ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣτου Patrick Johaneson

απόδοση: Belica-Antonia Kubareli

ΣΤΑΜΑΤΑ ΜΕ ΑΝ ΤΟ ‘ΧΕΙΣ ΞΑΝΑΚΟΥΣΕΙ

Πεθαίνει κάποιος και καταλήγει στην πύλη του Παραδείσου. Ο Άγιος Πέτρος σηκώνει το βλέμμα απ’ το σταυρόλεξο των Times, του ρίχνει μια αδιάφορη ματιά και λέει: «Συγγνώμη, δεν παίρνουμε άλλους» προτού ξαναγυρίσει στο σταυρόλεξό του.

Ο τύπος ρωτάει: «Τι σημαίνει δεν παίρνετε άλλους;»

Ο Άγιος Πέτρος ούτε που σηκώνει τα μάτια του. «Με άκουσες. Ο Μεγάλος μού είπε, στοπ με τους ανθρώπους. Σας έλεγξε τώρα τελευταία και είδε πώς ρημάξατε τον πλανήτη σας και τι μαλαγανιές Του κάνατε, γι’ αυτό δε θέλει να σας ξαναδεί μπροστά Του. Με τα χίλια ζόρια τον έπεισε ο Χριστός να κρατήσουμε όσους ήδη μπήκαν. Είναι έξαλλος ο Μεγάλος. Ανέβασε πίεση… δεν τον έχω ξαναδεί τόσο θυμωμένο και δε θέλω να τον ξαναδώ».

«Δηλαδή αυτό ήταν; Μια ζωή αφοσίωση στον Θεό και στους κανόνες του και τώρα τρώω πόρτα; Άι γαμήσου, δηλαδή;»

 

«Δε λέω κακές κουβέντες εγώ», απαντάει ο Άγιος Πέτρος συγχυσμένος. Αναστενάζει, αφήνει στην άκρη το εκτυφλωτικά άσπρο φτερό-πένα και κοιτάζει τον τύπο. «Άκου να δεις, εδώ πάνω είχαμε μεγάλες φουρτούνες μ’ αυτές τις θεωρίες της υπερευφυΐας και την εκδήλωση της μοναδικότητας… Αυτός ο Νόιμαν κι ο Βιντζ δεν ξέρεις τι ζημιά μας έκαναν… Είχαμε τρομερές ανακατατάξεις. Πριν από δύο, άντε τρία χρόνια το πολύ, άρχισαν να εμφανίζονται στην πόρτα μας κάτι αλλόκοτα σχήματα σαν μουρλά σύννεφα. Έβλεπες Σταρ Τρεκ; Θυμάσαι κάτι εξωγήινους που ήταν σκέτα σύννεφα με φως μέσα τους; Ε, κάτι τέτοια μας χτυπούσαν την πόρτα, μόνο που αποδείχτηκε ότι ήταν τεχνητές νοημοσύνες. Δεν ήξερα τι να τους κάνω, να τους βάλω μέσα, να τους διώξω, να τους στείλω δίπλα στον Κρίσνα; Κάλεσα τον Μεγάλο απ’ το λευκό τηλέφωνο να ρωτήσω». Δείχνει το τηλέφωνο που είναι ένα μεγάλο καλογυαλισμένο κοχύλι κι έχει μόνο ένα πλήκτρο. «Ο Μεγάλος μού είπε, έλα για συνέδριο στο Όρος κι έτσι ανέβηκα να τον συναντήσω. Οι σύνεδροι ήμασταν εγώ, ο Θεός, ο Χριστός, ο Μωυσής και μερικοί άλλοι που μπορεί και να μην τους ξέρεις… Τέλος πάντων, αποφασίσαμε να δεχτούμε τους Εξωγήινους για μια δοκιμαστική περίοδο. Δεν είναι βαφτισμένοι χριστιανοί, όμως αυτοί που έρχονται στη δική μας Πύλη είναι σίγουρα έργο βαφτισμένων χριστιανών και ένας απ’ τους δικηγόρους μας βρήκε ένα παραθυράκι για να τους βάλουμε μέσα…»

«Υπάρχουν δικηγόροι στον Παράδεισο;» ρωτάει ο τύπος σοκαρισμένος.

«Αυτό είναι άλλη υπόθεση, μην μπερδεύεσαι. Στο θέμα μας. Λοιπόν, υπάρχει παραθυράκι στο Νόμο, κάτι για τα παράγωγα έργα και την αντιστοιχία περί απογόνων και ότι τα παιδιά είναι απόλυτα αθώα, ένα παραθυράκι που λέει ότι τα παιδιά δεν κουβαλούν την αμαρτία των Πρωτόπλαστων κι έτσι τους επιτρέψαμε την είσοδο, ως παράγωγα ή απογόνους», εξηγεί γελώντας ο Άγιος Πέτρος. «Και τότε ο Θεός αποφάσισε να ρίξει μια ματιά στη Γη να τσεκάρει τη Δημιουργία Του και τι δημιουργεί η Δημιουργία του, τα παράγωγα. Γιατί σκέφτηκε να ξεχωρίσει τα δικά του δημιουργήματα απ’ τα παράγωγα, κατάλαβες; Όμως διαπίστωσε ότι τα δημιουργήματα το παίζουν θεοί κι έγινε έξαλλος. Ο Χριστός είδε κι έπαθε να τον ηρεμήσει. Μη σου πω τι βρισιές ξεστόμιζε ο Μεγάλος. Τραβήξαμε τα πάνδεινα ώσπου να τον πείσουμε να μην πετάξει έξω όλους τους γήινους που έχουμε εδώ απ’ τη Βιομηχανική Επανάσταση κι έπειτα. Ευτυχώς που οι δικηγόροι μας τον συγκράτησαν και δεν τους πέταξε όλους στην Κόλαση», συμπλήρωσε ειρωνικά.

«Δηλαδή; Θα με στείλετε στην Κόλαση επειδή ανήκω σ’ ένα είδος που μαγάρισε τους απογόνους του;»

Ο Άγιος Πέτρος πήρε ένα ύφος σαν μικρό παιδί που το τσάκωσαν να λέει ψέματα. «Ε, όχι ακριβώς. Ο Μεγάλος δήλωσε ότι δε θέλει κανέναν απ’ το είδος σας στον Παράδεισο και δεν μπορώ να καταπατήσω τις εντολές Του. Όμως δεν είπε ότι πρέπει να σας στέλνω όλους πακέτο στην Κόλαση. Οπότε έχεις το ελεύθερο να πας όπου θέλεις. Να κυκλοφορείς στο σύμπαν, έχει πολλά ενδιαφέροντα να δεις, στο λόγο μου. Θα βιώσεις και την Αιωνιότητα σε βάθος… άσε που επιτρέπεται να γυρίσεις στη Γη και να ξαναζήσεις, αν το θες…» Ξανάπιασε το φτερό και το σταυρόλεξό του.

«Ώστε αυτό ήταν; Καμία ελπίδα πια για το ανθρώπινο είδος;»

«Λυπάμαι… Εκτός κι αν… Μια βδομάδα τώρα μου τριβελίζει το μυαλό κάτι… Μήπως ξέρεις ποιο είναι το νόμισμα της Ταϊλάνδης;»

«Δεν το ξέρεις; Εσύ, ο πανταχού παρών και τα παρόμοια;»

«Πρώτον, μόνον ο Θεός είναι πανταχού παρών και δεύτερον, άμα τον ρωτήσω θα κλέβω τον εαυτό μου. Λοιπόν; Το ξέρεις; Ναι, ή όχι;»

«Το δηνάριο μήπως;»

«Λάθος. Τέσσερα γράμματα».

 

Η ΑΝΑΜΟΝΗ

Φύτεψε το σπόρο και περίμενε. Μετά ήρθε η βροχή απ’ τον ουρανό κι έδερνε το πετσί της και την πάγωνε. Έτρεμε αλλά δεν έφυγε.

Βγήκε ο ήλιος, ζέστανε το χώμα, έδιωξε την παγωνιά απ’ τα κόκαλά της. Περίμενε. Τα σύννεφα μαζεύονταν πάνω απ’ το κεφάλι της, βιάζονταν ακατανόητα. Ήρθε το φεγγάρι, τα άστρα στριφογύριζαν κι ύστερα ξανάρθε ο ήλιος.

Δεν ήταν μια σκέτη αναμονή βέβαια. Προσευχόταν, τραγουδούσε, διάβαζε παλιές ιστορίες, μύθους, θρύλους. Την έβδομη μέρα λαγοκοιμήθηκε κάτω από έναν ανέφελο ουρανό, με μια λιβελλούλα να χαϊδεύει τη μύτη της. Άνοιγε τα μάτια και παρατηρούσε τα φτερά της – σαν βιτρό καθεδρικού που άστραφταν στον ήλιο. Ξανακοιμόταν μόλις πετούσε μακριά.

Βροχή, ήλιος, φεγγάρι, αστέρια. Τα άντεξε όλα. Το σποράκι της έσπασε το χώμα, βγήκε ένα στριφτό καταπράσινο βλαστάρι που κοιτούσε τον κόσμο ερωτηματικά. Καθόταν πάνω του και περίμενε για μέρες, μήνες, δεκαετίες.

Ένα αγόρι πέρασε και την είδε. Τη ρώτησε γιατί σκαρφάλωσε στην κορφή του δέντρου.

«Δε σκαρφάλωσα».

 

ΑΔΗΦΑΓΙΑ

Όλα ξεκίνησαν με τον τοπικό διαγωνισμό: Ποιος θα φάει τα περισσότερα χοτ ντογκ. Ο Λου Βερμπέν πήρε την πρώτη θέση στην πόλη του και συνέχισε στο διαγωνισμό της επαρχίας του, όπου βγήκε δεύτερος. Όμως ο νικητής τα ξέρασε όλα γιατί έσπασε το στομάχι του κι έτσι ο Λου βρέθηκε στους εθνικούς αγώνες. Δυστυχώς κατέληξε τρίτος. Τον έφαγε μια κοκαλιάρα Κινεζούλα.

Ο Λου δεν ήταν απ’ αυτούς που το βάζουν κάτω κι έτσι έπιασε την προπόνηση με μανιακό πείσμα. Έφαγε όλα τα χοτ ντογκ στην πόλη του, στην επαρχία, στην πολιτεία, στη χώρα, προξενώντας πρόβλημα σοβαρής έλλειψης υποπροϊόντων κρέατος. Ο Λου ακάθεκτος. Χάμπουργκερ, κρεατόπιτες, γλυκά, αλμυρά – τα πάντα άλεθε ο καταπιώνας του. Πάχαινε και πάχαινε, έγινε σαν μπαλόνι. Σουρεαλιστική εικόνα, ειλικρινά.

Την ημέρα που άρχισε να τρώει αυτοκίνητα, πήρε το δρόμο χωρίς επιστροφή. Ξεκίνησε με μικρά, πρώτα ένα σκουριασμένο Datsun, όμως όσο να τελειώσει η βδομάδα καταβρόχθιζε λιμουζίνες και τανκς.

Κάποια στιγμή άρχισε η σύντηξη υδρογόνου στο στομάχι του, αλλά δεν έδωσε σημασία.

Για να μη μακρηγορούμε, τώρα ο Λου είναι μια μαύρη τρύπα στο Διάστημα, ονόματι Βερμπέν Χ-1, και ρουφάει μέσα της όλο το σύμπαν σιγά σιγά.

 

Ο Πάτρικ Γιοχάνεσον γεννήθηκε το 1973 στον Καναδά. Είναι δάσκαλος τζούντο, ειδικός του ίντερνετ, μανιακός του σινεμά και της νορβηγικής μυθολογίας εξαιτίας των προγόνων του, όπως λέει. Ζει στη Μανιτόμπα με τη γυναίκα του. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά γνωστά περιοδικά επιστημονικής φαντασίας, όπως τα Inter Text, Ecclectica, On Spec, Tesseracts 14 και Daily Science Fiction.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr