LA VITA NUOVA

LA VITA NUOVA του Παναγιώτη Κουσαθανά

Αντίθετα με τη Μόσκα η γάτα μου η Ζαχαράτη είχε ξεπεράσει κάθε όριο γατήσιας μακροβιότητας Τώρα αναπαύονται κι οι δυο στον καλαμιώνα Είδαν πεθύμησαν έλπισαν και προπαντός αγαπήθηκαν στη ζωή όσο λίγα πλάσματα – αλλά και αγάπησαν Δεν μπορούσε να γίνει περισσότερο ή λιγότερο απ’ όσο αγάπησαν κι αγαπήθηκαν

Τώρα που ζιω θέλω να διω κι επιθυμώ κι ελπίζω

σαν αποθάνω μάτια μου χάρη δε σ’ το γνωρίζω

Μια βδομάδα τώρα που έχει φύγει η Μόσκα αυτό το πεισματικό λειανοτράγουδο τραγουδά ο αγέρας στον καλαμιώνα ανάμεσα στα διαλείμματα των παρακρούσεων και της σιωπής Είμαι γεμάτος ενοχές Για όσα έπρεπε να είχα πράξει γι’ αυτήν και δεν έκαμα για όλα όσα δεν έπρεπε να είχα κάμει κι έκαμα «–Σαν έλθει η ώρα ν’ ανασκάψουν οι αρχαιολόγοι θ’ ανακαλύψουν τα κόκκαλα που ’χει κρυμμένα η Μόσκα στο χώμα και θ’ αποφανθούν πως εδώ κατοικούσε πρωτόγονη φυλή» αυτά είπε αστειευόμενος τις προάλλες ο κτηνίατρος νομίζοντας πως έτσι θα ελαφρώσει το πένθος της περίστασης Πολιτισμένη ή πρωτόγονη δεν ξέρω όμως σίγουρα τυχερή φυλή Όποιος δεν αγάπησε και δεν αγαπήθηκε από ζώο φεύγει μισός από τη ζωή

Μια ξερολιθιά χωρίζει τη Μόσκα από την αυλή μου Σ’ αυτόν τον μαντρότοιχο σκαρφάλωνε και σαν ντραγάτης επόπτευε την περιοχή Με το μακρύ μουσούδι της μύριζε τον αγέρα έτοιμη αν χρειαζόταν να υπερασπιστεί με θυμωμένες υλακές την ευλογημένη μοναχικότητά μου Που όταν κάποτε γινόταν αβάσταγη μοναξιά το ίδιο αυτό πλάσμα αυτομάτως μεταμορφωνόταν σε ευγενική οικοδέσποινα καλωσορίζοντας ακόμη και τον τυχαίο άγνωστο που έκρουε κατά λάθος την κλειστή εξώθυρά μου Καρφωμένα με λατρεία τα μάτια της επάνω μου και τ’ αφτιά της δυο κεραίες έπιαναν πριν από τον ίδιο εμένα κάθε ανεπαίσθητο κυματισμό του σώματος και της ψυχής

Όλα μού τη θυμίζουν Τα τακουνάκια της τρέχουν στις πλάκες της αυλής γυρίζω μα δεν τη βλέπω μοσκοβολά το γιαγλίδικο φαγί και σπεύδω να ξεχωρίσω για εκείνη τον δικό της μεζέ το βλέμμα της με κοιτά από τον μαντρότοιχο νύχτα και μέρα (τέτοιαν ώρα έπαιρνε τον υπνάκο της κι εγώ τρύπωνα με αγαλλίαση το χέρι μου στη μαλακιά κοιλιά της ή χουχούλιαζα μακάριος δίπλα της) Ορφανοί Να τι είμαστε Ορφανοί από όσους κι όσα φύγανε προτού έρθομε στη ζωή ορφανοί απ’ όσους κι όσα πανταπάνε ενώ μέχρι χτες ήτανε δίπλα μας Διπλά ορφανοί όταν κι οι ίδιοι φύγομε

Αν γινόταν ξαφνικά να ξαναγύριζε η Μόσκα τι χαρές θα ’κανε ο Ερμής του γείτονα που πάντα την γλυκοκοίταζε αλλά αλυσοδεμένος ποτέ δεν είχε την ευκαιρία! Θα χοροπηδούσε θα βάβιζε από χαρά σαν να μην είχε τίποτα μεσολαβήσει εγώ όμως ξέρω ότι είναι για πάντα φευγάτη ας την περιμένει ο Ερμής Μια βδομάδα τώρα είμαι ένας ανάπηρος άνθρωπος ένας μονόχειρ που μόλις του έκοψαν το χέρι αλλ’ αυτός το κουνά το απλώνει – για την Αγάπη που έλεγα πιο πάνω αυτήν που αγαπιέται και αγαπά Με το ζόρι βαστιέμαι μη σκάψω ν’ αλαφρώσω το χώμα τόσο χώμα εγώ δεν έβαλα ;αλλά ποια θλιβερά απομεινάρια θ’ αντικρίσω; σαν φύγει η ζωή τίποτα δεν την φέρνει πίσω – ούτε η Αγάπη

Πίστευα πως θα πάρει καιρό να ξεπεραστεί ο εφιάλτης μα ξυπνώντας σήμερα το πρωί βρήκα απρόσμενα ένα πεσκέσι στην αυλή δώρο φίλου αγαπημένου Ολοστρόγγυλο σαν μπάλα ένα κουτάβι ζωηρό και παιχνιδιάρικο μπερδεύτηκε στα πόδια μου ίδιο κι απαράλλαχτο με τη Μόσκα μια μικρογραφία της αν εξαιρέσεις τα δυο καννελιά μπαλλώματα στα μαγουλάκια και τα έξι δάχτυλα στο πόδι το ζερβί Ένα σημείωμα κρεμόταν από το άσπρο του λαιμουδάκι «Τη ζωή μόνο με ζωή τη στυλώνεις» έγραφε Μια έλλαμψη σπίθα πες την όπως θες –«φλασιά» τη λένε οι νέοι διατηρώντας από γλωσσικό αταβισμό το θηλυκό γένος– ακονισμένη και αμφίστομη σαν τη ρομφαία που με διαπέρασε τις τελευταίες μέρες μ’ έσπρωξε ξαφνικά να σκαρφαλώσω πάνω από αναβαθμούς και κλίμακες σε μιαν απροκάλυπτη μια βλάσφημη πρόκληση που όχι μόνο με γέμισε ευφροσύνη αλλά και διαμιάς εξαφάνισε τον θυμό και τις ενοχές για το πάρωρο τέλος τής Μόσκας μου «–Θα το βαφτίσω Μόσκα» είπα αποφασιστικά και γυρίζοντας στο κουλουκάκι που με κοίταζε με φόβο μαζί και λατρεία το πήρα στην αγκαλιά και το χάιδεψα «–Σημειωμένο κι εξαδάχτυλο γούρικο και τυχερό μου τώρα καταλαβαίνω γιατί διαιωνίζονται τα ίδια ονόματα στις οικογένειες» ψιθύρισα στο κοχυλένιο του αφτί «εσύ όχι μόνο θα ξαναπάρεις την Πόλη αλλά θα κουρσέψεις και τη δική μου πληγωμένη καρδιά!»

Τώρα που ζιω θέλω να διω κι επιθυμώ κι ελπίζω…

Δεν πά’ να παίζει ο καλαμιώνας το σουβριάλι του όσο του κάνει κέφι ρόδα είναι η ζωή και γυρίζει «–Αν σου βαστά Θάνατε και κυρ’-Θάνατε ξανακλάψε εντός μου τίποτα δεν φοβάμαι τώρα που η νέα ζωή με ζώνει» είπα παραμιλώντας και σφιχταγκάλιασα τη νέα Μόσκα μου κλείνοντας με πάταγο την πόρτα πίσω

 

Ο Παναγιώτης Κουσαθανάς (Μύκονος, 1945) είναι ποιητής, πεζογράφος και μελετητής. Έχει εκδώσει είκοσι πέντε βιβλία. Το έργο του έχει τιμηθεί με το Βραβείο Μαρίας Περ. Ράλλη (1980) και δυο Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας (2003 & 2010). Πρόσφατα βιβλία του το: Τα ποιήματα και τέσσερεις αναπλάσεις και Αξιοσημείωτες συναντήσεις (Ίνδικτος 2011).

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr