A+ A A-

«Το ψωμί» της Εύας Μ. Μαθιουδάκη

«Το ψωμί» της Εύας Μ. Μαθιουδάκη
Χειμωνιάτικο απόγευμα, βροχερό και είχαν ανάψει το τζάκι για να παρηγορηθούν και την τηλεόραση έτσι, χωρίς λόγο, για να καλύπτει το κενό ή και το βίτσιο που τους είχε μείνει από παλιά για συνεχή παρακολούθηση των ειδήσεων.

«Τι θα τσιμπήσουμε το βράδυ; Βασίλη, θα ήθελες κάτι ή να σου φέρω το γιαούρτι σου;»

Χαμογέλασε ο Βασίλης. «Εεε, αν είχαμε και τίποτα καλύτερο, καλό θα ήταν, περίσσεψε κάτι από το μεσημέρι;»

«Άντε πάλι» απάντησε γλυκά εκείνη. «Κάτι θα βρω να σου κάνω».

Βγήκε από το σαλόνι. Στον διάδρομο, αισθητή η διαφορά θερμοκρασίας και στην κουζίνα ακόμα πιο κρύο. Θυμήθηκε την εποχή όταν είχαν πρωτοαγοράσει το σπίτι τους, που στην κουζίνα υπήρχε ακόμη η μασίνα που δούλευε με κοκ, ζέσταινε νερό, έψηνε κοτόπουλα και έβραζε μαρμίτες. Σκορπούσε στον χώρο μια γλυκιά ζέστη και τους μάζευε όλους γύρω της. Στην τελευταία ανακαίνιση την είχε πετάξει, πολύ την είχε παιδέψει. Έπρεπε να την εφοδιάζεις μέρα-νύκτα, αλλοίμονο αν σου έσβηνε και δεν είχες πώς να ζεστάνεις το γάλα των παιδιών το πρωί μες στην παγωνιά. Περασμένα ξεχασμένα, σκέφτηκε, άνοιξε το μάτι της ηλεκτρικής κουζίνας και έβαλε πάνω το βαρύ μαντεμένιο τηγάνι να πυρακτωθεί σιγά σιγά. Μοναχική και κρύα τής φάνηκε η κουζίνα της, πού είναι οι υπερπαραγωγές των άλλων εποχών;

Θα του έκανε σφίγγους, σφίγγους με μέλι, έτσι για παρηγοριά. Οι σφίγγοι θύμιζαν στον Βασίλη τη μάνα του και απόψε είχε διακρίνει στα μάτια του ότι γύρευε κάπου να πιαστεί, να παρηγορηθεί. Είχαν μιλήσει νωρίς το μεσημέρι με τα παιδιά, χαμένα ήταν στις έννοιες τους, τον κατάλαβε με τον τρόπο που έκλεισε το τηλέφωνο ανέκφραστος. Το νήμα της κουβέντας δεν είχε καταφέρει να το πιάσει σήμερα ο Βασίλης, ούτε μ’ εκείνην ούτε με τους γιους του και τις νύφες του. Ανοιγόκλεινε το βιβλίο του άσκοπα και άλλαζε τα κανάλια. Κάποια στιγμή σηκώθηκε, τακτοποίησε ένα-δυο χαρτιά στο γραφείο του, άκεφος.

Του άρεσε να κουβεντιάζει του Βασίλη, ιδιαίτερα κοινωνικός και μειλίχιος πάντοτε, ενθουσιαζόταν με τους συνομιλητές, με τα ίδια του τα λόγια, με τη ζωή! Χρόνια και χρόνια μετά τη σύνταξη, άεργος δεν βρέθηκε ποτέ του και πάντα κάτι βρισκόταν να τον σηκώσει από τον καναπέ του. Καμάρωνε, «παντόφλες δεν φορώ και δεν θα φορέσω και ποτέ μου», έλεγε στους συναδέλφους του στα τηλέφωνα.

Απόψε όμως αλλιώς, σαν να είχε γεράσει ξαφνικά και αυτή το ίδιο μαζί του. Έβαλε τη μαγιά σε μια λεκανίτσα, τη διέλυσε με το χλιαρό γάλα και την άφησε να φουσκώσει. Μπελάς οι σφίγγοι, οι τηγανίτες πιο εύκολες. Πετάχτηκε η μασίνα, χαθήκαν και οι βεγγέρες τους. Παλιά κτυπούσε την πόρτα ο γείτονας, ο συγγενής και έμπαινε για λίγο ή για πολύ για να ανταλλάξει τα νέα της ημέρας, να φέρει από το περίσσεμά του, να ζητήσει κάτι για την ανάγκη του. Το τηλέφωνο και οι αποστάσεις τα ισοπέδωσαν όλα αυτά. Τι τα σκεφτόταν τώρα; Αυτή πάντα περήφανη ήταν για την αυτάρκεια και την ανεξαρτησία τους, να όμως που είχε έρθει το πράγμα αλλιώς. Ίσως τελικά και να την είχαν ανάγκη τη συντροφιά. Κι αυτό θα περάσει, σκέφτηκε. Μια κακοκεφιά είναι, θα περάσει.

Εκείνη τη στιγμή, κτύπησε το κουδούνι. Ποιος να ’ναι τέτοια ώρα; αναρωτήθηκε. Ανασηκώθηκε και ο Βασίλης από τον καναπέ. Πήγε λίγο φοβισμένα να ανοίξει.

«Καλησπέρα!» φώναξε μια φωνή πίσω από τα κάγκελα της πόρτας. «Ο Άγγελος είμαι από απέναντι».

«Έλα, παιδί μου, έλα μέσα» άκουσε τη φωνή του.

Μπήκε μέσα ψηλός, γεροδεμένος, μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο και με ένα πακέτο στο χέρι. «Καλησπέρα, κύριε Βασίλη. Εκεί που δουλεύω στον Ασπρόπυργο έχει δίπλα μας έναν καλό φούρνο από τους παλιούς, πήγα σήμερα μετά το σχόλασμα και πήρα ένα καρβέλι για μένα και ένα για εσάς, σκέφτηκα ότι θα σας αρέσει, εσάς ειδικά που αγαπάτε τις καλές, τις αγνές τις γεύσεις».

«Να ’σαι καλά, ευχαριστούμε που μας σκέφτηκες. Κάτσε να ζεσταθείς».

Πήγε πάλι στην κουζίνα, η ζύμη είχε φουσκώσει και το τηγάνι έκαιγε. Σε λίγο, μια λαχταριστή πιατέλα με σφίγγους και τσάι έμπαινε στο σαλόνι. Η φωτιά άναβε ζωηρά, το ίδιο η κουβέντα και το γαλάζιο το βλέμμα του Βασίλη. Να ’ναι καλά το παλικάρι, θα την έβγαζαν και αυτή τη βραδιά!

Η Εύα M. Μαθιουδάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1962 και μεγάλωσε στην Κηφισιά. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στην Αθήνα και στο Αμβούργο. Έχει ζήσει και εργαστεί μια δεκαετία στο εξωτερικό – σε Βρυξέλλες, Παρίσι, Μόσχα και Μόναχο. Στην Αθήνα επέστρεψε το 1995, όπου εργάζεται μέχρι σήμερα στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Στα προσωπικά της ενδιαφέροντα περιλαμβάνεται η συλλογή και διατήρηση σπόρων, καθώς και η άνυδρη κηπουρική. Τον Δεκέμβριο του 2014 δημοσιεύτηκε η πρώτη της νουβέλα, Αυτός ο ένας, ο Αρίστος, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr