A+ A A-

«Α′ πρόσωπο» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

«Α′ πρόσωπο» της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου
Ήρθα και φέτος. Όπως το 'χουμε συμφωνήσει. Θα 'ρχομαι και τις επόμενες μέρες, όλη την εβδομάδα. Την Παρασκευή μόνο δεν θά 'ρθω. Δεν θα περπατήσω εγώ μαζί με τους άλλους γύρω γύρω στο χωριό. Όχι. Δεν τους θέλω να τους βλέπω. Και το Σάββατο θα έρθω αργά, μετά τις δώδεκα. Τα πανηγύρια τι να τα κάνω; Θα έρθω, βέβαια, και την Κυριακή, το απόγευμα – εδώ πάλι. Όχι το πρωί, μαζί με τους άλλους. Καινούργιο πανηγύρι εκείνο. Δεν τους θέλω, παλιοψεύτες όλοι τους. Καίνε τον Ιούδα και χαίρονται. Γιατί χαίρονται; Άμα κάψουν τους ίδιους, τα παιδιά τους, τις γυναίκες τους, τ' αγγόνια τους, θα χαίρονται; Θα τραβάνε φωτογραφίες; Άσ' τους να χαίρονται, να λένε ψέματα, να χασκογελάνε, να τρώνε και να κάνουν πως γλεντάνε. Τους έμαθα και δεν τους θέλω πια. Όξω όξω τα παίρνουν όλα – δειλοί. Λίγο παραμέσα να σκεφτούν, τους πάει να απ' τον φόβο τους. Γι' αυτό δεν σκέφτονται καθόλου. Μοναχά περπατάνε, ξυπνούν, κοιμάνται, δουλεύουν, κλαίνε και γελάνε. Πού και πού ρωτάνε και κανένα γιατί. Ξεμπερδεύουν κει δα πέρα με μια απάντηση στα γρήγορα και φτου κι απ' την αρχή. Τρώνε, κοιμάνται, ξυπνάνε. Τέλος πάντων, όχι όλοι – αλλά οι πολλοί.

Ε, λοιπόν, εγώ δεν είμαι σαν κι αυτούς. Εγώ ρωτάω, ρωτάω συνέχεια. Τον εαυτό μου, πρώτα απ' όλα. Κι όπου δεν βρίσκω απάντηση, σταματάω. Τη βάζω στην άκρη την απορία μου, ώσπου μαζεύονται κάμποσες κάθε χρόνο, τις βαστάω όλες στο μυαλό μου κι έρχομαι τούτη τη βδομάδα να σ' τις πω. Το 'χουμε συμφωνήσει: εδώ θα σ' τις λέω κι εσύ εδώ θα μου απαντάς. Δεν μου φαινόταν σωστό να σε ρωτάω απ' το σπίτι μου. Όταν θέλει να με ρωτήσει κι εμένα κάποιος κάτι σοβαρό, θά 'ρθει να με βρει – δεν θα μου το πει από μακριά. Έτσι είναι. Αν και, ποιος να 'ρθει να με βρει πια εμένα; Φύγαν όλοι. Για πάντα ή για αλλού. Έφυγα κι εγώ. Τους είπα να μη με ψάχνουν. Θα πάω στο νησί μου, θα 'χω τη σύνταξή μου, να μη με ψάχνουν. Αν θέλω κάτι, θα τους ψάξω μόνος μου. Ήμουν κι εγώ άνθρωπος του κόσμου, και πολύ μάλιστα. Αν θελήσω, θα τους βρω.

Δεν καταλάβαιναν, λέει, πώς θα γέμιζα –άκου γέμιζα– τον χρόνο μου. Λες κι ο χρόνος είναι πιάτο ή σακί. Ο χρόνος είναι παντού και δεν είναι πουθενά. Καλύτερα να μην τον ξεσυνερίζεσαι, γιατί θα τρελαθείς. Για ν' απασχολώ τα χέρια μου, έχω πολλά. Έχω τα κηπευτικά μου, έχω τη βάρκα μου, έχω τις ζωγραφιές μου, έχω την κιθάρα μου. Κάποτε περπάταγα και πολύ. Τώρα κουράζομαι. Τα αρθριτικά με μποδίζουν. Τρώω το λιγοστό μου κάθε βράδυ, κι ύστερα πιάνω τις ερωτήσεις μου. Βάζω στην άκρη τις δύσκολες που τις φυλάω για σένα και αναχαράσσω εκείνες που έχω απαντήσει μόνος μου. Δύσκολη πολύ όλη αυτή η δουλειά. Χώρια που δεν τις θυμάμαι κάθε φορά τις απαντήσεις –δεν τις γράφω πια, έτσι για πείσμα– κι όταν τις θυμηθώ μπορεί να μην μ' αρέσουν και γυρεύω να βρω άλλες, καλύτερες.

Ήμουν καλός άνθρωπος όταν ζούσα με την οικογένειά μου; Καλός σύζυγος, καλός πατέρας, καλός παππούς, καλός πεθερός; Και τι θα πει καλός; Να τους κάνω τα χατίρια; Ήμουν αυστηρός, λέει. Κλειστός. Σαν θυμωμένος, συνέχεια. Και τώρα είμαι θυμωμένος, συνέχεια. Γιατί μ' έφερες εδώ, στον κόσμο; Γιατί μου 'δωσες λίγες χαρές και τόσες πίκρες; Γιατί μου 'δειξες την αγάπη και μετά μου την πήρες; Γιατί μου 'δωσες το μυαλό, αφού, το πιο πολύ, κάνω σκέψεις αμαρτωλές; Γιατί μ' αφήνεις και σκέφτομαι μόνο τον εαυτό μου; Κι όταν ελεώ τον ζητιάνο, τον εαυτό μου σκέφτομαι. Ότι έχω καλοσύνη. Ότι συμπονάω. Και μπράβο μου που δεν είμαι σκουπίδι. Αφού είμαι σκουπίδι. Κι οι πολλοί σαν κι εμένα είναι. Γιατί μας αφήνεις και ζούμε; Και λέμε ψέματα; Και τρώμε και κοιμόμαστε και ξυπνάμε και λέμε ψέματα; Τον εαυτό μας βλέπουμε παντού. Παντού.

Γι' αυτό έρχομαι εδώ. Για να δω εσένα. Για να δω επιτέλους κάποιον άλλον, αληθινά δυνατό, αληθινά σκοτεινό, αληθινά αόρατο αλλά ζωντανό. Περιμένω κάθε φορά ένα σημάδι. Ξέρω πως υπάρχεις και μπορείς να μου το στείλεις. Για πότε το φυλάς; Για όταν δεν θα μπορώ να σύρω τα πόδια μου να 'ρθω να σ' ανταμώσω; Μην μ' εκδικείσαι άλλο. Κατεβαίνω απ' τη μοναξιά μου κι έρχομαι στο σπίτι σου για μια συντροφιά. Δεν κάνω κατάχρηση, βλέπεις. Μια φορά τον χρόνο, λίγες μέρες. Δώσ' μου τη συντροφιά σου. Ένα χάδι αέρα στο μάγουλό μου – θα καταλάβω ότι είναι από σένα. Ένα ακούμπισμα αέρα στα μαύρα ρούχα μου – θα καταλάβω. Το ξέρω πως είσαι εκεί. Πως είσαι εδώ. Είμαι θυμωμένος επειδής δεν μου φανερώνεσαι. Νήστεψα απ' όλες τις ψεύτικες χαρές, τόσα χρόνια. Αποκρίσου μου. Όχι στο μεγάλο Γιατί. Όχι. Απλώς, να μου το πεις πως είσαι εκεί, πως δεν σε περίμενα άδικα, πως δεν είμαι ανάξιος της παρουσίας σου. Να μου το δείξεις κι εσύ αυτό που ξέρω από μόνος μου – αλλά δεν έχει σημασία. Φανερώσου μου πια. Ήρθα και φέτος.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr