«Η επιλογή» της Φωτεινής Τέντη

«Η επιλογή» της Φωτεινής Τέντη

Τότε που όλα βρίσκονταν μακριά, όλα ήταν πλάκες και κάγκελα και γλάστρες στο μπαλκόνι, όλα ήταν ο κόσμος που πήγαινε κι ερχόταν, ο φούρνος απέναντι και παιδιά που έπαιρναν τυρόπιτες, και πλάκες στο πεζοδρόμιο, τις είχες μετρήσει όλες, ήταν 33, μία σπασμένη στην τέταρτη σειρά, στην όγδοη είχαν φυτρώσει χόρτα και όταν έβρεχε γλιστρούσαν τα παιδιά που περνούσαν για να πάνε σχολείο. Τότε, στεκόσουν μέσα από τα κάγκελα ώρες ολόκληρες, ήξερες τις συνήθειες της γειτονιάς, τις είχες καταγράψει στο μυαλό, πίσω από τα μάτια σου, είχες πολύ όμορφα μάτια, όλοι το έλεγαν, το ένα πράσινο, το άλλο κιτρίνιζε κάπως, μια κίτρινη σπείρα γύρω από την κόρη και όλοι γυρνούσαν να σε κοιτάξουν, έμεναν τα βλέμματά τους πάνω σου για ώρα, άλλοι χαμογελούσαν, άλλοι συνοφρυώνονταν, μπορεί κάποιοι να καταλάβαιναν, να μύριζαν την αγωνία σου πίσω από τα κάγκελα, κανείς δεν προσπάθησε να σε πάρει από εκεί, όλοι έκαναν ότι δεν ήξεραν, τον φοβόντουσαν, μπορεί.

Σε πήρε, σε άρπαξε από το δρόμο, μια μέρα ξαφνικά, εκεί που έπινες νερό, ήταν καλοκαίρι, ζέστη πολλή κι εσύ έπινες νερό, τότε ήταν όλα λαμπρά, και κόκκινα και κίτρινα και πορτοκαλιά, ο ήλιος ήταν ψηλά και έκαιγε, έπινες με ατέλειωτη δίψα το νερό, η σκόνη είχε σταθεί στον αέρα και έπρεπε να τη διασχίσεις για να προχωρήσεις, τότε σε άρπαξε. Δεν πρόλαβες να ξεδιψάσεις, τον εαυτό σου δεν θα τον συγχωρήσεις ποτέ που ξεχάστηκες και δεν τον κατάλαβες, που είχες κλείσει τα μάτια σου, το ένα το πράσινο και το άλλο το κίτρινο και απολάμβανες τη δροσιά του νερού, είναι υπνωτιστική η δροσιά του νερού, και το στομάχι που γεμίζει όταν έχεις να φας δυο μέρες, σε αποδυναμώνει, χάνεις, χάνεσαι, ξεχνάς τον κόσμο, και τότε βρίσκουν ευκαιρία οι άντρες σαν κι αυτόν να αρπάζουν, να επιτίθενται, να κατακτούν, σε πήρε μαζί του κι εσύ δεν αντιστάθηκες, σε είχε κοιμίσει η δροσιά του νερού, ίσως και να έφταιγε ότι δεν ήσουν μόνη. Η φουσκωμένη σου κοιλιά μπορεί να έφταιγε, περίμενες τα παιδιά σου και ήσουν κουρασμένη και χαρούμενη και φοβισμένη, έτσι σε πέτυχε, γκαστρωμένη, με παιδιά μες στην κοιλιά, ίσως γι’ αυτό να μην του αντιστάθηκες, είχες μια κρυφή ελπίδα ότι εκείνος ήταν που θα άλλαζε τη μοίρα της φάρας σου.

Αφημένες από τα αρσενικά, ο πατέρας σου την άφησε τη μάνα σου μόλις μύρισε πως ήταν έγκυος, η λιγνή της σιλουέτα θα παραμορφωνόταν, θα μεγάλωνε πλάσματα που θα τα αγαπούσε περισσότερο απ’ αυτόν, όχι πια μόνο ερωμένη αλλά και μάνα, ίσως πιο πολύ μάνα. Όταν ήρθε ο άντρας και σε άρπαξε, λίγο μέσα σου κύλησε η ελπίδα ότι μπορεί και να μην ήταν σαν τους άλλους και αφέθηκες στην αγκαλιά του, σε πήγε σπίτι, πρώτη φορά είχες ένα σπίτι, ήταν ψηλά, πάνω από τ’ άλλα μπαλκόνια, με γυαλισμένα έπιπλα, αφράτα βελούδα, παρκεταρισμένα μάρμαρα και ένα μεγάλο μπαλκόνι με γλάστρες, με πράσινα κάγκελα χαραγμένα με αλουμινένια πουλιά, εκεί σε εγκατέστησε, πρώτη φορά δεν έπρεπε να ψάξεις για φαΐ και νερό, τα φρόντιζε όλα εκείνος, κοιμόσουν μαζί του.

Θα γεννούσες τα παιδιά σου, θα ήσουν καλή μάνα, ευχόσουν να ήσουν  καλή μάνα, όχι μόνο στην αρχή αλλά για πάντα, η μάνα σου ήταν η καλύτερη μάνα του κόσμου μέχρι που ενηλικιώθηκες, ήταν τρυφερή, σε αγαπούσε, δεν μπορεί να έκανες λάθος, τότε σε αγαπούσε, μα όταν μεγάλωσες, άλλαξε, σου είπε να πας να ζήσεις μόνη σου, να μη σε ξαναδεί, θα έκανε άλλα παιδιά, της ήσουν βάρος.Τι άλλαξε, δεν έμαθες ποτέ, μόνο ευχόσουν να γίνεις καλύτερη μάνα από κείνη και να αγαπήσεις τα παιδιά σου για πάντα κι όλα αυτά μέσα στο μεγάλο διαμέρισμα με τα γυαλισμένα έπιπλα και τα αφράτα βελούδα, όμως εκείνος ήταν χειρότερος από τους άλλους αρσενικούς, σου τα πήρε τα παιδιά σου, δεν ξέρεις τι τα έκανε, τα έδωσε ή τα σκότωσε, να μη μάθεις ποτέ αν θα γίνεις καλή μάνα, δεν σε ξανάβγαλε από το σπίτι, δεν ξαναπάτησες το δρόμο, τις πλάκες στο πεζοδρόμιο, η βουή του πλήθους ερχόταν μόνο από μακριά, εσύ ήσουν φυλακή, αλήθεια, φυλακή.

Από τότε εγκαταστάθηκες στο μπαλκόνι, δεν ξαναμπήκες μέσα, ούτε τον άφησες να σε χαϊδέψει, μόνο στεκόσουν ακίνητη πίσω από τα κάγκελα, κοιτούσες το δρόμο και τις πλάκες στο πεζοδρόμιο, μερικοί σε έβλεπαν και χαμογελούσαν, μερικοί συνοφρυώνονταν, όταν η σπείρα γύρω από την κόρη γινόταν κατακίτρινη και έλαμπε εκτυφλωτική, γύρναγες και τον κοιτούσες στα μάτια, άλλος θα θαμπωνόταν, εκείνος όμως όχι, εκείνος δεν πήρε ποτέ το βλέμμα του από σένα, πάντα ήταν εκεί, να σου φέρνει φαΐ και νερό, να σε προσέχει. Σε περίμενε, είχε καταλάβει το παιχνίδι σου, ανέβαινες στα κάγκελα, ισορροπούσες με τα πόδια σου μόλις να ακουμπούν στην κουπαστή, έτρεμες, έγερνες πότε στα δεξιά, πότε στα αριστερά, χαιρόσουν να τον ταράζεις, το πάχος μιας τρίχας, αυτή την απόσταση αρκούσε να διασχίσεις για να διαλέξεις κόσμο, τον κόσμο που θα ζούσες, σου άρεσε να τον ταράζεις, μα εκείνος δεν έδειξε ποτέ ταραγμένος, μόνο σε κοιτούσε, αν δεν είχε πάρει τα παιδιά σου, θα μπορούσατε να είχατε ζήσει όμορφα μαζί. Σε κοιτούσε, σε επέβλεπε, περίμενε, περίμενε να αποφασίσεις, σου άφησε αυτή την επιλογή, από ποια μεριά θα έγερνες, δεν σήκωσε ψηλά τα κάγκελα, δεν σε πήρε από το μπαλκόνι, δεν σε κλείδωσε στο υπνοδωμάτιο, δεν σου στέρησε τροφή και νερό, μόνο περίμενε κοιτώντας σε, η αντανάκλαση της κίτρινης σπείρας φαινόταν στα μάτια του, ποιος από τους δύο θα γινόταν ο άλλος;

Τον άφησες να σου χαϊδέψει την πλάτη, να ακουμπήσει την πλατιά, θερμή παλάμη του πάνω στην πλάτη σου, πρέπει τότε να κατάλαβε, σίγουρα κατάλαβε γιατί τα μάτια του γυάλισαν κι εσύ επιτέλους, αποφάσισες, «Συγγνώμη, τις πλάκες που είναι 33, πρέπει να τις πατήσω μία μία, πρέπει να συρθώ πάνω τους, είναι το σταχτί της πόλης και η βουή του πλήθους και οι μηχανές των αυτοκινήτων και η σκόνη, πρέπει να μπω μέσα τους, να τα γευτώ, να τα αγγίξω, συγγνώμη, είναι η φύση μου τέτοια, δεν μπορώ να μείνω άλλο μαζί σου, δεν με άφησες να μάθω αν θα γινόμουν καλή μάνα, δεν γίνεται να μείνω, με τον καιρό θα γίνω εσύ ή εσύ θα γίνεις εγώ και αυτό θα ήταν θανάσιμο».

Δεν χρειάστηκες παρά μόνο μια ανάσα, τόσο κράτησε η έξοδος στο κενό, έγειρες προς το δρόμο, έπεφτες σαν φύλλο από γλάστρα, στριφογυρίζοντας σε σπείρες προς τα κάτω, θυμάσαι τα μάτια του που γυάλισαν, μπορεί και να μισόκλεισαν, όλα έγιναν πλάκες, 33  πλάκες στο πεζοδρόμιο. Προσγειώθηκες με τα πόδια, αίμα, αίμα δεν έτρεξε καθόλου, οι πλάκες έμειναν πεντακάθαρες από τα εσωτερικά σου υγρά, από τα σπλάχνα, τα μυαλά σου, τα σάλια σου, η κίτρινη σπείρα συνέχισε να λάμπει, ήσουν ευτυχισμένη, χοροπηδούσες στο πεζοδρόμιο, πάτησες τα χόρτα αλλά δεν γλίστρησες, δεν ήσουν παιδί, ούτε καν άνθρωπος, δοκίμασες τα νύχια σου πάνω στις πλάκες, σκότωσες ένα σκαθάρι που το είχε σκάσει από κάποιον κήπο, καμπούριασες τη λιγνή σου πλάτη, οι τρίχες της γούνας σου σηκώθηκαν, είχες ακόμα πολλές ζωές να ζήσεις, εκείνος δεν καταδέχτηκε να σε ψάξει, σου πήρε μία από τις ζωές σου, λίγη του πρόσφερες κι εσύ, το έβαλες στα πόδια, θα άρχιζες από την αρχή, λίγο τον λυπόσουν που δεν είχε άλλη ζωή να ζήσει.

 

Η Φωτεινή Τέντη γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Εργάζεται ως μεταφράστρια. Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί στα διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά Φρέαρ και Fractal, όπως και στις ιστοσελίδες Bookpress, Eyelands και 25η ώρα. Επίσης, διήγημά της συμπεριλαμβάνεται στην έντυπη συλλογή των διακριθέντων του διαγωνισμού διηγήματος που διοργάνωσαν το 2015 οι εκδόσεις Μωραΐτη και Εντύποις.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Damnatio memoriae» της Κωνσταντίας Χατζησάββα

Το μοναστήρι Το κελί βρίσκεται στη δυτική πλευρά του μοναστηριού. Στο λιθόκτιστο τοίχο απέναντι από τη στενή και χαμηλή πόρτα της εισόδου, που για να περάσω πρέπει να λυγίσω το κορμί, ανοίγεται ένα ορθογώνιο...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Σάββας ο Θαλασσινός» του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

Του το ‘χε κολλήσει το παρατσούκλι ο καπετάνιος του πρώτου πλοίου που είχε μπαρκάρει, ο κυρ Ανέστης. Του άρεσε. Πιτσιρικάς τότε, δεκαέξι χρονών, πρώτη φορά έφευγε από τον Πειραιά και άφηνε πίσω μάνα πατέρα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ήλιε μια βόλτα έκανες» του Απόστολου Σπυράκη

Ένα βράδυ που με είχαν βάλει περιφρούρηση στο τηλεφωνικό κέντρο της ΚΝΕ, στον όγδοο όροφο επί της Εγνατίας, άκουγα τα «Δακρυσμένα μάτια» σ’ ένα ραδιοφωνάκι, μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση «…στους μεγάλους...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER