«Ερωτική ιστορία» του Αποστόλη Ηλιόπουλου

«Ερωτική ιστορία» του Αποστόλη Ηλιόπουλου

Η ιστορία του θα ξεκινούσε όπως όλες οι ερωτικές ιστορίες που είχε αγαπήσει, με ένα τραγικό γεγονός που θα οδηγούσε σε όλα τα άλλα. Στη συγκεκριμένη ιστορία ο ήρωας θα έχανε την αγαπημένη του μεταξύ δεύτερης και τρίτης σειράς τής πρώτης σελίδας. Περιγραφή του δωματίου, περιγραφή δύο λευκών χεριών που πέφτουν σε λευκά σκεπάσματα γλιστρώντας από τα χείλη του μισοναρκωμένου από πόνο ήρωα, δάκρυα που σταματούν στο πελιδνό μάγουλό της σαν σε ζεστό χιόνι, και μια τελεία, θάνατος.

Έβλεπε τον ήρωά του να κάθεται στην άκρη του δωματίου και να την κοιτά καθώς κοιμάται, και παρότι του φάνηκε κάπως κοινότοπο συνέχισε από εκεί την ιστορία του, πηγαίνοντας πίσω στο χρόνο τους, τότε που πρωτοβγαίναν μαζί κι άνθιζαν και σκορπούσαν χαρά σε μέρα και νύχτα, ή περνούσαν τις ώρες τους διπλά, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο. Είχε ανακαλύψει το τέχνασμα που θα ’κανε κάθε αναγνώστη ν’ αγαπήσει το ζευγάρι, ν’ αγαπήσει τη ζέστη τους, να νιώσει αόρατος παρατηρητής της μέθης που διπλασίαζε η αλήθεια, ξεχνώντας το σίγουρο τέλος που απ’ την αρχή γνώριζε, το θάνατο. Θα ήταν κι οι δυο τους τόσο ανάλαφροι, τόσο παντοτινοί, σαν παιδιά σε πίνακες μεγάλων ζωγράφων, και εκεί θα σταματούσε το πριν και το μετά της ιστορίας τους. Θα ήταν όλα μυθικά, σαν να είναι η ζωή ένα ανερμήνευτο παραμύθι που έφτιαξε ο Θεός για να το παρηγορήσει με την αγάπη.

Οι γνωστοί του, σκέφτηκε, πίστευαν πως ο Θεός ήταν ένα ανερμήνευτο παραμύθι που έφτιαξε ο άνθρωπος. Όμως αν στη φαντασία του αυτό ανατρεπόταν, αν εδώ η αντίστροφη εκδοχή γινόταν πιστευτή, ίσως να ζωντάνευε αυτόν τον Θεό, ίσως να τον έφερνε μάλιστα κάπου στη δική του ιστορία, στη ζωή του.

Χτύπησε το κουδούνι. Χτύπησε και δεύτερη φορά. Σηκώθηκε απ’ το γραφείο του και άνοιξε. Ήταν εκείνη. Για εκείνη τα έκανε όλα, για εκείνη έγραφε τις λέξεις, για εκείνη υπήρχε. Δεν την περίμενε, είχαν πει πως θα βρίσκονταν την επόμενη μέρα, αλλά του είχε κάνει έκπληξη. Τον αγκάλιασε. Τον τύλιξε με το κασκόλ της. Τον ρώτησε πώς πάει το γράψιμο της σκηνής, και αυτός απάντησε αδιάφορα τάχα, «νομίζω όχι άσχημα». Πάντως δεν θα την άφηνε να διαβάσει τη σελίδα, ήταν μια αναγκαία συνθήκη για να πιάσει το κόλπο του.

Πέρασαν το βράδυ μαζί και την επόμενη μέρα ανέβηκαν στο βουνό. Στην ιστορία του το βουνό ήταν πράσινο και δασοστεφές και οι δυο ήρωες έτρεχαν παρασυρμένοι από τον οίστρο σαν πέταλα στο νερό, τα πόδια τους δεν έβρισκαν σχεδόν το χώμα. Μια στιγμή την άγγιξε. Το στήθος της έτρεμε στα χέρια του, έτρεμε και εκείνος, λες κι ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε το κορμί της, ζεστό, ιδρωμένο. Κοιτάζονταν σαν να πονούν κι ήταν τέτοια η επιθυμία των κορμιών τους που γίνονταν πραγματικοί, λαχανιασμένοι από τρυφερότητα, κοντινοί πια, με καυτά μάγουλα δίπλα στον κορμό που τους χώριζε πριν φιληθούν. Ύστερα την έπιανε, την άφηνε να χουχουλιάσει στα μπράτσα του και της έδειχνε τα δέντρα, τ’ αγκαλιασμένα κλαδιά τους, τις ρίζες και τις ψυχές τους που πλέκονταν, κι εκείνη χαμογελούσε και τον άκουγε παραδομένη με κλειστά μάτια. Η φωνή του μέσα της ήταν ένας ήλιος μέσα σε όνειρο.

Έκλεινε έτσι ένα πολύ τρυφερό κεφάλαιο της ιστορίας του. Το βράδυ πάλι θα χώριζαν. Είχαν περάσει μαζί τις δυο τελευταίες μέρες κι εκείνη ήταν γαλήνια, σαν να μην είχε γραφτεί ποτέ το παραμικρό. Δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν πια και στέκονταν όρθιοι και κάθονταν κάτω στο πεζούλι και τη φιλούσε στην εξώπορτα κι αργούσε να μπει. Ήταν εκείνη που μια ζωή αναζητούσε, αυτή που θα ύφαινε το μέλλον του, θα ζούσαν για πάντα μαζί.

Οδήγησε μέχρι το σπίτι του μόνος και σκεφτόταν την ιστορία. Ήταν τόσο φορτισμένος απ’ τις ιδέες, ώστε δεν κατάλαβε πότε πήρε πάλι την πένα στα χέρια του για να προχωρήσει.

Οι μέρες περνούσαν, εκείνη έλειπε κι αυτός τη σκεφτόταν και έγραφε. Η ιστορία προχωρούσε και από το μυαλό του ξεχύνονταν εικόνες, ήχοι, δράση και συγκίνηση. Το χέρι του έτρεχε πάνω στο χαρτί, το μελάνι ξεχείλιζε μ’ επεισόδια τις σελίδες. Του φαινόταν ότι κι αυτό ήταν κομμάτι της ιστορίας του και φανταζόταν την περιγραφή ενός ποταμού που χυνόταν από την πένα κι άφριζε στο χαρτί παρασέρνοντας σ’ ένα είδος λατρείας. Μάθαινε τα νέα από τους γονείς της, αλλά δεν ανησυχούσε, δεν στενοχωριόταν, και συνέχιζε με αυξανόμενο ζήλο να γράφει.

Επιτέλους του επιτράπηκε να τη δει. Δεν τον άφησαν να της πάει λουλούδια, τον προετοίμασαν πως μετά την εγχείρηση πολλά έχουν αλλάξει, να ’ναι ψύχραιμος.

Προχωρούσε στο διάδρομο, σχεδόν έτρεχε παρασυρμένος, προσπερνώντας έναν-έναν τους αριθμούς στις πόρτες, ώσπου είδε τους γονείς της έξω από το δωμάτιο, άδειους, στερεμένους. Μπήκε και την είδε. Το κεφάλι της ήταν τυλιγμένο σε γάζες κι είχε τα μάτια κλειστά. Είχε χάσει την όρασή της και δεν μπορούσε να μιλήσει. Το στόμα της είχε μια κλίση προς τα δεξιά. Για λίγο ξέχασε το σχέδιό του, την ιστορία του, κι έπεσε πάνω της με αναφιλητά και λυγμούς. Εκείνη τον κατάλαβε και τον αγκάλιασε. Φίλησε τα χείλια της που ανταποκρίθηκαν σε μια παραμορφωμένη προσπάθεια με σάλιο. Έπρεπε να φύγει αμέσως. Βγαίνοντας στο διάδρομο η μητέρα της είχε καταρρεύσει. Ίσα που άκουσε τον πατέρα τής αγαπημένης να τον φωνάζει καθώς έτρεχε στο σπίτι για να πάρει το βιβλίο του. Τώρα πια έπρεπε να το συνεχίσει δίπλα της, να προλάβει.

Δεν είχε υπολογίσει καλά τον χρόνο. Το βιβλίο βρισκόταν στη μέση, δεν αρκούσε για να εξηγήσει πολλά πράγματα, να περιγράψει το παρελθόν, ν’ αναδείξει τον χαρακτήρα των ηρώων του, ούτε καν να αναφερθεί στα γεγονότα που έφεραν την αγαπημένη του ηρωίδα στο χείλος του θανάτου. Ο γιατρός δεν άφηνε περιθώρια. Τα πράγματα δεν είχαν πάει καθόλου καλά. Από στιγμή σε στιγμή θα συνέβαινε. Μπορεί προηγουμένως να έπεφτε και σε κώμα. Κάθισε δίπλα της κι έγραφε, ενώ εκείνη ανασήκωνε λίγο τα χέρια της ψάχνοντας τα δικά του. Ήξερε πως δεν είχε χρόνο. Αγνόησε τις τυφλές της εκκλήσεις, έγραφε μόνο και την κοιτούσε, χωρίς να την αγγίζει, χωρίς να μιλά. Γονείς και συγγενείς τού φαίνονταν σαν άνευρο τσίρκο, που περνούσε για να τη χαιρετήσει σαν μπροστά από κλουβί με νεκρά αηδόνια, αλλά εκείνη δεν είχε φύγει ακόμα.

Κι έφτασε γρήγορα η τελευταία ώρα, σημείο εκβολής της ζωής της, και το δωμάτιο γέμισε γιατρούς και νοσοκόμες που προσπαθούσαν να τον σηκώσουν, και μόνο έτσι κατάλαβε εκείνη ότι ήταν ακόμα κοντά του. Αυτός ήταν εκεί, δοσμένος, αμετακίνητος. Ήταν τόσο πολύ εκεί που ο χώρος τον είχε δεχτεί, ένα ανθρώπινο έπιπλο για τέτοιες περιστάσεις, ένα έπιπλο που γέμιζε βιαστικές σελίδες. Ο πατέρας της έδινε οδηγίες, έβριζε ή θρηνούσε ανήμπορος, τον χτυπούσε αγανακτισμένος, αλλά εκείνος συνέχιζε δίπλα της να γράφει. Μανιασμένος έσκυβε στο χαρτί και δεν σταματούσε για να κοιτάξει τη μητέρα της να συσπάται και να λιποθυμά την ώρα που οι νοσοκόμες την έβγαζαν από το δωμάτιο. Ούτε όταν ξαναμπήκαν να σύρουν κι αυτόν έξω δεν σήκωσε το βλέμμα του να τη δει για τελευταία φορά ζωντανή.

Στην τελευταία σελίδα της ιστορίας του, ο ήρωάς του παρακαλούσε να γίνει ένα θαύμα, καθώς τα χέρια της έπεφταν αναίμακτα στα σκεπάσματα κι ήταν η προσευχή του τόσο απαιτητική, η κραυγή της ψυχής του τόσο ρητή κι αδιαπραγμάτευτη, που ο Θεός του βιβλίου του αναγκάστηκε να ξυπνήσει την αγαπημένη του, σαν να ήταν τα όνειρα απλώς το σεντόνι πάνω στο οποίο θα το άφηνε για να ξεχαστεί και να κλάψει.

Ο Αποστόλης Ηλιόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Σπούδασε κοινωνιολογία και σκηνοθεσία. Μικρού μήκους ταινίες του έχουν συμμετάσχει και βραβευτεί σε διεθνή φεστιβάλ. Ζει στην Αθήνα και διευθύνει τα κινηματογραφικά εργαστήρια στον Δήμο Περιστερίου και στον Δήμο Καλλιθέας. Αυτόν τον καιρό ασχολείται με την παραγωγή της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του. Ετοιμάζει για έκδοση την ποιητική συλλογή του Κι εσύ, πατέρα Καίσαρα; 

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ρωξάνη» της Ηρώς Νικοπούλου

Πάλι μου μίλησε απότομα. Τελευταία το ’χει παρακάνει. Είναι καιρός που την παρατηρώ, όλο νεύρα είναι και το μούτρο της στρυφνό σαν να ‘χει στομαχόπονο. Και δεν εξηγεί κιόλας, να πει τι έχει, τι την...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Δύο ιστορίες του Δανιήλ Χαρμς

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη   Τετράδιο Μου δώσανε ένα χαστούκι. Καθόμουν κοντά στο παράθυρο. Ξαφνικά κάτι σφύριξε στον δρόμο. Έσκυψα από το παράθυρο κι έφαγα ένα χαστούκι. Κρύφτηκα ξανά στο σπίτι. Και να που τώρα το μάγουλό μου καίει, όπως...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Damnatio memoriae» της Κωνσταντίας Χατζησάββα

Το μοναστήρι Το κελί βρίσκεται στη δυτική πλευρά του μοναστηριού. Στο λιθόκτιστο τοίχο απέναντι από τη στενή και χαμηλή πόρτα της εισόδου, που για να περάσω πρέπει να λυγίσω το κορμί, ανοίγεται ένα ορθογώνιο...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER