«Ένα μαύρο αυτοκίνητο» της Λίλας Κονομάρα

«Ένα μαύρο αυτοκίνητο» της Λίλας Κονομάρα

«Καλά, καλά. Τι ζέστη κι αυτή σήμερα, ε; Έχω ψηθεί απ’ το πρωί».

«Μμμ…»

«Να θυμηθώ να κατεβάσω τον ανεμιστήρα απ’ το πατάρι. Ρίξ’ του κι εσύ μια ματιά. Πέρυσι έκανε έναν περίεργο θόρυβο… Ρύζι ή πατάτες, τι προτιμάς;»

«Ξέρω γω;… Ρύζι».

«Πιάσε μου εκείνη την κουτάλα… Όχι αυτή, την άλλη…»

«Γύρισε…»

«Τι είπες;»

«Γύρισε, λέω… Μ’ ένα μεγάλο, μαύρο αυτοκίνητο… Το ’πε και το ’κανε…»

«Α…»

«Ένα μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο με ξένους αριθμούς…»

«Α… Πώς είναι;»

«Δεν έχει αλλάξει και πολύ. Μια ιδέα πιο παχύς. Αλλά μπορεί και να ’φταιγαν τα ρούχα».

«Ήταν από κείνα τα φανταχτερά;»

«Όχι, καθόλου. Διαφορετικά όμως».

«Δηλαδή, πώς διαφορετικά;»

«Δεν ξέρω. Διαφορετικά».

«Ήταν μόνος;»

«Ναι».

«Ώστε έτσι… Και… του μίλησες;»

«Ναι. Με φώναξε την ώρα που πήγαινα να φύγω».

«Δηλαδή, εσύ έκανες πως δεν τον είδες;»

«Να σου πω την αλήθεια, δεν πρόλαβα να το καλοσκεφτώ. Έτσι μου ήρθε».

«Ντράπηκες μάλλον…»

«Γιατί να ντραπώ; Τι εννοείς δηλαδή;»

«Ω, τίποτα, τίποτα. Ήθελα να πω, έπειτα από τόσα χρόνια…»

«Ακριβώς. Τι να λέμε τώρα…»

«Και τι είπατε, τελικά;»

«Αυτός μίλησε κυρίως. Για τα ταξίδια του. Τα μέρη όπου έζησε».

«Πρέπει να ’ταν ωραία, ε;»

«Πολύ».

«Όπως τα είχαμε ονειρευτεί;»

«Ναι. Όπως τα είχαμε ονειρευτεί».

«Ω Θεέ μου… Δε λέει να φυσήξει και λιγάκι… Και τα μάτια του;»

«Τι τα μάτια του;»

«Λάμπανε όπως τότε;»

«Δε νομίζω να λάμπανε ποτέ ιδιαίτερα».

«Αν λάμπανε, λέει… Σαν πυρωμένα κάρβουνα…»

«Ανοησίες».

«Δεν είναι καθόλου ανοησίες. Αλλά πού να καταλάβεις εσύ…»

«Τι να καταλάβω, ε; Όχι, πες μου, τι να καταλάβω;»

«Σε παρακαλώ, μην ξαναρχίσουμε τα ίδια…»

«Θα μπορούσα να ’χα φύγει κι εγώ. Σιγά το πράμα…»

«Δεν έφυγες όμως…»

«Ούτε κι εσύ…»

«Τον θυμάσαι στο παράθυρο του τρένου; Ως την τελευταία στιγμή μάς φώναζε να ανεβούμε».

«Εγώ διάλεξα εσένα».

«Διάλεξες να μείνεις. Δεν είναι το ίδιο».

«Κάνεις λάθος. Ή μήπως κρίνεις από τον εαυτό σου;»

«Ίσως. Ποιος μπορεί να είναι βέβαιος άλλωστε… ύστερα από τόσα χρόνια... Στεκόταν χαμογελαστός μπροστά στο παράθυρο, θυμάσαι; Ως την τελευταία στιγμή μάς φώναζε… Τρία σκαλιά ήταν όλα κι όλα… τρία ηλίθια σκαλιά… Αλήθεια, σε ρώτησε για μένα;»

«Ναι. Σου στέλνει πολλούς χαιρετισμούς».

«Αυτό μόνο;»

«Αυτό».

«Δε ζήτησε να με δει;»

«Όχι. Δε θα μείνει άλλωστε πολύ. Αύριο ξαναφεύγει. Έχει λέει πολλές δουλειές».

«Σωστά, σωστά. Καλύτερα έτσι… πού να τρέχω κι εγώ μ’ αυτή τη ζέστη…»

«…»

«Έχει μαζευτεί και ένα σίδερο ως το ταβάνι… Άσε που…»

«Μα τι μουρμουράς τόση ώρα;»

«Τίποτα, τίποτα… Μπορεί πάντως να μη σου είπε τα πράγματα όπως είναι…»

«Δηλαδή;»

«Ε, να… πώς είσαι σίγουρος πως λέει την αλήθεια;»

«Δεν ξέρω. Γιατί όχι;»

«Σ’ εσένα ειδικά, δε θα το ομολογούσε ποτέ».

«Δηλαδή πιστεύεις πως…»

«Όσο το σκέφτομαι, τόσο πιο πολύ σιγουρεύομαι. Γι’ αυτό δε θέλει να με δει».

«Λες;»

«Φοβάται, σου λέω. Ξέρει πως εγώ αμέσως θα τον καταλάβω».

«Και το μαύρο αυτοκίνητο;»

«Ε, τι; Ένα αυτοκίνητο δε λέει τίποτα».

«Εδώ που τα λέμε, δεν έχεις άδικο…»

«Αυτά είναι για τα μάτια του κόσμου…»

«Σωστά… σωστά…»

«Έλα, κάθισε… έτοιμο το ρύζι».

«Βάλε και μπόλικη σάλτσα από πάνω, εντάξει;»

«Ξέρω, ξέρω…»

«Κρίμα πάντως, ε;»

«Έτσι είναι αυτά. Τυχερά… Λίγο ανάλατο μου φαίνεται ή είναι η ιδέα μου;»

«Μπα, καλό είναι… Πάντως, ξέρεις, τώρα που το ξανασκέφτομαι, είχες δίκιο».

«Ε βέβαια είχα δίκιο».

«Όχι, λέω για τα μάτια του. Πράγματι λάμπανε. Σαν πυρωμένα κάρβουνα».

H Λίλα Κονομάρα πρωτοεμφανίστηκε ως λογοτέχνης το 2002 με το βιβλίο Μακάο, για το οποίο τιμήθηκε με το βιβλίο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού Διαβάζω. Μόλις κυκλοφόρησε το νέο της βιβλίο Το δείπνο, από τις εκδόσεις Κέδρος.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Τι κακό μάς βρήκε» της Ντίνας Σαρακηνού

Δεν της έφτανε η μέρα. Πόσο λαχταρούσε να επιμηκύνει τον χρόνο, να γινόταν ένα θαύμα, να είχε η ώρα εξακόσια λεπτά. Στα εξήντα της χρόνια, τυραννισμένα τα περισσότερα, ένιωθε σαν τη Σταχτοπούτα. Στη...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Δύο αυτοκτονίες» του Φιόντορ Ντοστογέφσκι

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη Το διήγημα «Δύο αυτοκτονίες» δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1876 στο Ημερολόγιο του συγγραφέα, το μηνιαίο φιλοσοφικό και λογοτεχνικό περιοδικό που εξέδιδε ο Φ. Ντοστογέφσκι από το 1876 έως το 1877...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: