«Αλατζά Ιμαρέτ» της Κατερίνας Καριζώνη

«Αλατζά Ιμαρέτ» της Κατερίνας Καριζώνη

Η Φράγκαινα ήταν χήρα και είχε δυο γιους. Ο μεγάλος της ήταν παχουλός με σκούρα χαρακτηριστικά και μαύρα μάτια. Ο μικρός λεπτός και κοκκινομάλλης, γεμάτος πανάδες. Έμοιαζε με ξωτικό. Είχε δυο παράξενα πράσινα μάτια που σε καρφώνανε όταν σε κοιτούσαν. Έμπαινε σαν σίφουνας στο σπίτι πετώντας με λύσσα τη γδαρμένη σχολική του τσάντα. Η Φράγκαινα του έβαζε τις φωνές. Ύστερα τον έπαιρνε με το καλό. «Άντε, Θοδωράκη», του έλεγε, «πάτε έξω με την Κατερίνα να παίξετε». Μας έδινε από μια φέτα ψωμί με βούτυρο και λίγες ελιές, και μας έβγαζε έξω.

Παίζαμε βόλους μπροστά στο Τζαμί. Το Τζαμί βρισκόταν ακριβώς απέναντι απ’ το σπίτι τους. Καθόμασταν κάτω απ’ τις ψηλές ασβεστωμένες καμάρες του και παίζαμε με τις ώρες. Δε μιλούσαμε σχεδόν ποτέ. Γύρω μας αντηχούσαν οι φωνές των παιδιών που πλημμύριζαν την πλατεία. Καμιά φορά ακουγόταν και η καμπάνα απ’ τη μικρή παλαιοημερολογίτικη εκκλησία που βρισκόταν παραδίπλα κι όπου με πήγαινε κάθε Κυριακή πρωί η γιαγιά μου, φανατική παλαιοημερολογίτισσα κι άλλο τόσο φανατική αριστερή.

Το Τζαμί ωστόσο αποτελούσε για μένα τόπο μυστηρίου. Όχι μόνο γιατί δεν ήξερα τι ακριβώς είναι ένα τζαμί, αλλά γιατί το κτίριο ήταν μονίμως κλειστό κι αμπαρωμένο.

Μια μέρα πέτυχα την πόρτα του ανοιχτή και πρόλαβα να ρίξω μια ματιά μέσα. Θυμάμαι πως αντίκρισα μια άδεια κι απέραντη αίθουσα. Στη μέση της αίθουσας έκαιγε μια μαύρη σόμπα. Ένα μπουρί ανέβαινε ως την οροφή σαν παράξενο μεταλλικό φυτό και γύρω του πετούσαν κάτι κοκαλιάρικα πουλιά. Δεν μπόρεσα να καταλάβω τι στ’ αλήθεια συνέβαινε σ’ εκείνο το κτίριο. Μου πέρασε η σκέψη ότι το κατοικούσαν πεθαμένοι που δεν τολμούσαν όμως να βγούνε παραέξω και πως αυτοί ανάβανε τη σόμπα για να ζεσταθούν.

Μια μέρα κρέμασαν στην πόρτα μια ταμπέλα που έγραφε «Σώμα Προσκόπων». Έτσι έδωσα μια πρώτη εξήγηση στο αίνιγμα του κτιρίου και των ενοίκων του. Αργότερα έμαθα ότι σ’ εκείνη την πλατεία είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια ο Ναζίμ Χικμέτ και πως το πραγματικό όνομα του Τζαμιού ήταν Αλατζά Ιμαρέτ. Κι ακόμα πως η οροφή του ήταν φτιαγμένη από μολύβι που όμως το ξήλωσαν και το πούλησαν στην Κατοχή. Πάει καιρός που το Τζαμί ανακαινίστηκε κι έγινε πολιτιστικό κέντρο.

Τότε αποκαταστάθηκε κι η ονομασία του: Αλατζά Ιμαρέτ το έλεγαν τώρα όλοι. Μόνο το όνομα της Φράγκαινας έμεινε για πάντα αδιευκρίνιστο. Ούτε το έμαθα ούτε και ρώτησα ποτέ γι’ αυτό. Θαρρείς και το άφηνα επίτηδες να πλανιέται μέσα μου σαν ένα άλυτο μυστήριο, σαν ένα παλιό κι επτασφράγιστο μυστικό.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Τι κακό μάς βρήκε» της Ντίνας Σαρακηνού

Δεν της έφτανε η μέρα. Πόσο λαχταρούσε να επιμηκύνει τον χρόνο, να γινόταν ένα θαύμα, να είχε η ώρα εξακόσια λεπτά. Στα εξήντα της χρόνια, τυραννισμένα τα περισσότερα, ένιωθε σαν τη Σταχτοπούτα. Στη...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Δύο αυτοκτονίες» του Φιόντορ Ντοστογέφσκι

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη Το διήγημα «Δύο αυτοκτονίες» δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1876 στο Ημερολόγιο του συγγραφέα, το μηνιαίο φιλοσοφικό και λογοτεχνικό περιοδικό που εξέδιδε ο Φ. Ντοστογέφσκι από το 1876 έως το 1877...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: