A+ A A-

ΕΝΑ ΩΡΑΙΟ ΠΟΔΙ ΜΕ ΑΤΣΑΛΙΝΑ ΕΛΑΤΗΡΙΑ

ΕΝΑ ΩΡΑΙΟ ΠΟΔΙ ΜΕ ΑΤΣΑΛΙΝΑ ΕΛΑΤΗΡΙΑτου Φίλιππου Φιλίππου

Τον θυμάμαι καλά κι ας έχουν περάσει κάμποσα χρόνια από τότε που τον γνώρισα στη Γιοκοχάμα. Συναντηθήκαμε τυχαία μέσα σε μια λάντσα που μάζευε κόσμο από τα καράβια, τα οποία περίμεναν στη ράδα εντολή εκφόρτωσης. Ήταν καλοντυμένος, φορούσε κοστούμι από εγγλέζικο κασμίρι και κόκκινη μεταξωτή γραβάτα Hermes- τα μαλλιά του τα είχε περιποιηθεί με πιστολάκι. Μου φάνηκε φιλάρεσκος. Εγώ πήγαινα στον οφθαλμίατρο για να περάσω από εξε-τάσεις και να παραγγείλω φακούς επαφής.
«Θα μείνετε πολύ καιρό στη ράδα;»
Ρωτούσε για το «Κένταυρος», το τζενεραλάδικο όπου ήμουν μηχανικός κι απ’ όπου με είδε να κατεβαίνω. Δεν ήξερα και του το είπα. Πιάσαμε την κουβέντα. Ήταν μεγαλύτερος από μένα και ταξίδευε ως ασυρματιστής, με το «Olympic Challenger» του Ωνάση. Όταν ρώτησε να μάθει το λόγο της εξόδου μου, του μίλησα για τον οφθαλμίατρο και τους φακούς επαφής. Με κοίταξε ειρωνικά και είπε πως συνήθως όσοι πάνε σε γιατρό το κάνουν για τη βλεννόρροιά τους. Τα λιμάνια, συνέχισε, είναι στην πρώτη γραμμή απονομής «παρασήμων». Εγώ δεν τον ρώτησα τίποτα, δε μ’ ενδιέφερε. Όταν βρεθήκαμε στον ντόκο και περπατήσαμε μαζί, πρόσεξα τη δυσκολία στο βάδισμά του, αλλά δε διέκρινα το ξύλινο πόδι κάτω από το κασμιρένιο παντελόνι του. Το αριστερό του πόδι τού το είχαν κόψει. Είχε πάθει γάγγραινα. Μου αποκάλυψε πως μια βραδιά, σ’ ένα μπαρ στη Μανίλα, κάποιος τον είχε μαχαιρώσει πάνω από το γόνατο για τα μάτια μιας γυναίκας. Η κόψη του μαχαιριού ήταν μολυσμένη και το πόδι του σάπισε. Πήγαινε, είπε, σε μια κλινική για να αντικαταστήσει τον παλιό μηχανισμό και να βάλει καινούργιο από ειδικούς Γιαπωνέζους επιστήμονες.

Μολονότι ήταν καλοβαλμένος, τον αντιπάθησα αμέσως- έφταιγε η αναίδεια που ανέδιδε η έκφρασή του, η αυταρέσκεια αλλά και οι αγενείς ερωτήσεις του.
«Παντρεμένος;» με ρώτησε.
«Όχι», απάντησα.
«Καλά κάνεις».
Ήμουν είκοσι πέντε χρονών κι εκείνος είχε περάσει τα σαράντα.
«Κι εγώ που παντρεύτηκα τι κατάλαβα;» έκανε.
«Τη ζωή μας την επιλέγουμε», είπα.
Λίγο αργότερα οι δρόμοι μας χωρίσανε. Εγώ πήγα στον οφθαλμίατρο κι εκείνος στάθηκε στο πεζοδρόμιο, περιμένοντας ταξί.
«Θα τα ξαναπούμε». Ο τόνος της φωνής του είχε μια σιγουριά, μα εγώ αμφέβαλλα για το αν θα ξαναβρισκόμασταν.
*
Κι όμως, την επόμενη μέρα, το βράδυ, τον ξανάδα στο μπαρ «Ακρόπολις», στα κωλάδικα του λιμανιού. Καθόμουν με τη Μιγιάκο σ’ ένα γωνιακό τραπέζι, πίνοντας ποτά: μπίρες Ασάχι και ουίσκι Σαντόρι. Επρόκειτο για το πιο ωραίο κορμί της πόλης, όλοι οι ναυτικοί στο μαγαζί ήθελαν να την πάρουν νυχτιά. Εκείνη μου την έπεσε. Καμάρωνα που την είχα δίπλα μου κι έριχνα γύρω μου ματιές να δω αντιδράσεις. Τα τραπέζια ήταν γεμάτα με ναυτικούς και Γιαπωνέζες, ορισμένες ντυμένες γκέισες, που έπιναν ποτά σαν νεροφίδες – τσάι που το πλήρωνες για ουίσκι. Πίσω από την μπάρα η μαμασάν παρακολουθούσε τα δρώμενα με βλέμμα γύπα. Ο καπνός από τα τσιγάρα αιωρείτο στο χώρο, το τζουκ μποξ έπαιζε ελληνικά και αγγλικά τραγούδια. Τα ζευγάρια που είχαν σχηματιστεί ήταν αγκαλιασμένα, τα παθιασμένα φιλιά τους προμήνυαν τη συνέχεια σε κάποιο ξενοδοχείο. Ξαφνικά, κι ενώ από το τζουκ μποξ ακουγόταν η φωνή της Μαίρης Χόπκιν που τραγουδούσε «Those were the days, my friend…» εμφανίστηκε στην είσοδο ο ασυρματιστής με μια θεογκόμενα. Έρχονταν από γειτονικό μπαρ. Ήταν κι οι δύο πίτα, κρατούσαν ποτήρια με μπίρα και τρέκλιζαν, έτοιμοι να σωριαστούν στο δάπεδο. Κάθισαν σ’ ένα τραπέζι κοντά μου, πράγμα που με δυσαρέστησε, μα δε μου έδωσαν σημασία.
Όταν ο άνθρωπος με το ξύλινο πόδι συνήθισε στο ημίφως, με είδε. Σήκωσε το ποτήρι του με την μπίρα και φώναξε εις επήκοον όλων των θαμώνων: «Εβίβα, συνάδερφε!»
Ύψωσα κι εγώ απρόθυμα το ποτήρι μου κι εκείνος κάλεσε τη σερβιτόρα και παράγγειλε ένα ποτό για μένα κι ένα για τη συνοδό μου. Στη συνέχεια, σηκώθηκε και ήρθε να σταθεί πάνω από το κεφάλι μου.
«Θα επιστρέψεις στο καράβι;» με ρώτησε.
Είχα κανονίσει να περάσω τη νύχτα με τη Μιγιάκο και του το είπα. «Όχι».
«Ωραία!» είπε. «Θα πάμε στο ίδιο ξενοδοχείο».
Η ιδέα δε μου άρεσε καθόλου. Συνειδητοποίησα πως μαζί του είχα μπλέξει άσχημα, πως πολύ δύσκολα θα μπορούσα να του ξεφύγω. Ο τύπος ξόδευε πολλά, κέρναγε όσους γνώριζε κι έδινε χοντρό φιλοδώρημα. Οι σερβιτόρες σκοτώνονταν να τον σερβίρουν κι οι κοπέλες του μπαρ μακάριζαν τη θεογκόμενα για την τύχη της. Αυτός, γνωρίζοντας καλά τη γοητεία που ασκούσε η γενναιοδωρία του στα θηλυκά, κοίταζε τους πάντες αφ’ υψηλού. Κάποια στιγμή που είχε χώσει το κεφάλι του στο στήθος της κοπέλας, έκανα νεύμα στη Μιγιάκο και φύγαμε στα μουλωχτά. Την παρακάλεσα να διαλέξει ένα ξενοδοχείο μακριά από το μπαρ, ας ήταν και πιο ακριβό, αρκεί να μην μπορούσε να μας βρει ο περίεργος με το ξύλινο πόδι. Πράγματι, πλήρωσα τη μαμασάν και βγήκαμε. Το ξενοδοχείο βρισκόταν σ’ ένα ήσυχο στενό. Αφήσαμε τα παπούτσια μας στην είσοδο, πλήρωσα τη ρεσεψιόν, πήρα το κλειδί και ανεβήκαμε με το ασανσέρ στο δεύτερο πάτωμα. Το δωμάτιο ήταν καθαρό. Προπλήρωσα τη Μιγιάκο, σύμφωνα με τα καθιερωμένα, και γδυθήκαμε. Μπήκαμε μαζί στην πράσινη γούρνα με το καυτό νερό, μπανιαριστήκαμε, φορέσαμε από ένα μαύρο κιμονό ο καθένας, ήπιαμε αναψυκτικά από το ψυγείο, χορέψαμε ένα γρήγορα ταγκό και ξαπλώσαμε στο μαλακό κρεβάτι, αφού η Μιγιάκο στράφηκε προς το ταβάνι κι έκανε μια νοερή προσευχή στον Βούδα.
Καθώς ακουγόταν από τα κρυμμένα μεγάφωνα η «Ωδή στη χαρά» του Μπετόβεν, βλέπαμε τους εαυτούς μας αγκαλιασμένους σ’ ένα μεγάλο καθρέφτη απέναντί μας. Όλα ήταν τέλεια, δε θα μπορούσαν να είναι καλύτερα. Τη στιγμή που είχα στο στόμα μου την αριστερή ρώγα της Μιγιάκο, ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα. Σήκωσα το κεφάλι μου και την κοίταξα απορημένος, μα δεν ήξερε να μου εξηγήσει τι συνέβαινε. Ο ρεσεψιονίστ δεν μπορούσε να είναι, αν ήθελε κάτι θα μας έπαιρνε στο εσωτερικό τηλέφωνο. Τα χτυπήματα συνεχίζονταν, μα το μυαλό μου δεν πήγε στο κακό. «Η αστυνομία;» τη ρώτησα. Είχα σκεφτεί πως ίσως ήρθαν για έλεγχο, Τμήμα Ηθών και τέτοια. Η Μιγιάκο απάντησε πως αυτό συνέβαινε καμιά φορά στα ξενοδοχεία του λιμανιού, αλλά το συγκεκριμένο έχαιρε καλής φήμης- οι αστυνομικοί δεν ενοχλούσαν τους ενοίκους του. Αρκετά εκνευρισμένος από τη διακοπή των περιπτύξεών μας, σηκώθηκα από το κρεβάτι, φόρεσα το μαύρο κιμονό και πήγα προς την πόρτα.
Άνοιξα και βρέθηκα προ εκπλήξεως: μπροστά μου στεκόταν ο αντιπαθητικός τύπος μαζί με τη θεογκόμενα. Τα μάτια του ήταν κόκκινα από την ανησυχία. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό, όλα πάνω του απέπνεαν κακομοιριά και δυστυχία.
«Υπάρχει σοβαρή ανάγκη», είπε.
Κανονικά, θα ’πρεπε να τον διαολοστείλω, αλλά στην κατάσταση που βρισκόταν δε μου έκανε καρδιά να του κλείσω την πόρτα κατάμουτρα. Επικράτησε ο ουμανισμός μου, ο πατριωτισμός, η συντροφική αλληλεγγύη και άλλα παρόμοια συναισθήματα, που χαρακτηρίζουν μαλακούς ανθρώπους –ή μαλάκες– σαν κι εμένα. Η κοπέλα του δε μίλησε αλλά το βλέμμα της ήταν τόσο ικετευτικό, που δέχτηκα να τους ακολουθήσω στο δωμάτιό τους, αφήνοντας τη Μιγιάκο για λίγο μόνη.
*
Το μόνο που ήθελε ήταν να τον βοηθήσω να ξεβιδώσει το τεχνητό του πόδι. Ο ίδιος βρισκόταν σε αθλία κατάσταση, ήταν λιώμα, αδύνατον να υπακούσουν τα χέρια του στις οδηγίες του εγκεφάλου του. Ο καινούργιος μηχανισμός που είχε τοποθετηθεί στην κλινική ήταν τέλειος, μα και περίπλοκος, τόσο, που χρειαζόταν εξασκημένα δάχτυλα για να λασκάρουν τις βίδες και τα παξιμάδια, ώστε να αποσυνδεθούν οι ασφάλειες. Η κοπέλα δεν έφτανε που ήταν μεθυσμένη, ήταν και αδέξια. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειές της, δεν κατάφερε να αποσυναρμολογήσει το πόδι, κι έτσι κατέφυγαν σ’ εμένα.
«Είσαι μηχανικός», μου είπε ο τύπος με θαυμασμό, λες και ήμουν κανένας πυρηνικός επιστήμονας.
Στο δωμάτιό του έβγαλε το κασμιρένιο παντελόνι κι έμεινε μ’ ένα κόκκινο σλιπ. Παρά τις δυσκολίες του μηχανισμού, μέσα σε πέντε λεπτά κατάφερα να ξεβιδώσω το ξύλινο πόδι και να το ακουμπήσω στο κομοδίνο. Ενώ εκείνος ήταν κυριαρχημένος από συναισθήματα αυτολύπησης, η κοπέλα κοίταζε με θαυμασμό εμένα και το πόδι εναλλάξ. Εμένα για την επιδεξιότητά μου και το πόδι για την τέλεια κατασκευή του: ήταν πράγματι ωραίο, φτιαγμένο από ραφιναρισμένα υλικά, ψιλοδουλεμένα, με επιχρωμιωμένες πόρπες και ατσάλινα γυαλιστερά ελατήρια. Εγώ είχα γοητευτεί για διαφορετικό λόγο: για το τατουάζ στον κομμένο μηρό. Παρίστανε μια τσαχπίνα γοργόνα κεντημένη με ζωηρά χρώματα, με πονηρά κόκκινα χείλη και γελαστά γαλάζια μάτια.
Κίνησα να φύγω κι εκείνος θεώρησε καλό να μ’ ευχαριστήσει: «Θα το εκτιμήσω αυτό», είπε.
Επιστρέφοντας στο δωμάτιό μου, διαπίστωσα ότι η Μιγιάκο την είχε κοπανήσει με το πορτοφόλι μου. Προφανώς είχε βαρεθεί να με περιμένει- μπορεί όμως να είχε θυμώσει που την άφησα μόνη. Η απώλεια μερικών χιλιάδων γεν δεν ήταν ίσως τόσο τρομερό πράγμα, το ότι όμως έμελλε να κοιμηθώ μόνος τη νύχτα θ’ αποδεικνυόταν οδυνηρό.
*
Ήταν περασμένη η ώρα και τα μπαρ είχαν κλείσει. Είχα δύο επιλογές: να μείνω στο ξενοδοχείο ή να βγω στο δρόμο προς αναζήτηση ταξί για να γυρίσω στο καράβι. Προτίμησα την πρώτη, μια και είχα προπληρώσει το δωμάτιο. Ξαναμπήκα λοιπόν στην πράσινη γούρνα, ανοίγοντας το κρύο και μετά το ζεστό νερό. Ήταν ανάγκη να χαλαρώσουν τα νεύρα μου. Επανήλθα στο άδειο κρεβάτι αλλά οι στεναγμοί και τα τριξίματα από το διπλανό δωμάτιο απειλούσαν να σμπαραλιάσουν τα νεύρα μου. Σηκώθηκα αλαφιασμένος, κι όπως ήμουν ημίγυμνος, χωρίς να φορέσω το μαύρο κιμονό, βγήκα στο διάδρομο και χτύπησα την πόρτα του δωματίου του ασυρματιστή. Χωρίς να περιμένω απάντηση, την έσπρωξα και –δεν είχε αμπαρώσει καλά–, βρέθηκα στον ιδιωτικό χώρο του συμπατριώτη μου, εξαιτίας του οποίου είχα μείνει μόνος εκείνη τη νύχτα. Το θέαμα που αντίκρισα δεν ήταν πρωτότυπο: ο τύπος κειτόταν ξαπλωμένος, ενώ η κοπέλα ήταν καθισμένη ιππαστί πάνω του και κουνιόταν. Αυτό που μου έκανε εντύπωση, όμως, ήταν το κομμένο πόδι, το οποίο πήγαινε κι ερχόταν στο ρυθμό της κοπέλας. Καθώς κουνιόταν, η τσαχπίνα γοργόνα χόρευε έναν παράξενο χορό. Όσο για το ξύλινο μέλος, ήταν ακουμπισμένο στο κομοδίνο, ξεχασμένο από όλους, με τις πόρπες, τα ελατήρια και τις βίδες του να γυαλίζουν στο ημίφως.
Εξακολουθούσα να τους παρατηρώ μέχρι τη στιγμή του απόλυτα συγχρονισμένου οργασμού τους, που συνοδεύτηκε από ένα διπλό ουρλιαχτό ηδονής. Μόλις η κοπέλα αφίππευσε και έγειρε αποκαμωμένη στο πλάι του, ο ασυρματιστής με είδε για πρώτη φορά, αλλά δε φάνηκε να εκπλήττεται. Εκείνη όμως καταλήφθηκε από σεμνοτυφία και προσπάθησε να κρύψει από τα βλέμματά μου το εφηβαίο της, βάζοντας το χέρι της μπροστά.
«Η λεγάμενη την κοπάνησε», του είπα.
Από το ύφος μου κατάλαβε πως η άκομψη είσοδός μου στο ερωτικό τους άντρο οφειλόταν σε κάποια ανάγκη που δεν μπορούσε να εκπληρωθεί. Αντιλαμβανόμενος πως αυτό είχε συμβεί από δική του υπαιτιότητα, άπλωσε το χέρι στο κομοδίνο όπου φύλαγε το φουσκωμένο πορτοφόλι του κι έβγαλε ένα μάτσο γεν. Τα ανέμισε μπροστά στα μάτια της κοπέλας και μου έκανε νεύμα να πλησιάσω. Εκείνη δεν έβγαλε τσιμουδιά, οπότε έκανα μερικά βήματα και βρέθηκα στο κρεβάτι. Ο ασυρματιστής σηκώθηκε κούτσα κούτσα και χωρίς άλλη κουβέντα βγήκε από το δωμάτιο και μπήκε στο δικό μου. Περιττό να τονίσω πως η δανεικιά γυναίκα μού πρόσφερε τόσο πολλά μέσα σε λίγη ώρα υπό τους ήχους του «Καλπασμού των Βαλκυριών», του Βάγκνερ, ώστε ξέχασα την προδοτική φυγή της Μιγιάκο.
*
Κάποια στιγμή, ύστερα από μισή ώρα, μπουκάρισαν στο δωμάτιο τρεις ένστολοι αστυνομικοί με τα περίστροφα στα χέρια. Ήταν πολύ αγριεμένοι. Κοίταζαν μια εμένα, μια το τεχνητό μέλος, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν πώς ήταν δυνατόν ο άντρας που βρισκόταν στο κρεβάτι να είναι αρτιμελής και ταυτόχρονα να έχει δίπλα του ένα ξύλινο πόδι. Γρήγορα συνήλθαν κι ένας από αυτούς έπιασε το κούφιο πόδι με την ωραία μαύρη μεταξωτή κάλτσα και το ακριβό γυαλιστερό μαύρο μοκασίνι –ήταν Gucci–, και το περιεργάστηκε. Έψαξε στο εσωτερικό του και βρήκε κάτω από τα στουπιά κάτι σακουλάκια επιμελώς τοποθετημένα. Μας κοίταξε αυστηρά και ανέμισε τα σακουλάκια μπροστά στα μάτια μας. Η θεογκόμενα έβγαλε ένα ουρλιαχτό, ενώ εγώ είχα μείνει κόκαλο.
Ο Βούδας να βάλει το χέρι του, ευχήθηκα νοερά.
*
Στο αστυνομικό τμήμα όπου με κουβάλησαν με ανέκριναν με αυστηρότητα. Τους είπα την αλήθεια και κανένα ψέμα- οι Γιαπωνέζοι αστυνομικοί δεν τρώνε κουτόχορτο. Ωστόσο, δε βρή-καν τίποτα εναντίον μου και με άφησαν ελεύθερο. Από τον ασυρματιστή δεν είχα καμιά είδηση, τον είχαν κρατήσει μέσα κι ένας Θεός ξέρει πότε θα έβγαινε, αν έβγαινε. Όταν το μεσημέρι επέστρεψα στο καράβι, οι φήμες σχετικά με το συμβάν είχαν αποκτήσει τερατώδεις διαστάσεις. Όλοι με κοιτούσαν λες και έπεσα από τον Άρη. Έδινα εξηγήσεις, προσπαθώντας να πείσω πως δεν ήμουν ελέφαντας. Μόλις ανέβηκα στο καράβι, ο ατζέντης έφερε στον καπετάνιο την εφημερίδα Ασάχι Σιμπούν με την ασπρόμαυρη φωτογραφία μου δίπλα σ’ εκείνη του τύπου και μετέφρασε, τονίζοντας τις λέξεις: «Συνελήφθησαν χθες στο ξενοδοχείο […] δύο Έλληνες ναυτικοί, ο […], ασυρματιστής στο υπό σημαία Λιβερίας bulk carrier «Olympic Challenger», και ο […], τρίτος μηχανικός στο ελληνικό φορτηγό «Κένταυρος». Ο πρώτος εξ αυτών πρόκειται να προσαχθεί σε δίκη με την κατηγορία ότι κατείχε πέντε κιλά καθαρή ηρωίνη, κρυμμένη μέσα στο ξύλινο πόδι του, την οποία εμπορευόταν στα λιμάνια της Ιαπωνίας. Ο δεύτερος αφέθηκε ελεύθερος επειδή δεν αποδείχτηκε η ενοχή του…»
Ω ναι, μα τον Βούδα, φτηνά την είχα γλιτώσει.
Τέλος πάντων, δεν ξαναπήγα στη Γιοκοχάμα, οπότε δεν ξαναείδα τη Μιγιάκο. Ο «Κένταυρος», όμως, το τζενεραλάδικο της εταιρείας Rethymnis & Kulukundis, συνέχισε για μήνες τα ταξίδια του στην Ιαπωνία: Μότζι, Κόμπε, Οσάκα, Τομπάτα, Νιιγκάτα, Ναγκόγια.

 

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr