A+ A A-

ΤΑ ΑΙΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ της Μάγδας Τσιρογιάννη

ΤΑ ΑΙΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ της Μάγδας Τσιρογιάννη
Όταν τον εγκατέλειψε ξαφνικά έβαψε τον ήλιο μαύρο. Τον πρώτο καιρό τα δάκρυά του έτρεχαν κρουνηδόν, κάθε πρωί που ξυπνούσε η πρώτη του σκέψη ήταν: Ανάθεμα! Όταν βγαίνει ο ήλιος τον μέμφομαι ανέβαιναν στην επιφάνεια οι λέξεις και γύριζε πλευρό για να βυθιστεί ως αργά το απόγευμα.

Ήταν μοναδική στη ζωή του έτσι καθώς την έβλεπε μέσα στου είναι τους τροπισμούς. Κομψή, θερμή και καλλιεργημένη, τον είχε κυριεύσει ολοκληρωτικά αυτόν τον καθηγητή της θεωρίας της Λογοτεχνίας, με τα γυαλιά και το βλέμμα του πρίγκιπα Μίσκιν. Αχ, ήθελε πολλά πράγματα αυτή, εδραία στην ευχαρίστηση και σκληρή σαν το διαμάντι. Κεντημένα σεντόνια και μεταξωτά του άκρου θρου, βιβλία, δίσκους, ρούχα ακριβά και αρώματα που διαρκούσαν. Άκουσε ότι ο διάδοχός του, στέλεχος σε μια πολυεθνική εταιρεία, την πήγε ταξίδι στη Ρώμη και της αγόρασε ένα περσικό χαλί που ήταν η τελευταία της αδυναμία. Κι η κοινή ζωή τους πού πήγε; Πού πήγαν οι ώρες που διάβαζαν μαζί, πού πήγαν οι βραδιές στα ταβερνάκια όπου μέσα στην ελαφρή μέθη, οι συνειρμοί τούς οδηγούσαν στα πέρατα και του έλεγε πως αφού τον έχει δίπλα της, τα έχει όλα δικά της.

Εσύ που μου δίνεις μου παίρνεις μου ζητάς
εσύ τη ζωή μου κρατάς

σιγομουρμούριζε το τραγούδι κρατώντας το χέρι του και μιλώντας γι' αυτά που αγαπούσε και ύστερα μαζί στο σπίτι, τα δικά τους μες στο ημίφως και τη σιωπή να παίζουν στα βλέφαρά του αστραπές κι εκείνη αφημένη στην ορμή όπως αέρας στα κλαδιά βελανιδιάς στη δύναμη του έρωτά τους! Ναι, είχαν ζήσει το απόλυτο. Τόσα που διάβαζαν μαζί, τόσα που άκουγαν, τόσα παλιά και σύγχρονα και πώς θα τα πλησίαζε μόνος; Πέρασε μέρες άπλυτος στα ίδια τα τελευταία τους σεντόνια, με το μυαλό θολό από τα χάπια γιατί δεν άντεχε το αλκοόλ, θυμήθηκε μια θεία του που έκανε δυο χρόνια να λουστεί όταν έχασε τον άντρα της, θυμήθηκε τον αετό που παίρνει μόνον ένα ταίρι στη ζωή του. Οι μέρες έπεφταν ανούσιες στα βάθη και ο πόνος ήταν ασίγαστος.

Έφτασε ο χειμώνας, τα Χριστούγεννα κι εκείνος ήταν μόνος. Παραμονή Πρωτοχρονιάς πέρασε απ' το σπίτι της, σ' έναν δρόμο με σκαλιά και ψηλά παρτέρια, εδώ ήταν τα χώματα που φύτευε εδώ και οι πρασινάδες. Ο ουρανός ήταν βαρύς και τα παράθυρά της έλαμπαν με τις κουρτίνες τραβηγμένες. Φαίνονταν οι ετοιμασίες της γιορτής, το τραπέζι με το δαμασκηνό τραπεζομάντιλο και τα σκαλιστά μαχαιροπίρουνα πλάι στο καλό σερβίτσιο, ζωγραφιστή πορσελάνη με μικρές γιρλάντες από ρόδα πλαισιωμένα στις άκρες με φύλλο χρυσού. Είχαν φάει πολλές φορές σ' αυτά στα καθημερινά τους ξεφαντώματα και τώρα τα ξανάβλεπε πάλι. Καρδιά του χειμώνα, γιορτές και μόνον αυτός αποδιωγμένος.

Ευχήθηκε να έρθει καταιγίδα να σαρωθεί ο τόπος από τη βροχή. Να σπάσουν τα κλαριά, να πέσουν στα τζάμια, να ρίξει χιόνι να σκεπαστεί ο ξετραχηλισμένος κόσμος, αλλά δεν έγινε τίποτε. Κάπνισε δυο πικρά τσιγάρα και έφυγε, ξαναγύρισε όταν χτύπησε η δωδεκάτη. Η μουσική έπαιζε δυνατά, οι φίλοι που ήξερε είχαν σχηματίσει κύκλο κι εκείνη χόρευε στη μέση με τον δικό της τρόπο, τον δωρικό. Χόρευε και καμάρωνε και λύγιζε στον άλλον που κρατούσε το μαντίλι. Αισθάνθηκε ν' αδειάζει ο κόσμος, η σάρκα του πλέον δεν είχε συναίσθηση. Κοίταζε και δεν έβλεπε, ώσπου άκουσε δίπλα του ένα μακρόσυρτο, παρατεταμένο νιάοοοοοο και ο γάτος της, ο Χάρης, με τα πατήματα του λιονταριού ανέβηκε στο στήθος του, χάδια και γουργουρίσματα σε τέλεια παράδοση στην αγκαλιά του.

«Εσύ, αγαπημένε Χάρη μου, εσύ!»

Τον έπνιξαν τα δάκρυα, την ώρα που ο νους του άστραψε και αποφάσισε τι έπρεπε να κάνει.

Στο σπίτι της η διασκέδαση είχε φτάσει στα ύψη όταν χτύπησε το κουδούνι και κάποιος έφερε ένα πακέτο, ένα μεγάλο οβάλ βελούδινο κουτί σε μπλε χρώμα με την εντολή να το παραδώσει στα χέρια της οικοδέσποινας. Ο άνθρωπος το έδωσε κι εκείνη έλυσε την κόκκινη κορδέλα, οι υάκινθοι πάνω πάνω άφησαν μια περίεργη μυρωδιά. Οι καλεσμένοι συγκεντρώθηκαν γύρω της κι εκείνη άνοιξε τον λευκό ταφτά που είχε αρχίσει να ροδίζει. «Η πρώτη πράξη έχει τώρα τελεστεί» έγραφε το ματωμένο σημείωμα πάνω στον αποτρόπαιο σωρό, καρδιά, συκώτια, πλεμόνια, μα τι λογής ήταν λοιπόν αυτό το σφάγιο; Υπόκωφοι ψίθυροι ακούστηκαν κι εκείνη παραπάτησε κι ακούμπησε το κουτί στο τραπέζι. Η άλλη πλευρά του σωρού εμφανίστηκε το τρίχωμα, το χαϊδεμένο εξακολουθητικά με τα τριγωνικά μυγδαλάκια πάνω απ' τα μάτια του και τα βραχιόλια του, σκουρότερες ραβδώσεις στα πόδια.

«Χάρη, Χαρούλη!»

Φώναξε σπαρακτικά και πήρε το ζώο στα χέρια της, προσπαθώντας να το τυλίξει στη δορά του, το θέαμα της γύριζε τα σπλάχνα κι ένα τεράστιο κύμα τραβούσε έξω το στομάχι της.

Ένα μέτρο μακρύτερα πίσω απ' τις πρασιές να πέσει εις τούρκικα σπαθιά εις φράγκικα μαχαίρια αυτός παραλογούσε. Μια αστραπή έσκισε το στερέωμα και η βροντή τάραξε τα τεντωμένα του νεύρα έχω μαχαίρια και σπαθιά στης δίγνωμης τη σάρκα και δυνατή βροχή κατέβαινε στις παρειές. Ευχήθηκε να μείνει εκεί να βγει από την επίγνωσή του. Βαριές σταγόνες έπεφταν στο κεφάλι του, τα λασπωμένα νερά παρέσυραν τα τσιγάρα του και ένας τελευταίος κεραυνός έριξε τις ασφάλειες και τα πάντα βυθίστηκαν στο σκοτάδι.

Σήκωσε τότε τα μάτια και κοίταξε προς το σπίτι, είχαν ανάψει κεριά και το κουτί κειτόταν στο πάτωμα. Το δαμασκηνό λινό σερνόταν λεκιασμένο από τα υγρά της σήψης, ένα δυσοίωνο βουητό συνείχε την ομήγυρη και τα δάκρυα έτρεχαν κρουνηδόν πάνω στο ματωμένο φόρεμά της.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr