«Αθήνα 2004-2015» της Ελένης Λάππα-Οικονόμου

«Αθήνα 2004-2015» της Ελένης Λάππα-Οικονόμου

Για κλάσματα δευτερολέπτου, ο άντρας σήκωσε το ένα του χέρι με λάφυρο μισή φραντζόλα. Εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει που την έφερε στο στόμα λαίμαργα, ενώ με το άλλο έψαχνε ακόμη.

Είναι αλήθεια πως η Αθήνα δεν την είχε συνηθίσει σε τέτοιες σκηνές. Έλειπε βέβαια και αρκετά χρόνια. Θυμήθηκε μια παρόμοια σαν και αυτή σκηνή ένα βράδυ με ομίχλη στο Στρασβούργο, στην πιο κεντρική πλατεία της έδρας του Κοινοβουλίου. Ήταν και τότε παραμονές Πρωτοχρονιάς. Σαν να ήταν πιστό αντίγραφό της. Για τις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις ήταν, βέβαια, κάτι συνηθισμένο. Ένας κλοσάρ, όπως τόσοι άλλοι, δεν αποτελούσε αξιοσημείωτο φαινόμενο. Και ποιος δεν έχει ακούσει για τους Ευρωπαίους κλοσάρ; Ολόκληροι μύθοι πλάστηκαν για τη ζωή τους.

Η Αθήνα, όμως; Η Αθήνα που ήξερε, είχε τους καθιερωμένους ζητιάνους, τυφλούς ή μη, σε μόνιμες γωνιές, με μόνιμα έσοδα, με μερικούς μόνιμους πελάτες και με πολλές ιστορίες για ολόκληρες περιουσίες που βρέθηκαν μετά θάνατον. Λένε πως κάποιος από αυτούς παλιότερα υπήρξε και ευεργέτης.

Και να που τώρα μας προέκυψαν και αυτοί.

Σκέφτηκε πως σε λίγους μήνες η Αθήνα θα φορέσει τα καλά της για να υποδεχτεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι προετοιμασίες είναι κιόλας πυρετώδεις. Αστραπιαία πέρασε από το μυαλό της πως ίσως όλοι οι όμοιοί του θα έχουν την τύχη των αδέσποτων σκυλιών. Ακούστηκε πως αυτά θα τα μαζέψουν, όπως και τα παιδιά των φαναριών. Ένιωσε ανακούφιση. Όχι και να εκτεθεί η χώρα παγκόσμια. Το είδε στην τηλεόραση, το είδε και το άκουσε να το ανακοινώνει η Μεγάλη Κυρία.

Ο άντρας σκυμμένος πάνω στον κάδο συνέχιζε ανενόχλητος να ψάχνει. Δεν την είχε αντιληφθεί καν.

Τότε εκείνη ένιωσε έντονα το βάρος από τις δυο σακούλες. Χωρίς να το σκεφτεί και χωρίς να μιλήσει, άφησε τη μία δίπλα του και έφυγε χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει.

Νόμιζε πως τον ξανάδε ύστερα από χρόνια, παραμονή πρωτοχρονιάς 2015, στη στοά Κοραή, αλλαγμένο βέβαια. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει, δεν καλόβλεπε κιόλας. Σταμάτησε στο μέσον της στοάς να ξεκουραστεί, την πονούσε και το πόδι. Είχε ανεβεί από την Ομόνοια διασχίζοντας τη Σταδίου φορτωμένη τσάντες με δώρα για τα παιδιά, όχι όσα και όποια θα ήθελε, όπως άλλοτε. Αρκεί που μπορούσε ακόμη να αγοράζει έστω και αυτά, τα πενιχρά.

Σταμάτησε και τον κοίταζε. Κάποιον της θύμισε, μια παλιά εικόνα πριν από χρόνια, που δεν ξεχνούσε. Νόμισε πως ήταν ο ίδιος, όμως είχε πέσει έξω. Ξεγελάστηκε, κάποιο παιγνίδι τής έπαιξε και πάλι η μνήμη. Ο άντρας που το σκυμμένο κεφάλι του μισόκρυβε ένας πράσινος σκούφος καθόταν ανακούρκουδα στο πλατύσκαλο ενός κλειστού μαγαζιού με μια τεράστια πινακίδα «ΠΩΛΕΙΤΑΙ» πάνω από το κεφάλι του και με ένα πλαστικό κυπελλάκι δίπλα του με ελάχιστα κέρματα. Καμιά σχέση δεν είχε με τον άλλον, πριν από έντεκα χρόνια. Ήταν σίγουρα πιο νέος, πολύ νέος, τώρα που τον παρατηρούσε βεβαιώθηκε, το φανέρωνε το σουλούπι του. Μόνο που έπλεε και αυτός σε κουρελιασμένα, βρόμικα ρούχα, όπως και ο άλλος και όπως τόσοι άλλοι που τους είδε ανεβαίνοντας τη Σταδίου και την Κλαυθμώνος. Μα τόσο πολλοί ήταν, λοιπόν;

Η Αθήνα ήταν πια γεμάτη από αυτούς. Αυτή ήταν η Αθήνα τώρα πια;

Κάθισε απέναντί του με τις τύψεις της γι' αυτό που δεν έκανε όλα αυτά τα χρόνια. Ήθελε να σκεφτεί σε τι έφταιξε αυτή. Δεν μπορεί αυτή να είναι αθώα και όλοι αυτοί γύρω της να έφταιξαν; Σε κάτι θα έφταιξε και αυτή. Η αδράνεια, ναι, η αδράνεια. Η αδράνεια δεν είναι ενοχή; Προσπάθησε να θυμηθεί πώς το λέει εκείνος ο αρχαίος ιστορικός, που κάποτε της άρεσε. «Αχρείους, αχρείους μάς αποκαλεί όλους εμάς που αδρανούμε», σκέφτηκε, «δηλαδή, με άλλα λόγια, άχρηστους».

Για μια στιγμή, σαν να τον μαγνήτισε η ματιά της, εκείνος σήκωσε το κεφάλι. Τα μάτια του στο χρώμα ξάστερου ουρανού την κοίταξαν κατάματα, θαρρετά. Βόστρυχοι ξανθοί ξεπήδησαν από την ανασηκωμένη κουκούλα και ένα χαμόγελο πήγαινε να σκάσει ανάμεσα από τα πυκνά ολόξανθα μακριά γένια. Εκείνη νόμισε πως η στοά φωτίστηκε και κάποιος άγγελος αναδύθηκε μέσα από τα κουρέλια.

Και ξαφνικά, ο χώρος γέμισε παρέες από όλους όσους είδε ανεβαίνοντας τη Σταδίου και την Κλαυθμώνος να κάθονται μοναχικοί, ο καθένας στη γωνιά του με μια κουβέρτα και ένα τενεκεδάκι ή ένα αναποδογυρισμένο καπέλο, χωρίς να απλώνουν χέρι. Δεν ήταν επαίτες αυτοί, οι περιστάσεις, οι περιστάσεις έφταιγαν – «δεν είμαστε ξένοι, ήμαστε και εμείς πριν από λίγο καιρό νοικοκύρηδες σαν και σας, μην αυταπατάσθε, δεν είμαστε ξένοι, δεν είμαστε μετανάστες, δικό σας κομμάτι είμαστε». Γέμισε η στοά φωνές, κάποιος από αυτούς είχε μια κιθάρα και με μια βραχνή φωνή θυμήθηκε τα τραγούδια του Νιόνιου, «και ντιρλαντά, ντιρλανταντά», και «θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν», οι υπόλοιποι επαναλάμβαναν, ακολουθούσαν το τέμπο και στο μέσον, έτσι όπως είχαν φτιάξει έναν κύκλο, σαν αυτοσχέδιο χορό, πώς δεν τον πρόσεξε αμέσως, ένας κλόουν, κακοβαμμένος, με μια καρικατούρα καπέλου, μα ναι, ήταν ένας κλόουν που χόρευε και γελούσε, Θεέ μου, πώς γελούσε... Χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε ανάμεσά τους, πιασμένη χέρι χέρι με τον ξανθό άγγελο και αφέθηκε να την παρασύρουν, να την πάνε... μα πού την πήγαιναν;

Βγαίνοντας από τη στοά προστέθηκαν και άλλοι πολλοί από άλλες γωνιές, και νέοι και ηλικιωμένοι και άντρες και γυναίκες, ένα μπουλούκι. Ώσπου έφτασαν σε κάποιο περιστύλιο ενός μεγάρου, μα κάτι τής θύμιζε αυτό το μέγαρο από παλιά, γραφεία, πολλά γραφεία, έσφυζε από ζωή, και τώρα; Τώρα άδειο και κλειστό με μισοσχισμένα «ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ» και «ΠΩΛΕΙΤΑΙ». Χρησίμευε τουλάχιστον σε κάτι. Φιλοξενούσε όλους αυτούς στο περιστύλιο, γεμάτο με κουρελιασμένα στρώματα, κουβέρτες τρύπιες, βρόμικες και κούτες, πολλές κούτες και καδρόνια που έκαιγαν σε δυο γωνιές, για να ζεστάνουν τη σπηλιά, πώς της έμοιασε αλήθεια σαν σπηλιά... μια σπηλιά στην καρδιά της Αθήνας... μια πρωτοχρονιάτικη εστία για την καινούργια χρονιά, το 2015. Κάποιος είχε φροντίσει και είχε αναρτήσει μια τεράστια πινακίδα «ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ 2015» και από κάτω καμινέτα και κατσαρολικά και κούπες μισοσπασμένες και μπουκάλια μισογεμάτα.

Μια μπουκάλα περνούσε από στόμα σε στόμα. Της έδωσαν να πιει. Ζαλίστηκε, τα μέλη της λύθηκαν, ζεστάθηκε, ένιωσε μια γλύκα σε όλο της το κορμί.

Ο κλόουν την πήρε αγκαλιά και την απίθωσε πάνω σε ένα στρώμα που μύριζε.

Ήθελε να του πει πως αυτή δεν ήταν από αυτούς, πως ήταν από αλλού, τάχα από άλλο παραμύθι ή ίσως και από άλλο όνειρο, αλλά η φωνή της χάθηκε βαθιά μέσα στο λαρύγγι.

«Αύριο, αύριο», σκέφτηκε, «θα το ξεκαθαρίσω».

Γιάννενα, 7-1-2015
[Την ώρα που γράφω, ακούω από το ραδιόφωνο για την επίθεση στη Γαλλία.]

Φωτογραφία: Γιώργος Φερμελετζής ©

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ένα απειλητικό τηλεγράφημα» της Πέλας Σουλτάτου

Αθήνα, 19/05/2022 Αγαπητέ κύριε Διευθυντά, παρακαλώ να δημοσιεύσετε την ιστορία που σας καταγράφω πλην όμως ψευδωνύμως για ευνόητους λόγους, όπως ιδίοις όμμασι θα διαπιστώσετε. Τα ακόλουθα γεγονότα συνέβησαν...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Η μνήμη του μνήματος: Ο τάφος του Πέρκαλλου» της Κωνσταντίας Σωτηρίου

Αγαπητέ κύριε, Η είδηση για την ανακάλυψη του τάφου σας, εκατό χρόνια μετά τον θάνατό σας, γέμισε με χαρά άπαντες τους κάτοικους της χώρας μας και σκόρπισε ανακούφιση στους φιλολογικούς κύκλους που δεν...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Εν καμίνω, Ι» της Νατάσας Ζαχαροπούλου

«Καιγόμαστε! Τρέχα!» Πετάχτηκε. Ήταν περί την αμφιλύκην. Χρειάστηκε μερικές στιγμές, αλαφιασμένος, να καταλάβει τη φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής, ενώ φορούσε ό,τι έβρισκε μπρος του, καθώς...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: