«Τα εύρετρα» της Δώρας Κασκάλη

Ήταν η μόνη ξεκούρασή της αυτές οι ιστορίες, αλλά ο Λαυρέντης δεν ήθελε βιβλία στο σπίτι, ειδικά τα αισθηματικά που φούσκωναν τα μυαλά των γυναικών και είχαν μετά παράλογες απαιτήσεις που δεν ταίριαζαν στο φύλο και τη θέση τους. Η κόρη της, πάλι, την κορόιδευε για την αγραμματοσύνη της, για την αφέλειά της να πιστεύει στις ευκολίες των φυλλάδων που μοσχοπουλούσανε πατώντας στις συναισθηματικές ελλείψεις των γυναικών. Ωραίους λόγους έβγαζε στην εφηβεία της, αγορασμένους με ιδιαίτερα που ξεχρέωσε με κάμποσες σκάλες η ίδια και ένα τραγικό εργατικό ατύχημα στη σωληνουργία ο άντρας της.

Προς το παρόν κάνει μια βόλτα για να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη. Από μια άποψη, αυτό το πενηντάευρο που ήρθε από το πουθενά αποδεικνύεται μεγάλη σπαζοκεφαλιά. Τουλάχιστον πριν από μισή ώρα που ήταν ρέστος, ντιπ στεγνός από χάρτινα και κέρματα, ήξερε πώς είχε η κατάσταση. Μοιρολατρία, ξεμοιρολατρία, ήταν γενικώς και αορίστως υπόχρεος απέναντι σε όλους. Τώρα, αν διαλέξει να αξιοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο αυτό το αναθεματισμένο πενηντάευρο, υπάρχει κίνδυνος οι διάφοροι πιστωτές του να μάθουν ότι κυκλοφορεί με χρήμα και τότε να έχει πιο άσχημα ξεμπερδέματα.

Του έλεγε ψέματα ότι τα είχε κόψει μαχαίρι, αλλά αυτή ξενυχτούσε διαβάζοντάς τα και τα έκρυβε μετά μέσα στον καναπέ-κρεβάτι της κουζίνας. Ήταν δίκαιο να κρατάει μερικά ψιλά από το μεροκάματο για το μεράκι της, αφού ποτέ της δεν ξόδεψε για ντύσιμο ή άλλες πολυτέλειες και όλα τα λεφτά της πήγαιναν πάντοτε στο κοινό ταμείο που διαχειριζόταν ο Λαυρέντης. Και ήταν άδικο να την κάνει να νιώσει σαν κλέφτρα, όταν εκείνο το βράδυ την τσάκωσε με το βιβλίο στο χέρι –Έρωτας μέχρι την άκρη του κόσμου, ακόμη θυμάται τον τίτλο του– να προσπαθεί να διαβάσει με το φως απ’ το καντήλι. Είναι σίγουρη ότι ευχήθηκε κάτι βαρύ και σκοτεινό μπροστά στο εικόνισμα, γιατί μια μέρα μετά ο άντρας της έπεσε από μια εσωτερική σκάλα και έσπασε το κεφάλι του πάνω σε μια πυραμίδα από χοντρές μεταλλικές σωλήνες.

Τριγυρνάει άσκοπα στην παλιά γειτονιά του, εκεί που ήταν κάποτε το πατρικό του –ένα στενάχωρο τριάρι σε μια παμπάλαια πολυκατοικία, όπου στοιβάζονταν προ αμνημονεύτου η αφεντιά του μαζί με τις ζωές άλλων έξι ανθρώπων, των τριών πεθαμένων τώρα πια, μάνα, πατέρας και μεγάλος αδερφός, και των άλλων τριών, ένας μεγαλύτερος και δύο μικρότερες αδερφές, πιο ξένων κι απ’ τους ξένους– και φτάνει στο πέτρινο σχολείο του που, ανακαινισμένο και βαμμένο με ζωηρά χρώματα, κρατάει ακόμη κάτι από την παλιά του δόξα.

Σα να το ζει στο τώρα. Ο Λαυρέντης να ρίχνει στη σόμπα ανά πεντάδες τα βιβλία της και η μικρή χαιρέκακα να στέκεται από δίπλα και να κάνει χώρο με τη μασιά για να μπουν οι φτηνοί της έρωτες στο οικογενειακό Άουσβιτς. Κρίμα που η τελευταία ανάμνηση από τον άντρα της είναι ποτισμένη με πικρία, που της κράτησε και μετά από την κηδεία, για κάμποσα χρόνια, όταν ακόμη υπήρχαν ελπίδες να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Και η κόρη της αγέρωχη, άκαμπτη, να της αρνείται όχι μόνο το ξέχασμα στο ψέμα, αλλά και την υπόνοια μιας δεύτερης ζωής με ένα νέο σύζυγο. Δεν θα ήταν καμιά μεγάλη αγάπη: ένα γεροντοπαλίκαρο που ήθελε σπιτικό φαγητό, μια καθαρή φανέλα κι ένα ζευγάρι ζεστά πόδια στο κρεβάτι του, ένας καλός άνθρωπος που πρόσφερε το κομπόδεμά του για να την ξεκουράσει από τα βρομόνερα και τις ατέλειωτες σκάλες.

Δεν μπορεί να θυμηθεί τον εαυτό του παιδάκι. Όλες οι παλιές φωτογραφίες χαθήκανε ανάμεσα σε τρεις μετακομίσεις σε ολοένα και πιο φτωχικά και μίζερα σπίτια. Κάποτε, πάνε πολλά χρόνια, θα τριγυρνούσε κι αυτός με κοντά παντελόνια και μια ξεφτισμένη σάκα –τρίτο χέρι από τους δυο μεγαλύτερους αδερφούς–, ίσως με το ίδιο πεινασμένο μάτι για κανένα παγωτό ή καμιά σοκολάτα από το περίπτερο του Γκόρα. Σκεφτόταν άραγε για το αύριο; Τότε. Είχε όνειρα; Έκανε σχέδια με το μικρό μυαλό του που μονάχα ήξερε μέχρι τρεις δρόμους παρακάτω;

Μόνο ο γιος της την ένιωθε, αλλά τον έχασε κι αυτόν νωρίς. Εκείνο το βράδυ, όταν πήγαν να κοιμηθούν οι άλλοι στα ανάλαφρα και δίκαια κρεβάτια τους, άρχισε να σκαλίζει το παλικαράκι της μέσα στις στάχτες για να περισώσει το σώμα κάποιου Άλμπερτ ή Κρίστιαν με φαρδουλούς ώμους και δυνατά χέρια. Τον βρήκε, μαυριδερό και λυπημένο, να κοιμάται μέσα στην άδεια ντιβανοκασέλα και το πήρε για κακό σημάδι, λες και δοκίμαζε τον τάφο του.

Όταν κοιμόταν, σαν μικρότερος, με τις αδερφές του, ένιωθε τα μισοξινισμένα χνότα τους να του χαϊδεύουν τα μάγουλα και τα μάλλινα τερλίκια τους να του ιδρώνουν τις άχαρα μεγάλες πατούσες του και ξυπνούσε το πρωί μέσα στη γλύκα. Πρέπει να αγαπιόντουσαν τότε κι ας τον έχουν σήμερα ξεγραμμένο. «Ρεμάλι» τον είπε ο γαμπρός του και η μικρή δεν έβγαλε κιχ, παρά έστριψε το κεφάλι από την άλλη. Καλοπαντρεύτηκαν και τον ξέγραψαν. Μόνο ο μεγάλος τού στάθηκε, έφερνε κανένα τσιγάρο και τα νέα της οικογένειας σε κείνα τα πένθιμα επισκεπτήρια. Πέθανε ο πιο αγαθός απ’ όλους τους, «ένας Χριστός της γειτονιάς» που έλεγε κι εκείνο το τραγούδι που άκουγε τόσο συχνά από το τρανζίστορ του Νώντα, όταν δούλευε μερικά μεροκάματα στη συνοικιακή βιοτεχνία επίπλων, μόλις «αποφοίτησε» από τα Διαβατά. Απ’ τους γονείς του έχει τις λιγότερες μνήμες: ο πατέρας χαμένος μέχρι αργά το απόγευμα στο εργοστάσιο και η μάνα μέσα σε μια κουζίνα να βάζει ολημερίς την κατσαρόλα για να γεμίσουν οι κοιλιές τόσων ανθρώπων. Ανάμεσα στις φροντίδες, πού χρόνος για μια γεμάτη αγκαλιά. Ακόμα θυμάται που του σκούπιζε τα μάτια με την ανάποδη της ποδιάς της, όταν μαλώνανε με τον δεύτερο: κακοπαθημένο πανί που μύριζε ντομάτα, λαδίλα και καθαρό ιδρώτα. Με το μαράζι του πήγανε πριν της ώρας τους, έτσι του πέταξε κατάμουτρα η Φρόσω, η άλλη του αδερφή. Αλλά η μάνα του ταλαιπωριόταν πολλά χρόνια με τον καρκίνο, απ’ όταν ήταν έφηβος –«παιδί μετρημένο, με το κατηχητικό του και σεμνό σαν κορίτσι», έτσι δεν είπε ο παπα-Σταύρος όταν πήγε για μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του;– κι ο πατέρας έπαθε εγκεφαλικό μπαμ και κάτω. Μεγάλη προστυχιά να του φορτώσουν στην καμπούρα του και δυο θανάτους οι καλοβολεμένοι. Αυτός έκανε τη θητεία του και ξεμπέρδεψε μια και καλή. Ούτε και καταδέχτηκε ποτέ να τους προσπέσει για να βγάλει το μήνα. Μόνο ο μεγάλος τού άφηνε εκείνους τους τσίλικους αεροπορικούς φακέλους με κάμποσα χάρτινα μέσα, στην τακτική του επίσκεψη κάθε μήνα στο πνιγηρό δυάρι του. Αφότου έφυγε και κείνος, δεν θα τους ξαναδεί, μήτε στις χαρές μήτε στις λύπες τους. Αν έχει ανάγκη από αγκαλιά, θα πηγαίνει στης Τζώρτζιας, αν έχει ανάγκη από καλοσύνη, θα πηγαίνει μέχρι τα μνήματα ν’ ανάψει το κεράκι του στους νεκρούς του, αν έχει ανάγκη από ρευστό κι η τύχη του στο χαρτί τον εγκαταλείψει για τα καλά, θα βοηθάει στη λαχαναγορά εκείνο το καλό παιδί από το Καζαχστάν.

Η πιο σκληρή απ’ όλους έμεινε δίπλα της, γαντζωμένη σε μια ζωή άτεγκτη που κουνάει το δάχτυλο και επαναφέρει στην τάξη τους παραστρατημένους. Αλλά σήμερα δεν θα πάει, αν και πεθύμησε τα εγγόνια της. Ο Λαυρεντάκος φέρνει του γιου της γι’ αυτό και η κόρη της τον ελέγχει καθημερινά, φτιάχνοντας γύρω του μια θηλιά που σφίγγει κάθε φορά που ο μικρός διεκδικεί το αναφαίρετο δικαίωμά του για λίγη ξένοιαστη ελευθερία. Πόσα βιβλία έχει να κάψει στο νεότευκτο τζάκι της η αδέκαστη δικτάτορας. Αυτή, όμως, θα δίνει τα πενηντάρικά της στο μικρό για να ζει τα όνειρά του στο φως κι όσο μπορεί, να μην τα παραχώνει σε καμιά κασέλα, να μην τα θάβει για να κρατάει ευχαριστημένους τους αρνησίες της χαράς. Και τώρα ακόμη που ανακάλυψε πως έχασε το δώρο της που φύλαγε για το παιδί, δεν θα το πάρει αυτή τη φορά για κακό σημάδι. Τον επόμενο μήνα, λιγότερος καφές, λιγότερο πετρέλαιο και το χαπάκι της από ολόκληρο μισό και θα μαζευτεί το αναγκαίο αντίτιμο για λίγη καταπραϋντική, ανθρώπινη ουτοπία.

Καλύτερα που δεν σκέφτεται και πολύ τα παλιά. Δεν έχει και κανένα νόημα να κάνει στην κατάστασή του κούφιους απολογισμούς. Αυτά που τον απασχολούν είναι πιο καθημερινά και άχαρα, της επιβίωσης. Μόνο που αφήνοντας πίσω του τη βαριά πράσινη καγκελόπορτα του σχολείου και το γηπεδάκι των παιδικών του χρόνων –ματωμένα γόνατα και σκισμένα τα καταμπαλωμένα ρούχα του, επανέρχεται η επίμονη μνήμη– που έγινε πριν από καμιά εικοσαετία πολυκατοικία πολυτελούς κατασκευής με πυλωτή, νιώθει να τον καίει στην τσέπη του το πενηντάευρο από τη λειψή σύνταξη της γριάς.

[Από την προς έκδοση συλλογή διηγημάτων Παροπλισμένοι]

Η Δώρα Κασκάλη ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Το 2010 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων της Στο τρένο από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης (υποψήφιο στη βραχεία λίστα των βραβείων του Διαβάζω στην κατηγορία του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα). Τον Νοέμβριο του 2011 κυκλοφόρησε από τις ίδιες Εκδόσεις το μυθιστόρημά της Κάτω. Από τον Οκτώβριο του 2012 διανέμεται ελεύθερα σε μορφή e-book με άδεια Creative Commons από την ανοικτή βιβλιοθήκη OPENBOOK η νουβέλα της Πέντε ζωές κι ένα μυθιστόρημα (http://www.openbook.gr/2012/10/kaskali.html). Αυτή την περίοδο γράφει τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων της, που ευελπιστεί να εκδοθεί το 2013. Διατηρεί τη στήλη «Ακουστικός τηλέγραφος» στο webzine τέχνης, ΝΤΟΥέΝΤΕ (http://duendemagazine.gr/).

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ρωξάνη» της Ηρώς Νικοπούλου

Πάλι μου μίλησε απότομα. Τελευταία το ’χει παρακάνει. Είναι καιρός που την παρατηρώ, όλο νεύρα είναι και το μούτρο της στρυφνό σαν να ‘χει στομαχόπονο. Και δεν εξηγεί κιόλας, να πει τι έχει, τι την...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Δύο ιστορίες του Δανιήλ Χαρμς

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη   Τετράδιο Μου δώσανε ένα χαστούκι. Καθόμουν κοντά στο παράθυρο. Ξαφνικά κάτι σφύριξε στον δρόμο. Έσκυψα από το παράθυρο κι έφαγα ένα χαστούκι. Κρύφτηκα ξανά στο σπίτι. Και να που τώρα το μάγουλό μου καίει, όπως...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Damnatio memoriae» της Κωνσταντίας Χατζησάββα

Το μοναστήρι Το κελί βρίσκεται στη δυτική πλευρά του μοναστηριού. Στο λιθόκτιστο τοίχο απέναντι από τη στενή και χαμηλή πόρτα της εισόδου, που για να περάσω πρέπει να λυγίσω το κορμί, ανοίγεται ένα ορθογώνιο...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER