A+ A A-

«Επιμνημόσυνο προσκύνημα» της Ελένης Λαδιά

«Επιμνημόσυνο προσκύνημα» της Ελένης Λαδιά
Στην μνήμη της μητέρας μου, Ευδοξίας Λαδιά

Φόρεσα τα σκούρα μπλε φτερά μου, που λίγο απείχαν από το μαύρο χρώμα, και πέταξα για να σε βρω. Προτού φύγω από το σπίτι που μοιραζόμασταν, χαρά μου, είχα αντιφατικά συναισθήματα: δεν ήθελα να φύγω, γιατί νόμιζα πως θα σε άφηνα μόνη, αλλά και ήθελα αυτό το ταξίδι στο χωριό σου, αφού νόμιζα πως θα σε βρω εκεί. Στο πέτο μου έραψα μία μικρή ελληνική σημαία, για να αναγνωρισθεί η εθνικότητά μου, αν τυχόν πνιγόμουν στις θάλασσες, από όπου πετούσα, ή σκοτωνόμουν στα όρη από μία αιφνίδια προσγείωση. Ερχόμουν να βρω την αρχή σου...

Όταν έφτασα στο «αόρατο», όπως το έλεγαν, χωριό σου, αφού μόνον όταν σχεδόν έφτανες γινόταν ορατό, κτισμένο σε ένα οροπέδιο που σχημάτιζαν τα δύο βουνά.

Το σπίτι όπου γεννήθηκες για να με γεννήσεις, χαρά μου, είναι τώρα μια μεγάλη τετράγωνη αποθήκη. Είχε πωληθεί κι ο νέος ιδιοκτήτης έκτισε στον πάνω όροφο, αφήνοντας το ισόγειο. Όμως από περιγραφές κι από μία νοητή αρχιτεκτονική, εντόπισα πως είχες γεννηθεί σε μία από τις δύο κρεβατοκάμαρες, ροδαλό, καταγάλανο μωρό μου. Φωτογράφιζα τα πάντα. Το δωμάτιο όπου ίσως γεννήθηκες, το στενό πέρασμα που σχηματιζόταν με το γειτονικό οικόπεδο, και περπατούσαν τα μικρά σου κατάλευκα πόδια, τον κήπο στο πίσω μέρος του σπιτιού, όπου φυτεύατε φρούτα και λαχανικά.

Όταν πετούσα πάνω από τα σύννεφα, τα έβλεπα να πλησιάζουν στην στεριά με σκοπό να την καταβροχθίσουν. Σε λίγο την σκέπασε ένας συννεφένιος κροκόδειλος.

Τα λιβάδια που συχνά ανέφερες στις αφηγήσεις σου δεν ήταν μακριά από το πατρικό σου σπίτι, αλλά για την παιδική σου ηλικία η απόσταση ήταν μεγάλη, σχεδόν τεράστια. Φωτογράφησα το έδαφος, όπου υπέθεσα πως περπάτησες.

Και τώρα; Αναφέρεται πως ο λόγος είναι γραμμένος[1]: καταβροχθίσθηκε ο θάνατος. Πού είναι, θάνατε, το κεντρί σου; Απαντώ δυνατά, δεν ξέρω, δεν ξέρω.

Από το παράθυρο του ξενοδοχείου έβλεπα το πρωί τα λιβάδια, βουτηγμένα σε μια λεπτή ομίχλη που τα μετέβαλλε σε λίμνη ή παγοδρόμιο. Σε ένα τέτοιο έπαιζες κι εσύ με τα άλλα παιδιά, όπως μου έλεγες. Μετά ξεκαθάριζε ο ορίζοντας, φαινόταν το όμορφο χωριό σου, που όταν ήσουν μικρή είχε 6.000 κατοίκους και τώρα τον άχαρο χειμώνα παραμένουν 30. Τι ερήμωση ήταν αυτή, χωρίς παιδιά και σχολείο, μόνο η πέτρινη αρκούδα-βρύση στόλιζε την πλατεία του χωριού. Κι εγώ γνωρίζω από ερήμωση και μοναξιά από την ώρα που έφυγες ή κοιμήθηκες ή, το φοβερότερο, πέθανες.

Μάνα μου, πήγα στο ποτάμι που μου ανέφερες, εκεί όπου παιδάκι ολομόναχο, αφημένο μέσα στην νύχτα, φοβόσουν, κι έπειτα πλύθηκες στο κρύο νερό και πήρες τον δρόμο για τον πλησιέστερο νερόμυλο. Φοβόσουν, αγάπη μου, κι εγώ δεν είχα γεννηθεί για να σε πάρω αγκαλιά και να σε παρηγορήσω.

Δεν μου ανέφερες όμως το όνομα του ποταμού: λέγεται Μύριχος, αυτός που ρέει μύρα, όπως κι εσύ υδροχαρές και μυρωμένο μου κοριτσάκι. Τώρα το νερό του ποταμού κυλάει γάργαρο και στον πυθμένα του είναι θαυμάσια βότσαλα, ενώ στις όχθες του πετούν, χαμηλά, μπλε μικρές πεταλούδες σαν βρεφικές ψυχές.

Καταβροχθίσθηκε ο θάνατος και νικήθηκε. Πού είναι, θάνατε, το κεντρί σου; Απαντώ δυνατά, δεν ξέρω.

Όσο ζούσες, μου έγραφες μεγάλα γράμματα, έκλεινες τον φάκελο και μου έλεγες να τα ανοίξω μετά τον θάνατό σου. Ω τι ποιητική πρόνοια, χαρά μου. Θα μπορούσα να σε ξανακούσω να μου μιλάς, να με συμβουλεύεις. Ένα βράδυ της παραμονής μου στο ξενοδοχείο, άνοιξα το πρώτο γράμμα. Ήσουν σύμφωνα με την ημερομηνία 83 ετών (δεν ξέραμε τότε πως θα ζούσες κοντά μου άλλα 13 χρόνια). Μου έδινες θάρρος με τα γραφόμενά σου, ζητούσες σχεδόν παρακαλεστά να είμαι καλά και δυνατή μετά την αναχώρησή σου, γιατί τότε θα ήταν ήσυχη η ψυχή σου. Το ίδιο βράδυ είδα όλους τους γνωστούς μου νεκρούς στο όνειρο. Ήσουν κι εσύ σε μεγαλύτερο μέγεθος σαν αφηρωισμένη. Και αγγίζοντάς σε αναστήθηκες, αναστήθηκες, τι ευτυχία, αναστήθηκες!

Όμως συνέβη στο όνειρο, στις σκιές, στον άλλο κόσμο. Ξύπνησα με γοερούς λυγμούς κι ήθελα να ουρλιάξω, ήθελα να πεθάνω, να έρθω κοντά σου, μαμά, έλεγα δυνατά, γιατί με άφησες; δεν πίστεψα ποτέ πως θα χωριστούμε, έλεγα κι έκλαιγα, έκλαιγα κι έλεγα φιλώντας το φορεματάκι σου που πήρα μαζί μου, να σε μυρίζω και να αποκοιμιέμαι, όπως ένα άρρωστο βρέφος. Ξανακοιμήθηκα βαριά και πικραμένη. Σε ξαναείδα στον ύπνο μου, μεσήλικη, σχεδόν στην ηλικία μου, να με αγκαλιάζεις και να με παρηγορείς λέγοντας: δεν σε άφησα, κοριτσάκι μου, είμαι εδώ, δίπλα σου.

Ξύπνησα προσπαθώντας να φυλακίσω το όνειρο. Όμως πάλι ψέματα, ήμουν κατάμονη.

Καταβροχθίσθηκε ο θάνατος και νικήθηκε. Πού είναι, θάνατε, το κεντρί σου;

Τώρα ξέρω: δεν νικήθηκε ο θάνατος, γιατί είναι ανίκητος. Όσο για το κεντρί του, αυτό είναι βαθειά μπηγμένο στην καρδιά μου.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Αποστόλου Παύλου, Προς Κορινθίους Α’ Επιστολή, 15: «κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος· πού σου, θάνατε, το κέντρον;»

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr