ΑΛΑΤΖΑ ΙΜΑΡΕΤ

ΑΛΑΤΖΑ ΙΜΑΡΕΤτης Κατερίνας Καριζώνη

Η Φράγκαινα ήταν φίλη της μητέρας μου, έμενε στην ίδια γειτονιά μ’ εμάς κι ερχόταν καθημερινά στο σπίτι μας. Κρατούσε πάντα ένα πιάτο στο χέρι.

Έτσι τη θυμάμαι. Μας έφερνε κολοκυθόπιτες που τις έφτιαχνε η ίδια, πασπαλισμένες με ζάχαρη άχνη, σαρμαδάκια από φρέσκα αμπελόφυλλα, σταφιδόψωμο και κόλλυβα –συνήθως τα Σάββατα– και, καμιά φορά, φανουρόπιτα ή πελτέ. Δεν έμαθα ποτέ το πραγματικό της όνομα, γιατί η μάνα μου τη φώναζε πάντα με το επίθετό της. Φράγκου τη έλεγαν κανονικά τη γυναίκα. Όμως το Φράγκαινα είχε καθιερωθεί με τα χρόνια και κανείς δεν έδειχνε να θυμάται το βαφτιστικό της όνομα, ή εν πάση περιπτώσει δε φρόντιζε να το χρησιμοποιεί.

Η Φράγκαινα ήταν χήρα και είχε δυο γιους. Ο μεγάλος της ήταν παχουλός με σκούρα χαρακτηριστικά και μαύρα μάτια. Ο μικρός λεπτός και κοκκινομάλλης, γεμάτος πανάδες. Έμοιαζε με ξωτικό. Είχε δυο παράξενα πράσινα μάτια που σε καρφώνανε όταν σε κοιτούσαν. Έμπαινε σαν σίφουνας στο σπίτι πετώντας με λύσσα τη γδαρμένη σχολική του τσάντα. Η Φράγκαινα του έβαζε τις φωνές. Ύστερα τον έπαιρνε με το καλό. «Άντε, Θοδωράκη», του έλεγε, «πάτε έξω με την Κατερίνα να παίξετε». Μας έδινε από μια φέτα ψωμί με βούτυρο και λίγες ελιές, και μας έβγαζε έξω.

Παίζαμε βόλους μπροστά στο Τζαμί. Το Τζαμί βρισκόταν ακριβώς απέναντι απ’ το σπίτι τους. Καθόμασταν κάτω απ’ τις ψηλές ασβεστωμένες καμάρες του και παίζαμε με τις ώρες. Δε μιλούσαμε σχεδόν ποτέ. Γύρω μας αντηχούσαν οι φωνές των παιδιών που πλημμύριζαν την πλατεία. Καμιά φορά ακουγόταν και η καμπάνα απ’ τη μικρή παλαιοημερολογίτικη εκκλησία που βρισκόταν παραδίπλα κι όπου με πήγαινε κάθε Κυριακή πρωί η γιαγιά μου, φανατική παλαιοημερολογίτισσα κι άλλο τόσο φανατική αριστερή.

Το Τζαμί ωστόσο αποτελούσε για μένα τόπο μυστηρίου. Όχι μόνο γιατί δεν ήξερα τι ακριβώς είναι ένα τζαμί, αλλά γιατί το κτίριο ήταν μονίμως κλειστό κι αμπαρωμένο.

Μια μέρα πέτυχα την πόρτα του ανοιχτή και πρόλαβα να ρίξω μια ματιά μέσα. Θυμάμαι πως αντίκρισα μια άδεια κι απέραντη αίθουσα. Στη μέση της αίθουσας έκαιγε μια μαύρη σόμπα. Ένα μπουρί ανέβαινε ως την οροφή σαν παράξενο μεταλλικό φυτό και γύρω του πετούσαν κάτι κοκαλιάρικα πουλιά. Δεν μπόρεσα να καταλάβω τι στ’ αλήθεια συνέβαινε σ’ εκείνο το κτίριο. Μου πέρασε η σκέψη ότι το κατοικούσαν πεθαμένοι που δεν τολμούσαν όμως να βγούνε παραέξω και πως αυτοί ανάβανε τη σόμπα για να ζεσταθούν.

Μια μέρα κρέμασαν στην πόρτα μια ταμπέλα που έγραφε «Σώμα Προσκόπων». Έτσι έδωσα μια πρώτη εξήγηση στο αίνιγμα του κτιρίου και των ενοίκων του. Αργότερα έμαθα ότι σ’ εκείνη την πλατεία είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια ο Ναζίμ Χικμέτ και πως το πραγματικό όνομα του Τζαμιού ήταν Αλατζά Ιμαρέτ. Κι ακόμα πως η οροφή του ήταν φτιαγμένη από μολύβι που όμως το ξήλωσαν και το πούλησαν στην Κατοχή. Πάει καιρός που το Τζαμί ανακαινίστηκε κι έγινε πολιτιστικό κέντρο.

Τότε αποκαταστάθηκε κι η ονομασία του: Αλατζά Ιμαρέτ το έλεγαν τώρα όλοι. Μόνο το όνομα της Φράγκαινας έμεινε για πάντα αδιευκρίνιστο. Ούτε το έμαθα ούτε και ρώτησα ποτέ γι’ αυτό. Θαρρείς και το άφηνα επίτηδες να πλανιέται μέσα μου σαν ένα άλυτο μυστήριο, σαν ένα παλιό κι επτασφράγιστο μυστικό.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr