ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ

ΈΡΩΤΑΣ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑτης Έρικας Αθανασίου

«Οχ! Δεν είναι συμπεριφορά αυτή», άκουσε ένα βογκητό από κάτω της.

Ακούγοντάς το, σκέφτηκε να απαντήσει ότι αν κάποιος έπρεπε να παραπονεθεί, αυτή ήταν η ίδια, που την είχαν πετάξει τόσο άτσαλα πάνω σε κάτι τόσο σκληρό. Χάθηκε ο κόσμος να πέσει σε μια από τις μαλακές βαλίτσες που υπήρχαν τριγύρω;

Η σκληρή όμως βαλίτσα συνέχισε να μουρμουρίζει.

«Πω πω βάρος! Και τι βρόμα! Ευτυχώς που με τύλιξαν με νάιλον. Ποιος ξέρει πού γύριζαν όλες αυτές πριν μπουν στο αεροπλάνο».

 

Η βαριά μαύρη βαλίτσα σκέφτηκε το γδάρσιμο στην πλάτη της, σημάδι από ένα πέσιμο από λεωφορείο. Το είχε πάθει όταν η ιδιοκτήτριά της, η Χριστίνα, είχε δει την τελευταία στιγμή τη στάση που έπρεπε να κατεβούνε και στη βιασύνη της κουτρουβάλησε μαζί της στις σκάλες. Έτσι, η Χριστίνα έχασε ένα τακούνι κι αυτή κέρδισε ένα μακρύ σκίσιμο.

Την ίδια δεν την είχαν σκεπάσει ποτέ με νάιλον. Έβλεπε πολλές βαλίτσες στα αεροδρόμια σφιχτοτυλιγμένες και την έπιανε ένα αίσθημα ασφυξίας. Βέβαια, τη φορά που είχε καταλήξει μέσα σε μια βρόμικη τουαλέτα, είχε σκεφτεί ότι η ιδέα του νάιλον δεν ήταν καθόλου άσχημη.

Ποτέ όμως δεν είχε κρατήσει κακία στη Χριστίνα για τη συμπεριφορά της απέναντί της. Είχαν κάνει εξάλλου τόσα ταξίδια μαζί. Και πού δεν είχαν πάει. Η Χριστίνα έλεγε ότι δεν μπορούσε να σκεφτεί ταξίδι χωρίς να τη συνοδεύει ο ήχος από τα ροδάκια της βαλίτσας της. Βέβαια, το ένα ροδάκι είχε πια τα προβλήματά του και ο ήχος του ακουγόταν παράφωνος, αποτέλεσμα ενός ατυχήματος κοντά στο σπίτι τους.

Είχαν γυρίσει σχεδόν όλο τον κόσμο και το χειρότερο ατύχημα συνέβη στο πεζοδρόμιο του σπιτιού τους. Σε μία λακκούβα η Χριστίνα είχε γυρίσει το πόδι της και αυτή βρέθηκε να κυλάει μόνη της, μέχρι που έχασε κάποιο σιδερένιο εξάρτημα. Αποτέλεσμα ήταν η Χριστίνα να μεταφερθεί στο νοσοκομείο και η ίδια να τσουλάει στα χέρια αγνώστων. Είχε όμως σταθεί χρήσιμη στη Χριστίνα τις ατέλειωτες ώρες αναμονής, αφού περιείχε όλα τα απαραίτητα. Από νερό και μια ζακέτα –γιατί στο νοσοκομείο είχε ψύχρα– μέχρι βιβλίο για να περνάει η ώρα. Από τότε σαν να είχε μείνει ένα μικρό ελάττωμα στο πόδι της Χριστίνας, όπως και στο ροδάκι της ίδιας. Μόνο που το πόδι δεν έκανε θόρυβο. Απλώς πόναγε όταν άλλαζε ο καιρός, από ό,τι είχε ακούσει τη Χριστίνα να λέει.

Από τις σκέψεις της όμως την έβγαλε η βαλίτσα που εξακολουθούσε να βογκάει από κάτω της. Προσπαθούσε να την αποτινάξει, αυτό όμως έγινε εφικτό μόνο ύστερα από ένα ενοχλητικό ταρακούνημα του αεροπλάνου κι έτσι βρέθηκε να την κοιτάζει από το πλάι, μια κομψή ασημιά βαλίτσα, που εξαπέλυε βρισιές, τις οποίες κανονικά δε θα έπρεπε να γνωρίζει κάποια με την εμφάνισή της.

«Τι γκρινιάζεις; Δε σ’ αρέσουν τα ταξίδια;» τη ρώτησε απορημένη.

«Φυσικά και μ’ αρέσουν τα ταξίδια. Βαλίτσα είμαι», απάντησε εκείνη εκνευρισμένη. «Απλώς δε μ’ αρέσει η ταλαιπωρία και να συναναστρέφομαι με όποιον να’ ναι».

«Τα ταξίδια πάντα ενέχουν και ταλαιπωρία», είπε η μαύρη βαλίτσα, που ένα ροζ κορδελάκι από μπομπονιέρα δεμένο στο χερούλι της έδινε την ευκαιρία στη Χριστίνα να την εντοπίζει από μακριά.

Το ροζ κορδελάκι είχε δεθεί επάνω της ύστερα από μια άτυχη περιπέτεια, όπου κάποιος συνταξιδιώτης την είχε αρπάξει, αφήνοντας στο αεροδρόμιο τη δική του που της έμοιαζε. Μαύρη και ταλαιπωρημένη. Μάταια η μαύρη βαλίτσα φώναζε και προσπαθούσε να του δείξει τα τραύματά της, προκειμένου να τον κάνει να την προσέξει. Αυτός την είχε παρατήσει στο δωμάτιό του και είχε πάει να συναντήσει τους φίλους του, χωρίς καν να την ανοίξει.

Το βράδυ πια όταν γύρισε και την άνοιξε για να πάρει την οδοντόβουρτσά του, η μαύρη βαλίτσα είχε χάσει όλο της το κέφι και δεν είχε πια όρεξη ούτε να τον τρομάξει για την αγωνία που την έκανε να περάσει. Αισθάνθηκε όμως ευχαρίστηση όταν τον άκουσε να αναπηδάει τρομαγμένος, καθώς αντίκριζε γυναικεία ρούχα, μία οδοντόβουρτσα με αρκουδάκι –άρεσαν πολύ τα αρκουδάκια στη Χριστίνα– και πολλά βιβλία. Πάντα φιλοξενούσε πολλά βιβλία, ακόμα κι αν το ταξίδι τους ήταν ολιγοήμερο.

Η Χριστίνα ποτέ δεν την άφηνε στο σπίτι χωρίς να την ανοίξει. Όσο κουρασμένη και να ήταν, όσο και να βιαζόταν, πάντα την άνοιγε και τοποθετούσε την οδοντόβουρτσα στο μπάνιο και το βιβλίο που διάβαζε δίπλα στο κρεβάτι της.

Ο τύπος είχε τόσο τρομάξει από το περιεχόμενό της, ώστε του είχε χυθεί λίγο από το ουίσκι που είχε στο ποτήρι του επάνω της. Η μυρωδιά δεν ήταν από αυτές που ενοχλούσαν τη Χριστίνα κι έτσι ο λεκές είχε παραμείνει. Η μαύρη βαλίτσα κοίταξε τον εαυτό της, όσο της επέτρεπαν οι συνθήκες, και διαπίστωσε ότι στο σώμα της περιγράφονταν τα περισσότερα από τα ταξίδια της. Τα σημάδια αυτά κοιτούσε τώρα η ασημιά λουστραρισμένη βαλίτσα με απέχθεια. Μια βαλίτσα που δεν είχε ούτε ένα σημάδι επάνω της.

«Το πρώτο σου ταξίδι;» ρώτησε η μαύρη.

«Δεν είσαι με τα καλά σου», της είπε η ασημιά. «Έχω ταξιδέψει σε όλες τις ηπείρους. Έχω γυρίσει όλο τον κόσμο».

«Δε σου φαίνεται», της είπε η άλλη, κοιτώντας την ξανά και προσπαθώντας να εντοπίσει κάποιο σημάδι που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές.

«Δηλαδή πώς θα έπρεπε να είμαι για να φαίνεται ότι έχω ταξιδέψει;» ρώτησε προσβεβλημένη η ασημιά. «Ξέρεις τι ετικέτες έχουν κολλήσει εμένα στην πλάτη μου; Παρίσι, Ρώμη, Αμβούργο, Κολόμβο, Μεξικό, Κανκούν, Αβάνα, Κέιπ Τάουν, Νέα Υόρκη».

«Σοβαρά;» ρώτησε η μαύρη βαλίτσα πραγματικά εντυπωσιασμένη. Και η ίδια είχε κάνει πολλά ταξίδια, αλλά μερικά από αυτά τα ονόματα φάνταζαν πράγματι εξωτικά. Θα έπρεπε να πει στη Χριστίνα να τα βάλουν στο πρόγραμμα. «Και ποια πόλη σού άρεσε περισσότερο;» ρώτησε για να ξέρει από πού θα έπρεπε να αρχίσουν.

«Τι να σου πω», απάντησε μάλλον προβληματισμένη η ασημιά βαλίτσα. «Στο Κολόμπο το ξενοδοχείο ήταν καταπληκτικό. Απέναντι υπήρχε ένα εκπληκτικό πάρκο με φοίνικες και μπροστά η θάλασσα. Στο Παρίσι ήταν λίγο σκοτεινά, παρότι είχα ακούσει ότι τη λένε την Πόλη του Φωτός. Ίσως να έφταιγε ότι πέρασα όλες τις ημέρες στην ντουλάπα. Στο Κανκούν, είχα φοβηθεί λίγο γιατί πετύχαμε ένα μεγάλο τυφώνα. Συνέχεια μας ειδοποιούσαν ότι ίσως θα έπρεπε να εγκαταλείψουμε το ξενοδοχείο. Δε με είχαν αδειάσει και ήμουνα έτοιμη στην πόρτα για αναχώρηση σε ώρα ανάγκης. Είχε όμως και ενδιαφέρον. Άκουγα τις γεμάτες ανησυχία κουβέντες, τον αέρα, τα μπουμπουνητά, τη βροχή που έπεφτε ασταμάτητα».

«Και τελικά;» ρώτησε με αγωνία η μαύρη βαλίτσα.

«Τελικά, ο τυφώνας ξέσπασε λίγο πιο κάτω κι εμένα μ’ άδειασε το αφεντικό μου και απόλαυσε τις διακοπές του».

«Πες μου κι άλλα», ζήτησε η μαύρη βαλίτσα που της είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον.

«Πολύ ωραίο ήταν και το δωμάτιό μας στο Κέιπ Τάουν. Η καμαριέρα όταν έμπαινε να καθαρίσει πάντα τραγουδούσε. Έχουν πολύ ωραία μουσική στην Αφρική».

«Όλο για τα ξενοδοχεία μου λες, πες μου και κάτι για τους δρόμους της πόλης, για τα εστιατόρια, για τα τρένα».

«Για τα τρένα;» έφριξε η ασημιά βαλίτσα. «Πού θέλεις να ξέρω τι γίνεται εκεί;»

«Έχεις πάει στη Νέα Υόρκη και δεν περπάτησες στους δρόμους της;» εξεπλάγη η μαύρη βαλίτσα. «Δεν μπήκες σε ένα εστιατόριο; Δεν πήρες το μετρό;»

«Φυσικά και όχι», έφριξε η ασημιά βαλίτσα. «Παντού κυκλοφορούμε με ταξί και μένουμε στα καλύτερα ξενοδοχεία».

«Πω πω, φρίκη!» δεν έκρυψε τον αποτροπιασμό της η μαύρη βαλίτσα. «Δηλαδή με δυο λόγια δεν έχεις πάει πουθενά».

«Σου είπα τόσα μέρη όπου έχω πάει», αμύνθηκε η ασημιά βαλίτσα.

«Και έχεις δει μόνο τα αεροδρόμια, τα πορτμπαγκάζ των ταξί και τα δωμάτια των ξενοδοχείων».

«Δηλαδή τα πιο σημαντικά πράγματα σε ένα ταξίδι», είπε η ασημιά βαλίτσα. «Στο Αμπού Ντάμπι έχει ένα φοβερό αεροδρόμιο. Αξίζει να το δεις. Μπορεί να είναι μικρό, αλλά έχει έναν πανέμορφο θόλο και υπάρχει ακόμα και χαμάμ και τζαμί μέσα. Άσε όμως τι πήγαμε να πάθουμε εκεί πέρα. Το αφεντικό μου ήταν με μια κοπέλα και η κοπέλα πήγε να τον φιλήσει και αν δεν προλάβαινε να την απομακρύνει, δεν ξέρω πού θα ήταν κι αυτός κι εγώ τώρα».

«Γιατί;» απόρησε η μαύρη βαλίτσα, που είχε δει κάποτε τη Χριστίνα να φιλιέται στο αεροδρόμιο με τον τότε φίλο της.

«Γιατί το Αμπού Ντάμπι είναι μουσουλμανικό. Και απαγορεύονται με ποινή φυλάκισης οι δημόσιες διαχύσεις. Βλέπεις λοιπόν ότι και στα αεροδρόμια και στα ξενοδοχεία μπορείς να μάθεις πράγματα».

«Ίσως, σίγουρα όμως όχι μέσα στα πορτπαγκάζ των ταξί. Αν δεν έχεις περπατήσει στους δρόμους μιας πόλης είναι σαν να μην έχεις πάει καθόλου εκεί. Αν δεν έχεις χρησιμοποιήσει τη δημόσια συγκοινωνία της, τότε δεν έχεις γνωρίσει τους ανθρώπους της, δεν έχεις μυρίσει τις μυρωδιές της, δεν έχεις δει τα δέντρα της, δεν ξέρεις τίποτα για τα αγάλματα που στολίζουν τις πλατείες της, για την ιστορία της. Και είναι δυνατόν να μην έχεις πάει ούτε μια φορά σε εστιατόριο; Σε καφέ έστω;

«Τι να πάω να κάνω; Απόρησε η ασημιά βαλίτσα.

«Μα δεν έτυχε ποτέ να πεινάει πολύ ο ιδιοκτήτης σου μόλις φτάνετε στον προορισμό σας ή να περιμένετε να περάσει η ώρα μέχρι να μπορέσετε να μπείτε στο δωμάτιό σας;

«Όχι βέβαια. Το δωμάτιο μάς περιμένει πάντα όταν πάμε και αν είναι αργά τη νύχτα, πάντα το ψυγείο είναι γεμάτο με τα απαραίτητα. Υπάρχουν επίσης σάντουιτς και φρούτα για το καλωσόρισμα. Εξάλλου το ρουμ σέριβς λειτουργεί όλο το εικοσιτετράωρο.

«Τι είναι το ρουμ σέρβις;

«Τι; Απόρησε η ασημιά βαλίτσα. Δεν ξέρεις τι είναι το ρουμ σέρβις;

«Όχι δεν ξέρω, απάντησε προκλητικά η μαύρη βαλίτσα. Και η κυρία μου ποτέ δεν ανοίγει το ψυγείο στο ξενοδοχείο, στην περίπτωση βέβαια που κάτι τέτοιο υπάρχει στο δωμάτιό μας. Πάντα λέει ότι τα φιστίκια σε ένα ξενοδοχείο αξίζουν το βάρος του σε χρυσό και αυτή προτιμάει το χρυσό. Αν και εδώ που τα λέμε τα περισσότερα κοσμήματα που φοράει είναι από κοχύλια και δέρματα.

Ένα δυνατό τράνταγμα διέκοψε όμως την κουβέντα. Η ασημιά βαλίτσα βρέθηκε αρκετά πιο πέρα από τη μαύρη. Η μαύρη αναρωτήθηκε αν έφτασαν ή κάποιο κενό αέρος είχε απλώς απομακρύνει την ψηλομύτα βαλίτσα. Παρότι η βαλίτσα την εκνεύριζε, κάτι την τράβαγε κοντά της. Όπως και να το κάνουμε, η κομψότητα πάντα έχει κάτι που ελκύει.

Το άνοιγμα της πόρτας του αεροπλάνου, η υποχρεωτική αναμονή μέχρι να τις φορτώσουν και η τοποθέτησή τους στο διάδρομο από όπου βαλίτσες και ιδιοκτήτες έψαχναν ανυπόμονα ο ένας τον άλλο, έδειξε ότι η κουβέντα με την ασημιά βαλίτσα δε θα συνεχιζόταν. Η μαύρη βαλίτσα άθελά της κοίταζε την ασημιά βαλίτσα να γλιστράει με αριστοκρατικότητα στο διάδρομο και αναρωτιόταν ποιος άραγε θα την παραλάμβανε.

Ένας όμορφος κύριος, με σπορ ακριβό ντύσιμο, πλησίασε και την έπιασε με την άνεση του παλιού γνώριμου. Η μαύρη βαλίτσα ετοιμάστηκε να κάνει ένα νεύμα αποχαιρετισμού, όταν είδε ότι ο κύριος παρότι είχε παραλάβει τη βαλίτσα, δεν απομακρυνόταν από το διάδρομο. Αντίθετα, πήγε και στάθηκε δίπλα σε μια κοπέλα. Μια κοπέλα, που εκ πρώτης όψεως δεν του ταίριαζε καθόλου. Μια κοπέλα με μακριά μπερδεμένα μαλλιά, κοσμήματα με κοχύλια, ένα τζιν παντελόνι με τρύπες, που δεν είχαν γίνει από κάποιο διάσημο μόδιστρο αλλά από την πολλή χρήση, μια κοπέλα που ναι… έμοιαζε πολύ με τη Χριστίνα. Ο άντρας κάτι είπε στην κοπέλα, η κοπέλα χαμογέλασε και έδειξε… αυτήν. Ο άντρας την πλησίασε και την τράβηξε έξω από το διάδρομο όπου οι υπόλοιπες βαλίτσες συνέχισαν να γυρίζουν, ψάχνοντας τους ιδιοκτήτες τους.

Τώρα η μαύρη βαλίτσα στεκόταν δίπλα στην ασημιά, ενώ οι ιδιοκτήτες τους κουβέντιαζαν και προτού περάσουν λίγα λεπτά σέρνονταν δίπλα δίπλα στους διαδρόμους του αεροδρομίου.

Η μαύρη προσπάθησε να κρύψει το ανεπαίσθητο κούτσαμα από το χαλασμένο ροδάκι της.

«Φαίνεται ότι γνωρίστηκαν στο αεροπλάνο», είπε τελικά η ασημιά, κυλώντας με άνεση στο γυαλιστερό δάπεδο του αεροδρομίου.

«Ίσως να μείνουμε μαζί απόψε», πρόσθεσε η μαύρη, πλησιάζοντας επικίνδυνα την ασημιά, καθώς τα χέρια των ιδιοκτητών τους ενώνονταν.

«Δε νομίζω», είπε η ασημιά. «Αυτό δεν έχει ξαναγίνει ποτέ», συμπλήρωσε περιμένοντας τα χέρια να χωρίσουν και να τραβήξει η καθεμιά το δρόμο της.

«Πάντα υπάρχει η πρώτη φορά», είπε η μαύρη. «Είναι σπάνιο αλλά συμβαίνει».

«Τι ακριβώς δηλαδή μπορεί να συνέβη;» ρώτησε η ασημιά.

«Έρωτας στον αέρα», είπε η μαύρη και σκούντησε την ασημιά καθώς τα χείλια των ιδιοκτητών τους ενώνονταν σε ένα φιλί.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr