτική της. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη έχουν κυκλοφορήσει τα μυθιστορήματά του Χρυ­σή Ακτή, 2005, Ο Μεγάλος Αμπάι,2007, Επιστροφή, 2009, (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών) και Σχεδία, 2011, (υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Λογοτεχνικό Βραβείο).

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Damnatio memoriae» της Κωνσταντίας Χατζησάββα

Το μοναστήρι Το κελί βρίσκεται στη δυτική πλευρά του μοναστηριού. Στο λιθόκτιστο τοίχο απέναντι από τη στενή και χαμηλή πόρτα της εισόδου, που για να περάσω πρέπει να λυγίσω το κορμί, ανοίγεται ένα ορθογώνιο...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Σάββας ο Θαλασσινός» του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

Του το ‘χε κολλήσει το παρατσούκλι ο καπετάνιος του πρώτου πλοίου που είχε μπαρκάρει, ο κυρ Ανέστης. Του άρεσε. Πιτσιρικάς τότε, δεκαέξι χρονών, πρώτη φορά έφευγε από τον Πειραιά και άφηνε πίσω μάνα πατέρα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ήλιε μια βόλτα έκανες» του Απόστολου Σπυράκη

Ένα βράδυ που με είχαν βάλει περιφρούρηση στο τηλεφωνικό κέντρο της ΚΝΕ, στον όγδοο όροφο επί της Εγνατίας, άκουγα τα «Δακρυσμένα μάτια» σ’ ένα ραδιοφωνάκι, μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση «…στους μεγάλους...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER