ΠΡΕΣΠΕΣ ΚΑΙ ΑΧΡΙΔΑ

ΠΡΕΣΠΕΣ ΚΑΙ ΑΧΡΙΔΑτου Τηλέμαχου Κώτσια

Πετάμε για Παρίσι με την Ολυμπιακή. Μ’ αρέσει πολύ το όνομα της εταιρείας, μου υπενθυμίζει ότι πετάμε πιο ψηλά από το θρόνο των θεών, τον Όλυμπο. Ακόμα και το όνομα του αεροδρομίου μού δίνει μια έπαρση. Με κάνει να φαντάζομαι τον εαυτό μου Ελευθέριο Βενιζέλο, με την καμπαρντίνα να ανεμίζει μπροστά στο αεροπλάνο και τους φωτογράφους να με κυνηγούν για την τελευταία φωτογράφιση πριν από το ταξίδι στην Ευρώπη. Πάω για διαπραγματεύσεις.

Έχω θέση δίπλα στο παράθυρο και αγναντεύω το χάος. Είμαι σίγουρος ότι το ίδιο χάος πρόσεχε τότε και ο Βενιζέλος. Ίσως να τον τρόμαζε κι εκείνον, όπως κι εμένα. Εκείνος ήξερε και το αντιμετώπιζε στις διάφορες μορφές του: πολιτικό χάος, εθνικό χάος, που εγώ δεν τα πολυφοβάμαι γιατί αδυνατώ να τα διακρίνω. Ο τρόμος του κενού υπάρχει μόνο για όσους το βλέπουν.

Για μια στιγμή φαντάζομαι τον εαυτό μου αλεξιπτωτιστή αλλά έντρομος παραιτούμαι αμέσως από τη σκέψη.

Δίπλα μου έχω ένα άγνωστο κορίτσι με πράσινα μάτια. Γεμάτα διαύγεια και ηρεμία. Μάλλον Γαλλιδούλα. Στρέφει κι αυτή το βλέμμα της στο παράθυρο, πίσω από την πλάτη μου. Κοιτάζει κάτω και η διαύγεια των ματιών της μεταδίδεται σε όλη την ατμόσφαιρα. Μέχρι τα πηχτά βάθη. Θέλω να της το πω αλλά τα γαλλικά μου δε με βοηθούν. Γυρίζω και κοιτάζω ξανά τα μάτια της. Ήρεμα, με τις κόρες αλφαδιασμένες στο κέντρο.

Μας ανακοινώνουν ότι πετάμε πάνω από την Κέρκυρα. Η Συμφωνία της Κέρκυρας μου έρχεται ξαφνικά στο μυαλό. Είμαστε στα τόσες χιλιάδες πόδια. Αναρωτιέμαι γιατί μετρούν τα ύψη με πόδια, σαν να τα θεωρούν δουλειές του ποδαριού.

Παρατηρώ το ανάγλυφο του χώρου. Μάλλον τσαντισμένος θα ήταν ο Θεός όταν έφτιαχνε τούτα τα μέρη…

Σχεδόν βγαίνουμε από την ελληνική επικράτεια. Προσπαθώ να διακρίνω τα σύνορα μεταξύ των δυο χωρών, αλλά μάταια. Ωστόσο διακρίνονται οι δημόσιοι δρόμοι, τα χωριά, τα ποτάμια. Τα σύνορα όμως όχι. Δεν είναι σημαντικά για τη φύση. Μάλιστα ούτε καν υπάρχουν γι’ αυτή.

Το αεροπλάνο παίρνει μια μικρή κλίση, λες και το έκανε ειδικά για μένα, και το τοπίο όλο φαίνεται στο πιάτο. Να η Λιμνοθάλασσα του Βουθρωτού, με την πνιγμένη πόλη, τα Στενά της Κέρκυρας. Τόσο στενά, που καταλαβαίνω αμέσως γιατί δεν επέτρεψαν στην Ελλάδα να τα κατέχει. Θα ήταν πολύτιμη στρατιωτική θέση για το Ναυτικό. Απέναντι, στην Ήπειρο, η Μουργκάνα, γκρίζα σαν ελέφαντας, βόσκει στην πρασινάδα. Τα βουνά της πατρίδας μου, γυμνά, σαν κοπάδι βόδια στη σειρά. Προσπαθώ να διακρίνω τη Δρόπολη, ανάμεσα στα πόδια των βουνών. Σαν να φοβάμαι μην την ποδοπατήσουν. Να τη! Διακρίνω τους τετραγωνισμένους αγρούς. Έξω από την Ελλάδα οι υποδομές είναι λιγοστές, λιγότεροι δρόμοι, μικρότερα χτίρια. Από το αεροπλάνο γίνεται αμέσως αισθητό. Αν και αόρατα, τα σύνορα έχουν άλλο τρόπο να γίνουν διακριτά. Ρεματιές, χαράδρες, δάση, ανήλια, προσήλια… Πλατανιές, χαλικαριές… αχ, πόσο θα ήθελα να ήμουν εκεί.

«Η πατρίδα μου», λέω στα γαλλικά στη συνταξιδιώτισσα. Εκείνη σηκώνει τα φρύδια σαν τόξα τεντωμένα, με μια έκφραση κατάφασης και θαυμασμού. Τα βλέπουμε όλα αυτά πάνω από την Κέρκυρα. Ίσως και από τα Βρυσερά να βλέπουν το αεροπλάνο που περνάει αυτή τη στιγμή, όπως έβλεπα κι εγώ για σαράντα χρόνια την άσπρη γραμμή που άφηναν τα αεροπλάνα που πετούσαν δίπλα μας. Σαν να περίμενε αυτή η γραμμή να γράψουμε μια μέρα κάτι πάνω της.

Ο κάμπος του Βούρκου, τα Ριζά του Δελβίνου, η Δρόπολη, όλες αυτές οι περιοχές, έξω από την Ελλάδα. Προσπαθώ να διακρίνω λεπτομέρειες από τη Δρόπολη. Τα χωριά της στη σειρά, καθισμένα με τάξη, σαν τα παιδιά στο νηπιαγωγείο. Να και το ποτάμι, ο Ξεριάς· ασπρίζουν τα χαλίκια του, σαν σκελετός φιδιού. Γυμνός κάμπος και ξερός, είχα κουραστεί να τον διασχίζω τόσες φορές με τα πόδια. Τώρα είχα την εντύπωση ότι θα μπορούσα να τον δρασκελίσω με δυο κλίτσες.

Οι ευγενέστατες αεροσυνοδοί μάς έφεραν καφέδες. Όχι ότι τον πολυθέλω, αλλά θα ήταν αγένεια να αρνηθώ το χαμόγελο του ωραίου κοριτσιού.

Είμαι δεμένος με τη ζώνη ασφαλείας, ο χώρος είναι περιορισμένος, έχω δίπλα μου μια ωραία άγνωστη και είμαι ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Πηγαίνω για διαπραγματεύσεις στο Παρίσι.

Στην υγειά σου, αγαπημένη μου Δρόπολη! Νιώθω να με χαιρετάει με το άσπρο της μαντίλι. Τώρα βλέπω με τη φαντασία μου τα σύνορα και η Δρόπολη είναι εκτός. Το σύνορο έκανε μια παράκαμψη για να μην τη συμπεριλάβει εντός της Ελλάδος. Θα μπορούσε να μην είχε γίνει αυτή η παράκαμψη.

Λοιπόν, θα πάω να μιλήσω για τα σύνορα στο Παρίσι. Δεν ξέρω πώς μου ’ρχεται και σιγοτραγουδώ: Στης Δερόπολης τον κάμπο / Δέντρο ήταν φυτρωμένο / Και στον ίσκιο του από κάτω / Παλικάρι ξαπλωμένο. Ένα τραγούδι για ένα μοναχικό δέντρο και για ένα άγνωστο παλικάρι από τη Δρόπολη. Εδώ πάνω αυτό το τραγούδι είναι η μόνη σύνδεση με τη γενέτειρά μου, με τη γη, με κάτι κύματα της ψυχής που καμία συσκευή δεν μπορεί να τα εντοπίσει.

Το βλέμμα εκτείνεται πολύ μακριά στον ορίζοντα και η Δρόπολη τώρα φαντάζει ασήμαντη. Προσπαθώ να διακρίνω στο βάθος τις δυο λίμνες των Βαλκανίων, τις Πρέσπες και την Αχρίδα. Στο μάθημα της Γεωγραφίας με είχε βάλει ο δάσκαλος τιμωρία να τις πω εκατό φορές. Πρέσπες κι Αχρίδα, Πρέσπες κι Αχρίδα… κι εγώ από το πείσμα μου τις έκανα αισχρόλογα, κάτι σαν πέος και όρχεις. Αφού αυτά τα δυο πάνε μαζί, σαν τη συκωταριά. Κι επιπλέον από εκεί γεννιέται η ζωή. Ενώ οι Πρέσπες κι η Αχρίδα τι είναι; Τι γέννησαν εκείνες κι ας βρίσκονται στο κέντρο των Βαλκανίων, κι ας έχουν δίπλα τους το Μοναστήρι που ήταν για τετρακόσια χρόνια η πρωτεύουσα των Βαλκανίων, κι ας τις μοιράζονται σήμερα τρεις χώρες. Σύνορα μόνο γέννησαν. Από εκεί ξεκινούν σαν νερόφιδα όλα τα σύνορα των Βαλκανίων, τα ελληνοβουλγαρικά, τα ελληνοαλβανικά, αλβανογιουγκοσλαβικά, μαζί με τις σημερινές μεταστάσεις τους, αυτά τα σύνορα που έκοψαν τη Δρόπολή μου και την άφησαν απ’ έξω. Θέλω να τα πω όλα αυτά στη συνταξιδιώτισσά μου, να της πω ότι η Δρόπολη, αυτό το τμήμα του κάμπου ανάμεσα στα βουνά, που από ψηλά μοιάζει με μια μακρόστενη σκάφη, είναι η πατρίδα μου. Αλλά δεν ξέρω αν τα κύρια ονόματα παίρνουν άρθρο στα γαλλικά. Γι’ αυτό και παραιτούμαι. Πρέσπες κι Αχρίδα. Και το σύνορο καταλήγει στο ακρωτήρι του Στύλου, πίνει νερό και ξεψυχάει, όπως το τέρας της Μπίστριτσας στο παραμύθι. Το ακρωτήρι μοιάζει με ένα προτεταμένο μεσαίο δάχτυλο προς την Κέρκυρα και τη Συμφωνία της.

Πάμε για Παρίσι. Επαναδιαπραγμάτευση. Θα τα εξηγήσω όλα στον Ζορζ Κλεμανσό. Τώρα, εδώ που τα λέμε, μια χαψιά μού φαίνονται από το αεροπλάνο. Φοβάμαι πως θα μου πει: «Καλά, γι’ αυτά τα δυο λαγκάδια έκανες τόσο κόπο να ’ρθεις μέχρι το Παρίσι; Ένα μικρό λιβάδι της Γαλλίας είναι». Κι εγώ θέλω να του πω τόσο πολλά, αλλά δεν είμαι ο Βενιζέλος, δεν είμαι πρωθυπουργός, δεν έχω αρμοδιότητα, δεν έχω πειθώ, δεν έχω λέγειν, και κυρίως, δεν έχω εκείνη την ωραία καμπαρντίνα να κυματίζει στον άνεμο, ούτε εκείνα τα γυαλιά με τον λεπτό σκελετό, ούτε το χαμόγελό του… Εγώ πάω στο Παρίσι σαν ένας απλός τουρίστας, από εκείνα τα εκατομμύρια χαζών που θέλουν να ανέβουν στον Πύργο του Άιφελ. Να πάω να δω την Παναγία των Παρισίων, τους δρόμους των μυθιστορημάτων του Μπαλζάκ και του Ουγκό, τα οδοφράγματα της επανάστασης, την Κονσερζερί, το Λούβρο, τον Σηκουάνα, να κάνω έναν περίπατο στο Σανζ Ελιζέ και να επιστρέψω. Να μην πω δεν τα είδα. Να περπατήσω στα μυθιστορήματα του δέκατου ένατου αιώνα.

Προσπερνάμε σε λίγο τη Δρόπολη. Τόση μικρή φαίνεται, κι όμως οκτώ ώρες δρόμο έκανα με τα πόδια από τα Βρυσερά μέχρι το Αργυρόκαστρο συνοδεύοντας κοπάδια με γιδοπρόβατα, τόσα καλαμπόκια πότισα στον Ξερόκαμπο, τόσα τριφύλλια θέρισα, τόσα στάρια… Και τόσα γλέντια στα χωριά, τόσα κορίτσια, τόσες προξενήτρες, τόσες πυγολαμπίδες τον Μάη, τόσα αυλάκια με νερό, τόσες συκιές και κερασιές. Τόσες εκδρομές μαθητών, τόσα τρακτέρ και παλιά αργοκίνητα φορτηγά με σκονισμένους και κουρασμένους αγρότες… Πού να τα ξέρει όλα αυτά ο Κλεμανσό! Και πώς χωρούν εκεί μέσα τόσο πολλά τραγούδια! Ένα δάσος με τραγούδια, αφού κάθε δέντρο και τραγούδι. Εκεί κάτω η γιαγιά ίσως ταΐζει ακόμη την αλανιάρα κλώσα με τα κλωσόπουλα.

Δεν το νιώθουμε ότι βρισκόμαστε τόσες χιλιάδες πόδια στο κενό. Το αεροπλάνο είναι από μόνο του ένα πλανήτης, που πλανιέται από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο. Κι εμείς κυκλοφορούμε τώρα με ασφάλεια, σαν να είμαστε στη γη. Πάμε τουαλέτα, διαβάζουμε εφημερίδα, κοιμούμαστε, ξυπνούμε…

Οι αεροσυνοδοί φέρνουν το γεύμα με τα καροτσάκια. Τυποποιημένο, αλλά μοσχοβολάει. Ξετυλίγουμε τις συσκευασίες. Είμαστε ο πιο πυκνοκατοικημένος πλανήτης του Σύμπαντος, τόσο που πρέπει να έχει κανείς μια σχετική πείρα για να τα καταφέρει να μη λεκιαστεί όταν τρώει.

Αγγλικά, γαλλικά, ελληνικά, γερμανικά ακούγονται σε τόσο μικρό χώρο. Ένας ολόκληρος κόσμος. Έχουμε κυβερνήτη, βοηθούς, αεροσυνοδούς. Κι εμείς οι επιβάτες, ο λαός που μας καθοδηγούν. Έχουμε επάρκεια σε τρόφιμα και σε καύσιμα. Κι εκεί μακριά, κάτω στη Γη, οι άνθρωποι βάζουν σύνορα, τα παραβιάζουν, κάνουν πολέμους. Για τόσο μικρά κι ασήμαντα πράγματα, όπως μας φαίνονται από δω πάνω.

Το κοτόπουλο είναι νόστιμο. Μπορεί να μην είναι της γιαγιάς, αλλά σίγουρα από τον πλανήτη Γη. Η απορία μου είναι πώς μπόρεσε και πέταξε από τη Δρόπολη, σε τόσα πόδια ύψος, για να έρθει εδώ στο δίσκο μου! Και το κρασί σίγουρα θα είναι από κάποιο αμπέλι που ούτε μπορεί να το διακρίνει κανείς από δω πάνω. Και τι γεύση! Η Γαλλιδούλα συμφωνεί. «Στην υγειά σου», λέμε. Είναι εδώ όλα απίθανα, κυριολεκτικά εξωγήινα.

 

Ο Τηλέμαχος Κώτσιας γεννήθηκε στις 18.07.1951 στα Βρυσερά της Δρόπολης, στη Βόρειο Ήπειρο, όπου και τελείωσε το επτατάξιο σχολείο. Μετά την αποφοίτηση από το Λύκειο Αργυροκάστρου διαγράφηκε δυο φορές από τα αλβανικά πανεπιστήμια. Εργάστηκε ως αγρότης μέχρι το 1990. Το 1991 ήρθε στην Ελλάδα. Εργάζεται στο Υπουργείο Εξωτερικών, ως μεταφραστής για την αλβανική γλώσσα. Έχει εκδώσει, από τις εκδόσεις Κέδρος και τελευταία από τις εκδόσεις Ψυχογιός, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα. Έχει μεταφράσει από τα αλβανικά τέσσερα μυθιστορήματα, εκ των οποίων δύο του Ι. Κανταρέ. Έχει μεταφράσει επίσης και στα αλβανικά.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr