«Αλληλεγγύη στον τάρανδο» του Γιώργου Γκόζη

Ο Μάκης είναι πολιτικός μηχανικός. Όταν αποφοιτήσει, δεν θέλει να γίνει σκλαβάκι των εργολάβων οικοδομών. Σύμφωνα με τον Μάκη, οι εργολάβοι οικοδομών δεν έχουν και σπουδαίες διαφορές σε σχέση με τους εργολάβους κηδειών. Για να ακριβολογεί, είναι πολύ χειρότεροι. Και οι δυο θάβουν ανθρώπους. Οι μεν ζωντανούς, οι δε πεθαμένους. Οι μεν ομαδικά, οι δε ατομικά. Οι μεν ενταφιάζουν σε υπέργεια «Διαμερίσματα Λουξ Υπερπολυτελούς Κατασκευής» των εβδομήντα πέντε τετραγωνικών –τα δώδεκα τουλάχιστον από αυτά λαθραία–, οι δε αρκούνται στα υπόγεια διαμερίσματα των δύο μόνο μέτρων, χωρίς ημιυπαίθριους. Οι μεν δίνουν τη χαριστική βολή με περιβαλλοντικά εγκλήματα τύπου μεταφοράς συντελεστή δόμησης, αλλά και έκδοσης τραπεζικών δανείων, οι δε με τις υπερκοστολογημένες κηδείες «δημοσία δαπάνη». Ως κατεξοχήν αγράμματοι, ισχυρίζεται ο Μάκης, οι εργολάβοι του τσιμέντου θέλουν τους μηχανικούς υποχείριά τους. Να τους υποχρεώνουν να σχεδιάζουν μαζικά, κουτιά ως περιστερώνες ανθρώπων, αυτά που το μικροαστικό νεοελληνικό όνειρο ζωής ονόμαζε μέχρι πριν από καμιά πενταετία «βαριά βιομηχανία της χώρας» με το χαμηλοτάβανο όνειρο ζωής «τζάκι-πάρκινγκ-αποθήκη». Ο Μάκης, λοιπόν, για τον εαυτό έχει επιλέξει να ασχοληθεί μετά τις σπουδές του με το καρτούν και τα graphic novels. Υπάρχει, όπως και να 'χει, μια ομοιότητα του γραμμικού και του ελεύθερου σχεδίου του Πανεπιστημίου με το σκίτσο. Στο σκίτσο εν πολλοίς πάλι με κουτιά θα ασχολείται. Θαυμάζει τον Αλτάν για την υποδόρια ειρωνεία των χαρακτήρων του και τον Αρκά για το μαύρο του χιούμορ. Με τη Σούλα είναι μαζί και στη ζωή, ζευγάρι. Την αγαπάει και απολαμβάνει να του μιλάει έξω από τα δόντια, με αιχμηρό τρόπο, γι' αυτό και την αποκαλεί χαϊδευτικά Σουβλίτσα.

Η Σούλα και ο Μάκης είναι είκοσι χρόνων παιδιά, φοιτητές στην ίδια πόλη, ανυπότακτοι, που πολύ τους αρέσει να είναι αδέσποτοι κι οι δυο, χωρίς Δεσπότη δηλαδή, χωρίς Αφέντη μέσα στη μεγάλη αυτή πολιτεία.

Μια από τις αγαπημένες τους συνήθειες είναι να την περιδιαβαίνουν πεζοί και να διαβάζουν τα γκράφιτι στους τοίχους. Έτσι παίρνουν ιδέες και για το μεράκι τους ο καθένας χωριστά. Μια καθιερωμένη στάση είναι πίσω από την αιωρούμενη Πλατεία, σε ένα στενάκι που το όνομά του δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν ποτέ. Πιτσιρικαρία πάντα βρίσκεται εκεί με τα πολύχρωμα σπρέι και τους πλουμιστούς μαρκαδόρους, να κατεβάζει ιδέες και σχήματα και χρώματα και λόγια και συνθήματα. Κάποιος από εκείνους τους πιτσιρικάδες τούς αποκάλυψε ότι η λέξη σπρέι στα ελληνικά ονομάζεται εκνέφωμα – μα καλά, δεν το ήξεραν αυτό, φοιτητές άνθρωποι; Το αναγράφουν όλες οι ιατρικές συνταγές προκειμένου για σκευάσματα ρινικής αποσυμφόρησης.

Η φίλη του πιτσιρικά εκείνου που βάφει δίπλα του με μαύρη μπογιά χρησιμοποιώντας μήτρα από χαρτόνι φαίνεται πιο συνειδητοποιημένη. Έχει αποτυπώσει στην πίσω μεριά μιας πολυκατοικίας μια παλιά, φορητή τηλεόραση με κλαδωτή κεραία που από κάτω γράφει:

ΕΓΧΡΩΜΗ ΤΙΒΙ, ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΗ ΖΩΗ.

«Τα τελευταία είκοσι και βάλε χρόνια γίνεται μια συστηματική και ταυτόχρονα συστημική προσπάθεια να πειστούμε πως ό,τι δεν δείχνει η τηλεόραση, απλώς δεν συμβαίνει. Ίσα ρε, παλιοχαμούρηδες!» τους πολυβολεί με λέξεις και συνεχίζει παραδίπλα στο ίδιο μοτίβο:

ΔΕΝ ΕΧΩ ΦΙΛΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΕΧΩ MSN.

Πολλά από τα γκράφιτι στην πόλη δεν είναι όμορφα, ούτε έξυπνα, τα περισσότερα από αυτά είναι βρομιές και ασυνάρτητες απλώς μουντζούρες. Ορισμένα όμως από αυτά είναι πραγματικά έργα τέχνης. Αυτά ψάχνουν ο Μάκης και η Σούλα, την κρυμμένη αλήθεια στους τοίχους, άντε το πολύ πολύ και την κρυμμένη αλήθεια στα ντουβάρια. Δεν τους αφορούν τα συνθήματα για το οπαδιλίκι των ομάδων ούτε και η καφρίλα της κομματοσαπίλας. Στις σχολές τους έχουν πολλούς τέτοιους ταμένους που πουλάνε εφημερίδες, κάνουν αφισοκολλήσεις και θέλουν να σε σώσουν με το ζόρι. Δεν τους αρέσει να γκρινιάζουν για τους κάθε λογής κλέφτες του παρόντος χρόνου για το δικό τους μέλλον, ένα όμως γκράφιτι το έχουν ξεχωρίσει, αν και λίγο κλισέ και εύκολο:

ΨΗΦΙΣΕ ΑΛΗ ΜΠΑΜΠΑ, ΕΧΕΙ ΜΟΝΟ 40 ΚΛΕΦΤΕΣ.

Στην οδό Πειραιώς, στην πλάτη μιας καπναποθήκης κλειστής από χρόνια, παρατηρούν το διαχρονικό:

ΒΑΣΑΝΙΖΟΜΑΙ

που έχει πλέον ξεφύγει από τα στενά όρια του αστικού κέντρου κι έχει γίνει πανελλήνιο.

Στην Άνω Κυψέλη, στέκονται εκστατικά μπροστά από το:

ΔΕΝ ΠΟΛΕΜΑΜΕ, ΣΦΥΡΑΜΕ ΚΛΕΦΤΙΚΑ.

«Τι να σημαίνει, άραγε, ότι σφυράνε κλέφτικα εκείνοι που το έγραψαν;» αναρωτιέται ο Μάκης. «Μήπως ότι αδιαφορούν για τους κάθε λογής εσωτερικούς και εξωτερικούς πολέμους; Ή μήπως το εντελώς αντίθετο, ότι δηλαδή ετοιμάζονται για αντάρτικο πόλεων;»

«Αχ, Μάκη μου! Αχ, Μάκη μου!» τον προσγειώνει η Σούλα, «γιατί σώνει και καλά να υπάρχει μια ερμηνεία για καθετί που βλέπουμε γύρω μας; Ας είναι ελλειπτικό αυτό το γκράφιτι», ορθά αποφαίνεται. «Δηλαδή τι έχεις να πεις για εκείνο που είδαμε στο Φάληρο: ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΙέΛ ΚΑΝΕΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ. ΕΣΥ; Για πες μου: τι ερμηνεία δίνεις εδώ;» και τον αποστομώνει.

Σε έναν μαρμάρινο τοίχο του Πολυτεχνείου, παρακολουθούν όλους τους διερχομένους να έχουν απλώσει το χαλάκι τους και να προσκυνούν:

ΔΟΞΑ ΤΑ ΛΕΦΤΑ, ΕΧΟΥΜΕ ΘΕΟ.

Εκείνο όμως που τους κάνει να χτυπήσουν tilt, είναι αυτό της περασμένης άνοιξης:

ΚΑΡΙΟΛΑ ΕΜΑΝΝΟΥΕΛΛΑ, μ' έχεις κάνει τάρανδο.

Έτσι ακριβώς, μια παραφωνία, το «ΚΑΡΙΟΛΑ ΕΜΜΑΝΟΥΕΛΛΑ» με κεφαλαία, το «μ' έχεις κάνει τάρανδο» με μικρά. Υπάρχει γραμμένο στον περιβάλλοντα χώρο του Εκθεσιακού Κέντρου. Το έχουν δει στο Ολυμπιακό Στάδιο και στο κτίριο της Χριστιανικής Αδελφότητας Νέων. Στους τοίχους της Σχολής Καλών Τεχνών, αλλά μέχρι και στα βαγόνια του τρένου και του Μετρό.

Ο Μάκης, την πρώτη φορά που το αντίκρισε, άρχισε έναν καταιγισμό ερωτήσεων: «Γιατί ένα τόσο προσωπικό μήνυμα να απευθύνεται σε όλους, μα όλους;» απόρησε. «Τι να του έκανε η Εμμανουέλλα του παλικαριού, ώστε εκείνος να νιώθει πως έχει κέρατα μεγαλύτερα κι από έναν τάρανδο;» αντιφώνησε. «Πόση ταύτιση μπορεί άραγε να αισθάνονται όσοι έχουν υποστεί το ίδιο από κάποια άλλη Εμμανουέλλα; Σουβλίτσα, έτσι λες να κάνω κι εγώ αν με απατήσεις;» αναρωτήθηκε πλήρης ανασφάλειας.

«Αχ, Μάκη! Αχ, Μάκη!» μάταια προσπάθησε να τον διακόψει εκείνη.

«Ποιον αφορά άραγε η ιστορία της Εμμανουέλλας κι εκείνον που τον έχει κάνει τάρανδο;» συνέχισε ο Μάκης ακάθεκτος. «Γιατί δίπλα στο ονοματεπώνυμο υπάρχει κι ένας αριθμός κινητού τηλεφώνου; Τόση διαπόμπευση πια;» ρωτούσε απνευστί.

«Μα γιατί τέτοια θυματοποίηση του κερατωμένου;» πρόλαβε να πει η Σούλα, αλλά ο Μάκης είχε ρέντα και δεν επέτρεπε σε κανέναν εκείνη την ώρα να διακόψει τη σκέψη του.

«Μήπως πρόκειται για αστείο που σύντομα θα πάρει έκταση, όπως τα ανέκδοτα με τον Τσακ Νόρις;» σκέφτηκε φωναχτά.

«Αχ, Μάκη! Αχ, Μάκη!» αποπειράθηκε να του μιλήσει η Σούλα.

«Μήπως τελικά το πρόσωπο είναι φανταστικό και μας δουλεύουν; Ρε μπας και μας κάνουν πλάκα;» εξακολούθησε να μονολογεί ο Μάκης.

Τότε η Σούλα κατάλαβε ότι δεν επρόκειτο να τον κάνει να ξεκολλήσει διαφορετικά. Έβγαλε, λοιπόν, από το κρεμασμένο στον ώμο της σακίδιο-σταγόνα ένα μαύρο μεταλλικό δοχείο, το ανακίνησε δυνατά ώστε να ακούγεται μέσα του η μπίλια που χτυπάει στα τοιχώματά του και να αναδεύει το χρώμα, πριν εκείνο βγει από τη βαλβίδα εκτόνωσης της πίεσης και πριν εξατμιστεί ως εκνέφωμα στον πιο κοντινό τους τοίχο, εκεί όπου η Σούλα έγραψε αγανακτισμένη εξαιτίας της ηττοπάθειας εκείνου που συνέλαβε το γκράφιτι, αλλά και της λογοδιάρροιας του Μάκη:

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΝ ΤΑΡΑΝΔΟ!

Εικαστικό: Γιώργος Φερμελετζής ©

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Damnatio memoriae» της Κωνσταντίας Χατζησάββα

Το μοναστήρι Το κελί βρίσκεται στη δυτική πλευρά του μοναστηριού. Στο λιθόκτιστο τοίχο απέναντι από τη στενή και χαμηλή πόρτα της εισόδου, που για να περάσω πρέπει να λυγίσω το κορμί, ανοίγεται ένα ορθογώνιο...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Σάββας ο Θαλασσινός» του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

Του το ‘χε κολλήσει το παρατσούκλι ο καπετάνιος του πρώτου πλοίου που είχε μπαρκάρει, ο κυρ Ανέστης. Του άρεσε. Πιτσιρικάς τότε, δεκαέξι χρονών, πρώτη φορά έφευγε από τον Πειραιά και άφηνε πίσω μάνα πατέρα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ήλιε μια βόλτα έκανες» του Απόστολου Σπυράκη

Ένα βράδυ που με είχαν βάλει περιφρούρηση στο τηλεφωνικό κέντρο της ΚΝΕ, στον όγδοο όροφο επί της Εγνατίας, άκουγα τα «Δακρυσμένα μάτια» σ’ ένα ραδιοφωνάκι, μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση «…στους μεγάλους...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 7
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER