«Μπλουζ» του Παναγιώτη Ρίζου
«Μπλουζ» του Παναγιώτη Ρίζου

«Μπλουζ» του Παναγιώτη Ρίζου

Εμείς σκαφτιάδες ήμασταν. Πηγαίναμε κάθε πρωί αχάραγα στην πλατεία στο καφενείο του κουτσού με τις τσάπες και τα ξινάρια μας και λίγο προσφάι που μας δίνανε απ’ το σπίτι, όποιος είχε. Δεν είχε κρύα ή ζέστες, πηγαίναμε κάθε μέρα με τις τσάπες μας και τα ξινάρια μας στου κουτσού και κει μας βρίσκανε κείνοι που θέλανε κάποια δουλειά να κάνουν, κήπους, κτήματα, μπετά, ή και πιο δύσκολες, να χώσουμε κανέναν... τα κάναμε όλα, αφού άλλες δουλειές δεν ύπαρχαν και έπρεπε ψωμί να φάμε και μεις και οι φαμελιές μας.

Να γράφει από εμάς κανείς δεν ήξερε, μόνο λίγοι είχαν μάθει να βάζουνε την υπογραφή τους, σιγά σιγά, άμα δεν τους ζόριζες, αλλιώς όλοι κάναμε ένα σταυρό τρεμουλιαστό κι άλλες φορές σκίζαμε το χαρτί που μας βάζανε κι υπογράφαμε, απ’ τη δύναμη που πιάναμε το μολύβι, σαν τσάπα λιανή στο χέρι μας, άμαθοι όλοι και μας βρίζανε τότε ζώα και γ’μάρια, οι υπάλληλοι και ο Γεωργίου, ο γραμματέας, που κανόνιζε τα χαρτιά πού γεννιόμασταν, πού βαπτιζόμασταν, πού παντρευόμασταν και πού πεθαίναμε, αυτοί που τα υπέγραφαν δηλαδή γιατί ήταν κι άλλοι που κόβανε πέρα, κι αυτοί –λέει– δεν υπήρχαν υπηρεσιακώς ήταν ανύπαρχτοι και απέθαντοι –λέει– κι εμείς κρυφά τους ζηλεύαμε και τους μνημονεύαμε, μετά, στα λεγούμενά μας και στις ορμήνειες στα παιδιά μας.

Από χορό ξέραμε όλοι και από τραγούδι, τα λόγια όλοι από καρδιάς τα ξέραμε και τα τραγουδούσαμε όταν ήμασταν μόνοι μας ή όταν ήμασταν όλοι μαζί στο καφενείο ή στα πανηγύρια και στους γάμους και στις κηδείες, μετά που τρώγαμε όλοι στα σπίτια που ’χαν τη λύπη. Τα μαθαίναμε όλα τα λόγια, μας τα μαθαίνανε οι μεγαλύτεροι, όπως τα ξέρανε, και εμείς τα μαθαίναμε στους μικρότερους, όπως ήταν, μερικοί βάζανε και λίγα δικά τους λόγια, εμένα αυτό δεν μου άρεσε.

Εμείς σκαφτιάδες ήμασταν και όπως σκάβαμε μέσα στον κάμπο με τις μέλισσες και τις μύγες τις αλογίσιες κατακαλόκαιρο στις γούρνες μέσα, ακούγονταν τα χτυπήματα της τσάπας και τα τραγούδια μας, δεν μας έβλεπες, έτσι χωμένοι που ’μασταν, μόνο άκουγες τα λόγια και τα τραγούδια μας, όταν σκάβαμε για τους άλλους λες και σκάβαμε για μας, να βρούμε το θησαυρό που ’χαν θάψει οι παλαιοί, κατάσαρκα μέσα στη γης.

Ο Παναγιώτης Ρίζος γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου εξακολουθεί να ζει και να εργάζεται ως δικηγόρος. Από το 2006 μέχρι το 2009 συμμετείχε στους κύκλους δημιουργικής γραφής της Χριστιάνας Λαµπρινίδη και από το 2010 μέχρι το 2011 στις ομάδες γραφής της Ματίνας Μόσχοβη. Από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο, Τηγανητές Γοργόνες (2014).

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Τι κακό μάς βρήκε» της Ντίνας Σαρακηνού

Δεν της έφτανε η μέρα. Πόσο λαχταρούσε να επιμηκύνει τον χρόνο, να γινόταν ένα θαύμα, να είχε η ώρα εξακόσια λεπτά. Στα εξήντα της χρόνια, τυραννισμένα τα περισσότερα, ένιωθε σαν τη Σταχτοπούτα. Στη...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Δύο αυτοκτονίες» του Φιόντορ Ντοστογέφσκι

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη Το διήγημα «Δύο αυτοκτονίες» δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1876 στο Ημερολόγιο του συγγραφέα, το μηνιαίο φιλοσοφικό και λογοτεχνικό περιοδικό που εξέδιδε ο Φ. Ντοστογέφσκι από το 1876 έως το 1877...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: