A+ A A-

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΤΕ ΕΝΤΕΛΩΣ ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ της Χριστίνας Οικονομίδου

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΤΕ ΕΝΤΕΛΩΣ ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ της Χριστίνας Οικονομίδου
Το ρολόι δίπλα του έδειχνε 6:15. Ο Βέρνερ άπλωσε το χέρι του και το 'κλεισε με την ίδια έκφραση δυσφορίας που είχε κάθε πρωί, τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια. Τις εργάσιμες μέρες μόνο, βέβαια, γιατί τα Σαββατοκύριακα δεν έβαζε ποτέ του ξυπνητήρι. Το παράξενο, ωστόσο, ήταν ότι ακόμα και τις αργίες ξυπνούσε την ίδια ώρα, 6:15 ακριβώς. Κι ενώ ακόμα νύσταζε και πάλι σηκωνόταν, ακολουθώντας μάλιστα το καθιερωμένο τελετουργικό: έβαζε τον καφέ να γίνεται στην καφετιέρα και τις φέτες του ψωμιού στη φρυγανιέρα. Μέχρι να πλύνει τα δόντια του και να ρίξει λίγο χλιαρό νερό στο πρόσωπό του, είχε καθορίσει, για μια ακόμα φορά, την έκβαση της ημέρας, ίσως και της ζωής του, σχεδόν ψυχαναγκαστικά. Μόνο η έκφραση της δυσαρέσκειας, αυτή μόνο έλειπε τις ημέρες της σχόλης.

Καμιά φορά, συνήθως την Κυριακή, η γεύση του βουτυρωμένου ψωμιού, η μυρωδιά της μαρμελάδας, το άρωμα του καφέ, ένα απ' όλ' αυτά ή κι όλα αυτά μαζί ανέδυαν, τόσο έντονα, μέσ' απ' τη μνήμη του τις πιο ανέμελες στιγμές της παιδικής του ηλικίας που, εκείνες τις φορές, μαζί με τις αναμνήσεις, ερχόταν πάλι ο ύπνος. Συνήθως του αντιστεκόταν, αλλά όταν ενέδιδε του χαρίζονταν τα ομορφότερα όνειρα. Σε κανέναν από τους φίλους ή τους γνωστούς του δεν συνέβαινε το ίδιο – και τους είχε ρωτήσει, έναν προς έναν.

Αναστέναξε, σχεδόν μηχανικά. Κι έπειτα πάλι. με ανακούφιση αυτή τη φορά. Καθώς κατευθυνόταν προς την κουζίνα, θα σκέφτηκε πως οι συνήθειες μας είναι τόσο γνώριμες που γίνονται, ενίοτε, εκτός από απαραίτητες κι αγαπητές. Και, στη διαδρομή προς το λουτρό, με μιαν ασήμαντη αφορμή θα θυμόταν πως, ακόμα κι όταν ζούσε με τη Χίλντα, δεν είχε παραιτηθεί απ' αυτές.

Η Χίλντα ήταν, μάλλον, η μοναδική του ευκαιρία να ζήσει με κάποιον άλλον μαζί. Κι όταν λέμε μαζί, εννοούμε κανονικά, όπως όλα τα ζευγάρια. Ν' αντέχουν, δηλαδή, τη χλιαρότητα της καθημερινότητας χωρίς να τους διαλύει. Αυτή η ιδέα της συντροφικής κανονικότητας όφειλε να παραδεχτεί πως τον βασάνιζε, εμμονικά σχεδόν, από την εφηβεία του. Και, ώσπου να γνωρίσει τη Χίλντα, είχε πειστεί πως επρόκειτο για απλή φαντασίωση. Κανένα ζευγάρι, άλλωστε, που γνώριζε –ή που κάποιος γνωστός του γνώριζε– προσωπικά δεν είχε καταφέρει να ενσαρκώσει αυτό το ιδανικό. Γεγονός το οποίο τον άφηνε, μεταξύ άλλων, έκθετο και απέναντι στον ορισμό οποιουδήποτε πράγματος, συναισθήματος ή κατάστασης ως «κανονικού».

Εκείνη, πάντως, εισέβαλλε στην καθημερινότητά του αποφασισμένη, θαρρείς, να διαψεύσει την εμπειρική του διαπίστωση. Δεν γκρίνιαζε για τίποτα, δεν τον πίεζε για τίποτα, τον υποδεχόταν, κάθε μέρα, όπως μια γυναίκα θα υποδεχόταν ιδανικά τον άντρα της. Παραδόξως, αυτό που θυμάται πιο καθαρά από εκείνη είναι τ' ακούσια σουφρωμένα χείλη της, όταν εστίαζε με ζήλο σε μιαν ιδέα, προκειμένου να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να την εκφράσει. Κι αυτό που θυμάται πιο αμυδρά, τις ώρες που την ταξίδευαν τα όνειρα ενώ εκείνος ξαγρυπνούσε πλάι της, αφουγκραζόμενος τη σιωπή της ευτυχίας. Αυτό το τελευταίο, μάλιστα, δεν της το είχε εκμυστηρευτεί ποτέ.

Από το σπίτι ως το γραφείο χρειαζόταν περίπου δεκατρία λεπτά με τα πόδια. Είχε διανύσει εκατοντάδες φορές αυτή την απόσταση. Ήξερε κάθε της λεπτομέρεια, ακόμα και την παραμικρή αντανάκλαση πάνω στις βιτρίνες των καταστημάτων, εκείνη την ώρα. Κατά καιρούς, φαντασιωνόταν το ενδεχόμενο μιας αλλαγής σ' αυτή την καθ' όλα προβλέψιμη διαδρομή – μια έκλειψη ηλίου, μια προσωρινή του τύφλωση, κάτι, εντέλει, που θα άλλαζε την οπτική του. Αυτό το κάτι, ωστόσο, δεν ερχόταν. Και να που σήμερα –ή μήπως του φαινόταν– όλα ήταν κάπως διαφορετικά. Οι άνθρωποι γύρω του, συνήθως μουντοί, με τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους να στρέφονται ακόμη περισσότερο προς τα μέσα όταν αντίκριζαν το ξένο βλέμμα, έμοιαζαν τώρα ανοιχτοί κι εξωστρεφείς, όπως ευλογημένοι ορεσίβιοι που τους χαρίστηκε η θάλασσα. Όσο όμως κι αν την ευχόταν προηγουμένως αυτή την αλλαγή, του ήταν αδύνατο να χαρεί αληθινά.

Είχε παρακολουθήσει, όπως πιθανότατα όλοι, το προηγούμενο βράδυ τον αγώνα με την Αργεντινή, αλλά δεν είχε μπορέσει, παρά μονάχα προς στιγμήν, να νιώσει εθνικά και, κατά συνέπεια, προσωπικά υπερήφανος. Για εκείνο το ελάχιστο διάστημα, ανάμεσα στο νικητήριο γκολ και τη λήξη του αγώνα, έπιασε μάλιστα τον εαυτό του να πανηγυρίζει νοερά μαζί με το πλήθος των συμπολιτών του, σε μια κατάσταση διονυσιακής μέθεξης στη Λέοπολντ Στράσε. Για μια στιγμή, τουλάχιστον, είχε καταφέρει να σπρώξει ανακουφισμένος από πάνω του το δυσβάσταχτο βάρος. Κι αμέσως έπειτα, υπενθυμίζοντάς του ίσως ότι εκείνος ειδικά, για κάποιον λόγο, δεν είχε δικαίωμα στη χαρά, επέστρεψε. έτοιμο να εγκατασταθεί στα σπλάχνα του. ακόμα πιο βαθιά. θαρρείς οριστικά.

«Καλημέρα, χερ Στάινερ», τον υποδέχτηκε μ' ένα πλατύ χαμόγελο ο θυρωρός. Τέτοιο, που ο χαιρετισμός του έμοιαζε με υπόσχεση χωρίς καμία δυνατότητα αναβολής. Εκείνος ανταπέδωσε διστακτικά και κατευθύνθηκε προς τις σκάλες.

Οι γονείς του ήταν απλοί αγρότες, μονοκόμματοι άνθρωποι, χωρίς πολλές γνώσεις, χωρίς επιτήδευση, χωρίς την ανάγκη επιβεβαίωσης μέσα απ' τους άλλους που κουβαλούν οι αστοί κάθε είδους. Τον χειμώνα, όταν η κοντινή λίμνη πάγωνε, εκείνος ξάπλωνε ακριβώς στο κέντρο της με τα χέρια ανοιχτά, προσμένοντας. Κύριος οίδε τι. Κι όταν πια επέστρεφε, νύχτα σχεδόν, μουσκεμένος και τρέμοντας, κανείς απ' τους δυο τους δεν τον ρωτούσε πού ήταν και γιατί. Ακόμα και τώρα αισθάνεται ευγνώμων γι' αυτό. Μολαταύτα, μια από εκείνες τις βραδιές, σχεδόν μοχθηρά, είχε ρωτήσει τον πατέρα του: «Τι έκανες στον πόλεμο;» Κι εκείνος του απάντησε, ήσυχα και σχεδόν διστακτικά: «Ό,τι μπορούσα».

Απεχθανόταν το ασανσέρ. Ήταν δυνάμει κλειστοφοβικός. Στην πραγματικότητα, δεν του είχε συμβεί τίποτα αξιοσημείωτο τις ελάχιστες φορές που είχε αναγκαστεί να το χρησιμοποιήσει. Αισθάνθηκε το βλέμμα του Γιόζεφ, του θυρωρού, να τον παρακολουθεί, σχεδόν να τον διαπερνά, καθώς και να τον οικτίρει για την αδυναμία του. Η Χίλντα, θα σκέφτηκε, δεν είχε κατανοήσει, επίσης, αυτή του την αναπηρία.

Δεν είχε θελήσει ούτε χρειαστεί να προσποιηθεί μαζί της. Αντίθετα. του φάνηκε φυσικό να της απαριθμήσει, από την αρχή, όλους τους φόβους του. Σε μια απ' αυτές τις εξομολογητικές στιγμές, ελαφρώς μεθυσμένος από τον έρωτα ή και το κρασί, αισθάνθηκε, μάλιστα, αρκετά τυχερός για να ξορκίσει μαζί της τα φαντάσματα της παιδικής του ηλικίας. Απολειφάδια μιας ερείπωσης χωρίς προηγούμενο στην ανθρώπινη ιστορία, σωματικές κακώσεις πάνω στο ανήλικο πνεύμα του. Κι ας μην ήταν καν εκεί. Πιθανώς, ακριβώς γι' αυτό. Έφταιγε. Έτσι της είχε πει. Εκείνη τον είχε αγκαλιάσει ακόμα πιο τρυφερά από συνήθως και, εν είδει απάντησης, με το βλέμμα στυλωμένο κάπου απροσδιόριστα προς τα έξω και βαθιά προς τα μέσα, είχε αποφανθεί με σιγουριά πως ο ουρανός δεν είναι ποτέ εντελώς σκοτεινός.

Αρκετά χρόνια αργότερα, ένα βράδυ, έπειτα από μια ευφορική συγκέντρωση γειτόνων, που τα παιδιά είχαν πασαλειφτεί, από πάνω ως κάτω, με πρωτογενή και επεξεργασμένα υλικά –λάσπες, φύκια και μουστάρδα– είχαν κατηφορίσει όλοι, αποκαμωμένοι κι ευχαριστημένοι, ως την όχθη της λίμνης. Ξαπλωμένος ανάσκελα, ψηλαφίζοντας με τα μάτια το άπειρο, αντίκριζε το απόκοσμο φως των αστεριών που αιωρούνταν σ' έναν γαλακτερό θόλο. Δεν ακουγόταν ούτε ψίθυρος. Είχε ψαχουλέψει στα σκοτεινά για να πιάσει το χέρι της. Εκείνη είχε ήδη αποκοιμηθεί. Ο ουρανός ήταν σχεδόν γαλάζιος. Είχε δίκιο.

**

Το γραφείο του βρισκόταν στον τρίτο όροφο ενός φαντεζί κτιρίου στις παρυφές του Μονάχου. Τριάντα ένα τα σκαλιά ως εκεί –αν λογαριάσεις και τα τέσσερα στην είσοδο– που τα μετρούσε, σχεδόν αυτιστικά, κάθε μέρα όσο ζούσε με τη Χίλντα. Πρώτη φορά, ωστόσο, θα σκέφτηκε πως αυτή αποτελούσε, αναμφίβολα, την πιο παράξενη –έως και διαστροφική– του συνήθεια. Επί είκοσι πέντε χρόνια έγγαμου βίου και είκοσι επτά γνωριμίας, έψαχνε κάθε αφορμή για να μετρά. Στην αρχή τις ώρες, έπειτα τις μέρες κι αργότερα τα χρόνια. Έβαζε, μάλιστα, στοιχήματα για το πόσο θ' αντέξει. Κι όταν πια έφτασε η στιγμή που θα το κέρδιζε, τότε μόνο κατάλαβε πως ποντάριζε ενάντια στον εαυτό του.

Η γραμματέας του, μια ψηλή, καλοσυνάτη επαρχιώτισσα, δεν είχε, φυσικά, ιδέα γι' αυτές του τις σκέψεις. Αφελής όσο πρέπει, παρακολουθούσε με συνέπεια, πλην αμέτοχη, τα τεκταινόμενα. Εμφορούμενη από διάχυτη ευθυμία, τον καλωσόρισε ανάλογα. Τον ανακούφιζε η παρουσία της. Του θύμιζε λίγο τη Χίλντα. Λίγο μόνο. Γιατί εκείνη –η Χίλντα, δηλαδή– διέθετε, ή εκείνος νόμιζε ότι διέθετε, μια βαθιά ενσυναίσθηση, τέτοια που ξεπερνούσε την απλή αντίληψη των ανθρώπων για τα πράγματα. Εντούτοις, όπως ο μέσος άνθρωπος, έτσι κι εκείνη. ούτε ήθελε ούτε και άντεχε να αναμετρηθεί με τέρατα.

Εδώ που τα λέμε, ούτε κι εκείνος άντεχε. Δεν είχε ευχηθεί, άλλωστε, τους εφιάλτες που είχαν εγκατασταθεί στον ύπνο του όταν, παιδί ακόμα, είχε κρυφακούσει άθελά του τον πατέρα του να κουβεντιάζει με τον γείτονά τους για τον πόλεμο. Έκτοτε, εκτός από την ταραχώδη νυχτερινή ζωή του, είχε εισβάλει στην καθημερινότητά του κι ένα αίσθημα συνολικής απαξίωσης, που εκφραζόταν προς τα έξω ως εγγενής συστολή. Ήταν πολύ δύσκολο να διασταυρωθεί το βλέμμα σου μαζί του κι εκείνος να μην το χαμηλώσει. Ιδιαίτερα αν ήσουν ξένος. Κι όταν λέμε ξένος, εννοούμε μη-Γερμανός.

Στη μικρή επαρχιακή πόλη όπου μεγάλωσε, η εταιρεία συντηρούσε το ένα τρίτο σχεδόν του πληθυσμού της. Ο ίδιος ο πατέρας του είχε συνταξιοδοτηθεί από αυτήν. Ένα ενθύμιο απ' τον πόλεμο, σφηνωμένο στον αριστερό του γοφό, τον είχε αναγκάσει να εγκαταλείψει τις αγροτικές εργασίες και ν' αναζητήσει εκεί την πηγή του βιοπορισμού της οικογένειας. Την εποχή εκείνη, ο Βέρνερ ονειρευόταν ν' αλλάξει τον κόσμο αλλά, κυρίως, τον εαυτό του ταξιδεύοντας. Ήταν μόλις δεκαεπτά, υγιής και τόσο δυνατός οργανικά, που αυτή η ισχύς είχε κατακλύσει, θαρρείς, την ύπαρξή του όλη. Για πρώτη κι ίσως τελευταία φορά θα ένιωθε ελεύθερος, απόλυτα. Ο αφελής πατέρας προσπαθούσε να τον μεταπείσει, παρά τις αντιδράσεις του, να προσχωρήσει στο δυναμικό της εταιρείας. Εκείνος είχε αντιδράσει βίαια, εκρηκτικά. Εξαπολύοντας αντικείμενα καθημερινής χρήσης και κατηγορίες. Κάποιες σχετικές και κάποιες άσχετες. Όπως κάθε έφηβος. Η πλέον άσχετη είχε να κάνει με τις αντιλήψεις των γονιών του περί πειθαρχίας. Όπως και να 'χει, ο πατέρας νίκησε, εντέλει. Δεν του κρατά κακία πια.

«Με χρειάζεστε κάτι;» διέκοψε την αναπόλησή του η γραμματέας. Η ερώτησή της τον αιφνιδίασε. Πότε πέρασε η μέρα; «Όχι, όχι, μπορείτε να φύγετε». Για δευτερόλεπτα, κενός από σκέψεις, έμεινε να χαζεύει τη φιγούρα της ενόσω διέσχιζε τον χώρο. Ήταν αναμφίβολα όμορφη γυναίκα, παρά τα χρόνια που βάραιναν τους ώμους της. Ίσως, μάλιστα, ακριβώς γι' αυτό. Ένα αυτοσαρκαστικό χαμόγελο θα διέγραφε τα χείλη του καθώς θα ομολογούσε, ενδόμυχα, στη Χίλντα ότι αντιλαμβανόταν τον λόγο που τη ζήλευε.

«Μη βιάζεσαι», του έλεγε στην αρχή, κάθε που έκαναν έρωτα. Όμως εκείνος τα ζούσε όλα πρώτη φορά. μαζί και την αγάπη. μοιραία, λοιπόν, βιαζόταν. Με το ίδιο αδέξιο βήμα περνούσε από το γραφείο στο σπίτι, από το μπακάλικο της γειτονιάς στην εξοχή, από τον ύπνο στην εγρήγορση, από τη θλίψη στη χαρά, από το σώμα του στο σώμα της. Ασθμαίνοντας, προσπαθώντας, θαρρείς, ν' αποφύγει οποιοδήποτε καίριο συναπάντημα με τον εαυτό του. Την ποθούσε, πάντως, αυτό είναι βέβαιο. Πέρα απ' οτιδήποτε άλλο, η Χίλντα υπήρξε για εκείνον η αιχμή της επιθυμίας του.

Όταν, εντέλει, έφυγε από το γραφείο, η ώρα θα ήταν περασμένες έντεκα. Προσπερνώντας το άδειο θυρωρείο, θα σκέφτηκε, ίσως, πως ο Γιόζεφ, έχοντας αναπτύξει, στο βάθος, γρηγορότερο βηματισμό, θα πλάγιαζε ήδη πλάι στο ταίρι του, γαλήνιος. Κι έχοντας συγχωρέσει, πιθανότατα, από καιρό τούς –όποιους– διώκτες των προγόνων του, θα είχε εξασφαλίσει, κατά κάποιον τρόπο, την αθανασία για λογαριασμό και των δυο τους, διασχίζοντας τη λήθη.

Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τη σώσει. Έτσι του είχαν πει. Την έσχατη στιγμή, όταν πια έσβηνε από την αρρώστια, είχε σκεφτεί πως ο Θεός, αφού τον ευλόγησε με την παρουσία της στη ζωή του, έπειτα θεώρησε ότι του έπεφτε πολύ και γι' αυτό τον τιμώρησε, στερώντας του ό,τι πολυτιμότερο του είχε προηγουμένως χαρίσει.

Οι τελευταίοι θαμώνες εγκατέλειπαν με θόρυβο τη συνοικιακή κνάιπε. Έμοιαζαν χαρούμενοι, σχεδόν ευτυχισμένοι. Θα ήθελε να έχει πιει μια μπίρα μαζί τους. Θυμήθηκε την εποχή που ήταν φοιτητής. Πριν οργανώσει τη ζωή του έτσι που να μη χωρά τίποτα απρόβλεπτο. Η Χίλντα είχε έρθει αργότερα. Δυστυχώς. Και δεν μπορεί παρά ν' αναλογίστηκε, αν το δυστύχημα ήταν μεγαλύτερο για εκείνον ή για εκείνην. Τα χρόνια μαζί της έτρεξαν μέσα από τα χέρια του νερό. Διάφανο, γάργαρο, δροσιστικό. Δεν του είχε περάσει από το μυαλό ν' αποθηκεύσει μια στάλα. Αν τον ρωτούσες, θα σου ομολογούσε αβίαστα πως, όσο ζούσε εκείνη, δεν είχε καν σκύψει να πιει όσο του χρειαζόταν για να ξεδιψάσει. Απορροφημένος από την ενοχή του δεν είχε καταλάβει πως το δικαιούται, πως ήταν ακριβώς τόσο, όσο του αναλογούσε. Μολαταύτα –και αυτό είναι κάτι που μπορεί να αναγνωρίσει μόλις σήμερα– υπήρξε τυχερός. Αν δεν ήταν αυτή η αλλοπρόσαλλη Πολωνίδα, εκείνο το ύπουλο συναίσθημα που πολλαπλασιάζεται με ασύλληπτη ταχύτητα στα σπλάχνα των εφήβων θα είχε οργανωθεί, αργά ή γρήγορα, σε οργή ακατάληπτη. Κι έπειτα, σε μισανθρωπία.

Έβαλε το κλειδί στην πόρτα. Ο τριγμός, στρογγυλός και τραχύς σαν ρόδι, κατρακύλησε με θόρυβο από το στέρνο του ως τα πόδια. Κι ύστερα έσβησε, ήσυχα, στο χαλάκι της εισόδου. Ο εκκωφαντικός θόρυβος της μνήμης χαϊδευόταν πια σαν γάτα. Φαντάστηκε τον εαυτό του να οδηγεί τα διακόσια πενήντα δύο χιλιόμετρα, που τον χώριζαν από τη λίμνη της παιδικής του ηλικίας, μέσα σε πυκνή ομίχλη. Να περπατά επάνω της, ευχόμενος να σπάσει ο πάγος. Όμως, ήταν ακόμα καλοκαίρι.

Στην κηδεία της, η φύση είχε φορέσει το καλύτερό της πρόσωπο. Θαρρείς για να τους ξεγελάσει όλους. Ή, για να κάνει μια δήλωση. Εκείνος, απαλλαγμένος από οποιοδήποτε συναίσθημα πέρα από την οδύνη, μπορούσε να νιώσει, καθαρά, το χέρι του Θεού –που τον ακουμπούσε, ίσως, όλ' αυτά τα χρόνια εν αγνοία του– να βαραίνει στις πλάτες του. Ήταν η δεύτερη φορά που είχε σκεφτεί τον Θεό, μέσα σε λίγες μόνο μέρες – κι ύστερα από πάρα πολλά χρόνια.

Έπειτα, ήρθε ο χειμώνας. Κι η εύνοια του Θεού έγινε χιόνι. Και λιώνοντας μπορεί να γέμιζε δεξαμενές ποικίλων αισθημάτων, αλλά τα δάκρυα, τα δικά του, στέρευαν. Έτσι έπρεπε. Για χάρη των παιδιών του. Των παιδιών τους. Ή έτσι ήθελε να πιστεύει. Όπως και να 'χει, το ίχνος του Θεού σβήστηκε διά παντός από τους ώμους του. Που έγιναν πάλι δύσθυμοι και άκαμπτοι, γερμανικοί, απ' την αρχή ως το τέλος.

Σωριάστηκε στον καναπέ. Ένιωσε άδειος, κουρασμένος και επίορκος. Κι ακόμα, μια διαβολεμένη ανάγκη να μιλήσει με τις κόρες του. Αυτά τα υπέροχα κορίτσια που έμοιαζαν, ευτυχώς, περισσότερο σ' εκείνην παρά σ' εκείνον. Είχαν την ίδια αλύγιστη κορμοστασιά, την ίδια συγκρότηση, το ίδιο συμπάσχον βλέμμα. Και τον αγαπούσαν. αδιαπραγμάτευτα. Παρά τα εκατοντάδες σφάλματά του.

Γλιστρώντας στον ύπνο θα σκέφτηκε πως, αν εντέλει τους μιλούσε, θα ήθελε να τους πει ότι επιτέλους τα κατάλαβε όλα, πως δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν, γιατί η μητέρα τους ένιωθε εκείνο που δεν ήξερε κανείς και πως για κείνον ήταν όχι μόνο ό,τι πιο καλό τού είχε συμβεί αλλά, ταυτόχρονα, το τέλος της ντροπής του. Κάτι που του ήταν εντελώς αδύνατο ν' αντιληφθεί –με το μυαλό, τουλάχιστον– ως τώρα.

**

Το ξυπνητήρι χτύπησε στις 6:15 ακριβώς. Ο Βέρνερ άπλωσε το χέρι του και το έκλεισε. Έπειτα, με μια ήσυχη κίνηση το έπιασε και το εκσφενδόνισε στον απέναντι τοίχο. Τα ξεκουρδισμένα μέλη του προσγειώνονταν εδώ κι εκεί, μέσα στο δωμάτιο. Δεν θα ξυπνούσε ποτέ ξανά ανυποψίαστος. Η Χίλντα τού έλειπε αφόρητα. Είχαν περάσει ήδη δέκα χρόνια.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr