«Χιόνι» της Αν Μπίτι

Εσύ τα θυμάσαι διαφορετικά. Θυμάσαι ότι το κρύο εγκαταστάθηκε σταδιακά, ότι μια μικρή καμπύλη φωτός χανόταν από το φεγγάρι νύχτα με τη νύχτα, ώσπου δε σε εξέπληξε πια το γεγονός ότι ο ουρανός ήταν μαύρος, ότι το σκιουράκι έτρεξε να κρυφτεί στα σκοτεινά, και όχι στην πόρτα που οδηγούσε στην απόδρασή του. Οι επισκέπτες μας έλεγαν τις ιστορίες που λένε πάντα οι άνθρωποι. Ένα βράδυ, κάνοντάς μου μάθημα περί διήγησης, είπες: «Οποιαδήποτε ζωή φαντάζει δραματική αν παραλείψεις να αναφέρεις το μεγαλύτερο μέρος της».

Λοιπόν, για την ολοκλήρωση του δράματος: Ξαναπήγα σ’ εκείνο το σπίτι λίγο καιρό πριν. Ήταν Απρίλης, και ο Άλεν είχε πεθάνει. Αντίθετα με την πληθώρα των επισκεπτών, ο Άλεν –έμενε δίπλα– παρέμεινε καλός φίλος στις κακές στιγμές. Κάθισα με τη γυναίκα του στο καθιστικό τους κοιτώντας έξω από τις τζαμένιες πόρτες στην πίσω αυλή, εκεί που ήταν η πισίνα του Άλεν, καλυμμένη ακόμη με το απλωμένο μαύρο πλαστικό για το χειμώνα. Είχε βρέξει, και όπως έπεφτε η βροχή, το κάλυμμα μάζευε όλο και πιο πολύ νερό ώσπου τελικά χύθηκε πάνω στο τσιμέντο. Όταν έφυγα εκείνη τη μέρα, πέρασα μπροστά από αυτό που είχε υπάρξει σπίτι μας. Τρεις ή τέσσερις βολβοί είχαν ανθίσει στην μπροστινή μεριά – ελάχιστες λευκές κουκκίδες, πουθενά ο αγρός του χιονιού. Αισθάνθηκα την αμηχανία τους. Πώς να τον συναγωνιστούν;

Αυτή είναι μια ιστορία ειπωμένη με τον τρόπο που εσύ λες ότι πρέπει να λέγονται οι ιστορίες. Κάποια μεγάλωσε, αγάπησε κάποιον, και πέρασε ένα χειμώνα στην εξοχή με τον αγαπημένο της. Αυτό είναι το βασικό περίγραμμα, και κάθε συζήτηση είναι μάταιη. Είναι τόσο άστοχη, σαν να πετάς σπόρους για τα πουλιά στο χώμα ενώ πέφτει ακόμη χιόνι συνεχώς. Ποιος έχει την απαίτηση να επιζούν τα μικρά πράγματα όταν ακόμα και τα μεγαλύτερα χάνονται; Οι άνθρωποι ξεχνούν χρόνια και θυμούνται στιγμές. Δευτερόλεπτα και σύμβολα απομένουν για να συνοψίζουν τις καταστάσεις: το μαύρο σάβανο πάνω από την πισίνα. Η αγάπη, στην πιο σύντομη μορφή της, γίνεται μια λέξη. Ό,τι θυμάμαι από όλη εκείνη την εποχή είναι μόνο ένας χειμώνας. Το χιόνι. Ακόμα και τώρα, όταν λέω «χιόνι», τα χείλη μου κινούνται για να φιλήσουν τον αέρα.

Χωρίς καμιά αναφορά στον εκχιονιστήρα που σαν να ήταν πάντα εκεί, να καθαρίζει το χιόνι από τον στενό μας δρόμο – μια αρτηρία ανοιχτή, αν και κανείς από τους δυο μας δε θα μπορούσε να πει πού ήταν η καρδιά.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Damnatio memoriae» της Κωνσταντίας Χατζησάββα

Το μοναστήρι Το κελί βρίσκεται στη δυτική πλευρά του μοναστηριού. Στο λιθόκτιστο τοίχο απέναντι από τη στενή και χαμηλή πόρτα της εισόδου, που για να περάσω πρέπει να λυγίσω το κορμί, ανοίγεται ένα ορθογώνιο...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Σάββας ο Θαλασσινός» του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

Του το ‘χε κολλήσει το παρατσούκλι ο καπετάνιος του πρώτου πλοίου που είχε μπαρκάρει, ο κυρ Ανέστης. Του άρεσε. Πιτσιρικάς τότε, δεκαέξι χρονών, πρώτη φορά έφευγε από τον Πειραιά και άφηνε πίσω μάνα πατέρα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ήλιε μια βόλτα έκανες» του Απόστολου Σπυράκη

Ένα βράδυ που με είχαν βάλει περιφρούρηση στο τηλεφωνικό κέντρο της ΚΝΕ, στον όγδοο όροφο επί της Εγνατίας, άκουγα τα «Δακρυσμένα μάτια» σ’ ένα ραδιοφωνάκι, μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση «…στους μεγάλους...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER