A+ A A-

«Σεντόνια σκέψεων σε κερκυραϊκή μπουγάδα» του Δημήτρη Μακρίδη

«Σεντόνια σκέψεων σε κερκυραϊκή μπουγάδα» του Δημήτρη Μακρίδη
Το λεωφορείο της επιστροφής κατεβαίνει τη Δυτική Ελλάδα και εσύ, με σκέψεις να σε πλημμυρίζουν, θυμάσαι τη δικιά σου επιστροφή. Με αφορμή μία καθυστερημένη ορκωμοσία μίας καλής φίλης ανέβηκες στο νησί όπου σπούδαζες. Και να βαριέσαι να καταγράψεις τι βίωσες αυτές τις λίγες ώρες, σε παρακινεί ο διπλανός σoυ. Ανήκει στη νέα φουρνιά των φοιτητών του πανεπιστημίου. Πώς το συμπεραίνεις; Όλη την ώρα είναι στο facebook, στο κινητό αφής του. Η διαφορά είναι κραυγαλέα με εσένα που δεν πρόλαβες τότε τη μικρή οθόνη, προέκταση πλέον του χεριού. Ευγνωμονείς το χρόνο που πρόλαβες να μένεις με τις σκέψεις σου κάθε βράδυ. Χωρίς να βλέπεις μηχανικά επιλεκτικές στιγμές από τις ζωές των άλλων.

Είναι 12 Δεκεμβρίου, του Αϊ-Σπυρίδωνα ωρέ μάτια, και δεν θα πάρεις το πλοίο για Βενετία όπως το 2008. Θα μπεις στο πάντα αργοκίνητο φέρι μποτ και στο λεωφορείο για το γυρισμό. Ο γιορτινός ήλιος έχει βγει και σκέφτεσαι αν πρόλαβες σε μία μέρα να τα δεις όλα. Έφτασες χτες το πρωί και φεύγεις σήμερα. Δύσκολο να χωρέσουν τέσσερα χρόνια μέσα σε μία ημέρα. Μα προσπάθησες με το παραπάνω να δεις όσο περισσότερα πράγματα. Μόλις έφτασες, άφησες τα πράγματα στο ξενοδοχείο και με το γοργό σου βήμα ξεκίνησες. Κοίταζες νευρικά πέρα-δώθε για σημεία που θα σου θύμιζαν κάτι. «Σταθερά σημεία στη δίνη των μεγάλων πόλεων» που λέει και ο Μοντιανό. Η πρωινή απόλυτη ηρεμία σε βοηθάει να σκεφτείς τα περασμένα. Οι σκηνές έρχονται μπερδεμένες μαζί με φωνές που γιορτάζουν τη νιότη τους ενώ η μέρα ξημερώνει. Φιλιά, φιλίες και κουβαλήματα μεθυσμένων μπερδεύονται σε ένα μπούγιο όπως αυτό του πρώτου έτους. Περνάς το άγαλμα του κόντε Καποδίστρια και κατηφορίζεις με μία πρωτόγνωρη ενέργεια. Κοιτάζεις με άλλη ματιά τα κτίρια. Αυτά τα γαμάτα νεοκλασικά που ξεπροβάλλουν από παντού. Τι ευλογημένος τόπος! Και πόσο δεν έχει αξιοποιηθεί, σκέφτεσαι. Περνάς την κολόνα του Ντούγκλας και βρίσκεσαι στην παλιά σου γειτονιά. Τη Γαρίτσα με το ιδιαίτερο χρώμα και τη γνωστή παραλιακή βόλτα. Οι ανάσες γίνονται πιο βαριές καθώς προχωρείς. Συνεχίζεις να κοιτάς εξονυχιστικά για να δεις και την παραμικρή αλλαγή σε μαγαζιά και κτίρια. Στο γυρισμό μπαίνεις από τη μέσα πλευρά. Ο νυχτερινός περιπτεράς σε βλέπει ανήσυχο και σε ρωτάει εάν ψάχνεις κάτι. «Τον εαυτό μου» θέλεις να του πεις αλλά μένεις σε ένα απλό «τίποτα, ευχαριστώ».

Απέναντι το καφενείο είναι ανοιχτό και μπαίνεις για να πιεις την ελληνικούρα σου. Στο καφενείο που μικρότερος δεν θα πήγαινες, γιατί ντρεπόσουνα με τους γέρους. Αλλά τώρα νιώθεις πως και εσύ ανήκεις στους παλιούς. Παραγγέλνεις και πιάνεις ευθύς την κουβέντα με τους θαμώνες. Με «βέρους Γαριτσιώτες», όπως σου λένε με την τραγουδιστή φωνή τους. Παράλληλα κοιτάζεις τα δεκάδες παλιά κάδρα που κοσμούν τους τοίχους. Όλη η Γαρίτσα σε τέσσερα ντουβάρια. Η ομάδα του Ολύμπου, ο Θόδωρος Δεσύλλας και δεκάδες απλοί κάτοικοι σε γιορτές και χαρές. Νιώθεις πως και εσύ είσαι κάπου μέσα, κι ας μη φαίνεσαι. Η διπλανή φουρνάρισσα καταφθάνει κατσουφιασμένη. Έχει πολλή δουλειά σήμερα. Να ετοιμάσει ζύμη για εκατοντάδες εορταστικούς λουκουμάδες.

Αποτυπώνεις τις εικόνες στο χαρτί και ο διπλανός σου στέλνει συνεχώς μηνύματα. «Ψηλέ, το μήνυμα χρεωνόταν κάποτε» είσαι έτοιμος να του πεις. Και να του μιλήσεις και για άλλα, χρησιμοποιώντας την ξεχασμένη τέχνη της αφήγησης. Να του πεις πως η σημερινή βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου ήταν το παλιό Ιστορικό. Εκεί γίνονταν οι συνελεύσεις των φοιτητών που κατέληγαν στο πατροπαράδοτο ξεκατίνιασμα μεταξύ των «συναδέλφων». Η τωρινή ησυχία της μελέτης δεν θα θυμίζει σε τίποτα τις παλιές αγριοφωνάρες. Κατανοείς πως το πνεύμα της συνέλευσης, γαλουχώντας γενιές και γενιές, έχει διαποτίσει όλη την ελληνική κοινωνία που δεν έχει μάθει να συζητάει. Μετά σκέφτεσαι αν θα σε πιστέψει όταν θα του πεις πως τα γραφεία των καθηγητών ήταν στις διπλανές πολυκατοικίες. Μάλλον ούτε θα σε προσέξει, χαμένος στην οθόνη του. Πιστοποιεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πως κατεβαίνει στη γενέθλια πόλη του. Με μία αυταρέσκεια επιστροφής Καραμανλή από το Παρίσι, περιμένει την ηλεκτρονική επιδοκιμασία για την τεράστια αυτή πράξη του.

Τα πάντα φανερώνουν το πέρασμα του χρόνου πάνω τους. Ο παλιός πρύτανης έγινε πλέον κάδρο στην πρυτανεία. Οι τότε δικοί μας νέοι καθηγητές είναι οι μεγαλύτεροι στο τμήμα. Η Χ. και ο Σ. πιάνονται πλέον στους σεβάσμιους Νέστορες. Ο της προϊστορίας είναι πλέον πρόεδρος του τμήματος. Μπορεί να διδάσκει ακόμα προϊστορία, αλλά κατανοείς πως εσύ ανήκεις πλέον στην προϊστορία. Είσαι πλέον ένας αδιόριστος φιλόλογος, μακριά από τα φοιτητικά early twenties που λένε οι φίλοι μας οι Αμερικάνοι.

Έρχεσαι σε επαφή με τους εναπομείναντες γνωστούς σου στο νησί. Ο Αλέκος έχει το κλασικό αίσθημα του 4ου έτους. Καμία σχέση με τον ενθουσιασμό πριν από δύο χρόνια που τον συνάντησες. Έχει βαρεθεί στο νησί βλέποντας τους ίδιους και τα ίδια για τέταρτο συνεχόμενο χειμώνα. Σου έρχεται στο μυαλό ο εαυτός σου και η έκρηξη που είχες το τελευταίο εξάμηνο. Που σηκωνόσουνα πρωί και απολάμβανες την κάθε στιγμή στο νησί. Που γύρισες κάθε στενό και κάθε μουσείο και μουσειάκι της πόλης. Η κλάση σου είναι σκεπτική παρόλο που θέλετε να πείτε πράγματα ύστερα από τόσο καιρό. Αισθάνεται περίεργα βλέποντας κάτι παλιό εδώ. Κάνει εσωτερικά ένα είδος απολογισμού, ασχέτως αν δεν το φανερώνει.

Παρατηρείς ως ξένος τους ανθρώπους. Τα βλέμματά τους είναι περίεργα, σήμα κατατεθέν μίας μικρής πόλης. Είναι όμως και η εικόνα σου που τους κεντρίζει. Κάτι τους θυμίζεις που θέλουν να το βρουν, ικανοποιώντας το επαρχιακό κουτσομπολιό τους. Οι εκνευριστικά υποκριτικές συζητήσεις τους στο δρόμο άλλοτε σε κούραζαν. Μα τώρα τις ρουφάς και με το παραπάνω. Το νησί συζητά για την επίσκεψη του Πατριάρχη και ανταλλάσσει ευχές για την αυριανή μέρα. Τα καφέ ξεχειλίζουν από κόσμο σε μία γιορτινή ατμόσφαιρα, προάγγελο της αυριανής αργίας. Αν στην Πάτρα το «πίνω καφέ» σημαίνει κάτι τρομερό, στην Κέρκυρα αυτό πολλαπλασιάζεται επί δέκα φορές.

Η μέρα τελειώνει μαζί με την περιπλάνησή σου. Έχεις όμως κάτι τελευταίο να κάνεις. Ενώ σουρουπώνει, ξαναβρίσκεσαι στη Γαρίτσα. Θέλεις να βρεις τα αγγλικά μπισκότα Fox που έπαιρνες σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Όταν έγραφες καλά σε ένα μάθημα ή για να πάρεις δυνάμεις για να συνεχίσεις το διάβασμα. Τα έχει μόνο το σουπερμάρκετ δίπλα στην Αγία Παρασκευή. Μπαίνεις σαν έτοιμος από καιρό και βρίσκεσαι ευθύς στο κλασικό ράφι. Κοιτάς ένα ένα τα προϊόντα σαν γέρος που ελέγχει τις τιμές. Στο ψάξιμο παρατηρείς κάποιες μικροαλλαγές, μα συνεχίζεις. Ελπίζεις να τα βρεις για να νιώσεις μία ασφάλεια. Κοιτάζεις ξανά και ξανά, μα τίποτα. Ζαλισμένος από το επάνω-κάτω στα ράφια, ρωτάς στο ταμείο έχοντας μία τελευταία ελπίδα. Η πωλήτρια σου λέει πως δυστυχώς δεν υπάρχουν. Ήταν ακριβό προϊόν και πλέον δεν έρχεται λόγω κρίσης.

Φεύγεις με μία πίκρα που κυριεύει τα θετικά συναισθήματα της επιστροφής. Θες να φωνάξεις πως και εσύ πέρασες από εδώ, αλλά δεν έχεις τη δύναμη. Και αν το πεις, κανένας δεν θα σε ακούσει. Ούτε καν ο διπλανός σου. Και αναπόφευκτα συνειδητοποιείς τη μοναδική αλήθεια που σου έμαθε μέχρι τώρα η ζωή. Πως ο χρόνος περνάει...

Ο Δημήτρης Μακρίδης έχει σπουδάσει Ιστορία στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Αρθρογραφεί ως «θείος Άκης» σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Έχει δημοσιεύσει κείμενα στη Νέα Εστία, καθώς και σε άλλα τοπικά και πανελλαδικά περιοδικά. Έχει τιμηθεί με το Α' Βραβείο του λογοτεχνικού διαγωνισμού της Ιστορικής Βιβλιοθήκης Χίου.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr