«Μεταστροφές» της Ελένης Μουσαμά

«Μεταστροφές» της Ελένης Μουσαμά

Κάποια υπολείμματα σάντουιτς, μέσα από τη μεγάλη τσάντα της γυναίκας, και ένα μικρό μπουκάλι νερό ήταν το βραδινό τους, κι ύστερα έπεσαν κουρασμένοι και κακοδιάθετοι να κοιμηθούν.

Τους ξύπνησε η σπιτονοικοκυρά, που έφερε έναν δίσκο φορτωμένο με πλούσιο πρωινό: ψωμί ζυμωτό, μαρμελάδα σπιτική, βραστά αυγά από τις κότες της, φρεσκοστυμμένο χυμό πορτοκάλι και καφεδάκι στο μπρίκι.

Πριν ξεκινήσουν για Αθήνα, βγήκαν μια σύντομη βόλτα με τα πόδια και βρέθηκαν στην κεντρική πλατεία. Δεν είδαν ούτε την εκκλησία, ούτε το δημαρχείο, ούτε το αστυνομικό τμήμα και προς στιγμήν μπερδεύτηκαν.

Αυτό που είδαν ήταν ένας χώρος τέχνης, στο ισόγειο εκθετήριο και στον όροφο το εργαστήρι, ανοιχτό για όλους. Είδαν ένα βιβλιοπωλείο, αλλά και δανειστική βιβλιοθήκη εξοπλισμένη με τα τελευταία τεχνολογικά μέσα. Είδαν μια αίθουσα κινηματογραφικών προβολών, όπου ανέβαιναν και θεατρικές παραστάσεις από τον ερασιτεχνικό θίασο της μικρής εκείνης πόλης.

Δεν μπορεί, σκέφτηκαν, αυτοί εδώ οι εργάτες της γης να μην έχουν κι άλλες ανάγκες, και ζαλισμένοι έψαξαν να βγουν στον εμπορικό δρόμο.

Όλα τα χρειώδη της καθημερινότητας σε καταστήματα, το ένα δίπλα στο άλλο, μια μικρή συνεταιριστική τράπεζα και το παραδοσιακό καφέ-μεζεδοπωλείο. Πήραν έναν δεύτερο καφέ και ρώτησαν. Ναι, και κέντρο υγείας και δημαρχείο και τους απαραίτητους γραφιάδες, αλλά πιο έξω.

Γύρισαν να πληρώσουν και να πάρουν το αυτοκίνητο. «Μείνετε και σήμερα», τους προσκάλεσε η σπιτονοικοκυρά, «που έχουμε και παράσταση στο θεατράκι μας. Τα παιδιά του λυκείου ανεβάζουν την Οδύσσεια σε μετάφραση Μαρωνίτη». Και έμειναν. Εκεί έμειναν πια.

 

Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

Πρώτα γνώρισα τον Γιάννη. «Έλα, Γιάννη, φτάνει, μη φωνάζεις!» η ταμίας στον φούρνο μού τον σύστησε, «άκακος είναι», συνέχισε σ' εμένα, που την κοίταζα με γουρλωμένα μάτια. Ψηλός νεαρός, καθαροντυμένος. «Εδώ, στη γειτονιά μένει. Η μάνα του τον αφήνει και βγαίνει μόνος του, τον έχουμε μάθει πια».
Θυμήθηκα που ήμουνα μικρή, στην παλιά μας γειτονιά, κοντά στις γραμμές του τρένου. Μια μέρα που είχα βγει με τη μαμά στην αγορά, είδα έναν ανάπηρο μεσήλικα, χωρίς πόδια και με βλέμμα τρελό. Καθισμένος σε ένα μεταλλικό χαμηλό καροτσάκι, μετακινούνταν σπρώχνοντας με τα χέρια στην άσφαλτο. Κρατούσε σε κάθε χέρι κι από ένα βαρύ μαντεμένιο σίδερο σιδερώματος με κάρβουνο, από κείνα που είχαν οι νοικοκυρές, πριν ο ηλεκτρισμός γίνει δημόσιο αγαθό, και μ' αυτά κωπηλατούσε τον δρόμο του, φωνάζοντας: «Ελεήστε, ελεήστε τον σακάτη», το θολό βλέμμα καρφωμένο στον ουρανό. Τα βράδια, ξυπνούσα σε εφιάλτη. Άκουγα το τρένο να σφυρίζει περνώντας τη διάβαση πεζών και νόμιζα ότι ήταν ο σακάτης που ερχόταν να με πάρει, ουρλιάζοντας μέσα στο σκοτάδι.

Ύστερα, πρόσεξα βγαίνοντας από το σουπερμάρκετ την κυρία. Μεσήλικη, προσεγμένη, παλιά αριστοκρατία, λογομαχούσε με την κόρη της. Την κόρη που μόνο εκείνη έβλεπε. Λογομαχούσε με τον άντρα που ποτέ δεν παντρεύτηκε, λέγοντάς του ότι οι γονείς της δεν την είχαν αναθρέψει για να χαριστεί σε κάποιον σαν και του λόγου του. Και απομακρυνόταν λογομαχώντας. Δυο-τρεις φορές την έχω πετύχει. Και κάθε φορά, κοιταζόμαστε με τον λουλουδά της γωνίας κουνώντας ταυτόχρονα το κεφάλι.
Πάντα με τρόμαζαν οι τρελοί. Η ιδέα της λεπτής κλωστής απ' όπου κρέμεται ο γνωστικός, ο φόβος ότι είναι κολλητικό.

Τελευταία, εμφανίστηκε κι άλλος ένας. Γεροδεμένος, με περιποιημένο πυκνό μαύρο μούσι. Κάθεται με τους συνταξιούχους για τον πρωινό καφέ στα τραπεζάκια του ζαχαροπλαστείου και παίρνει μέρος στις συζητήσεις τους, για την πολιτική ή τον καιρό, με δυνατή φωνή, χωρίς να περιμένει απάντηση. Χθες, καθώς γυρνούσα σπίτι, τον είδα να έρχεται από απέναντι. Μου εξήγησε πόσο αστείες είναι οι γάτες, όταν τις τρομάζει κι εκείνες πετάγονται νιαουρίζοντας δυνατά. Συμφώνησα, κρατώντας απόσταση ασφαλείας και ανοίγοντας το βήμα. Απομακρύνθηκε γελώντας με το αστείο που μόνο εκείνος κατάλαβε.

Σκέφτομαι ν' αλλάξω δρόμο, από δω και πέρα. Ή μήπως ν' αλλάξω γειτονιά.

 

Ο Ψ ΣΤΑ ΛΟΥΤΡΑ

Περισσότερο απ' όλα, έκανε κέφι την παρέα των παιδιών. Δεν θα τον έλεγε κανείς αντικοινωνικό, ίσα ίσα και λόγω της ειδικότητας του κλινικού ψυχιάτρου, είχε τον τρόπο του με τους ανθρώπους. Όμως, ένιωθε καλύτερα με τα παιδιά. Τους έκανε όλα τα χατίρια. Έχτιζε πύργους στην άμμο, έπαιζε βόλεϊ μέσα στη θάλασσα, πήγαινε τα μεγαλύτερα με το αυτοκίνητο στη χώρα τα βράδια και ξενυχτούσε μαζί τους στο κλαμπ, κι ύστερα στο λιμάνι, να φάνε βρόμικο στις πέντε το πρωί. Με τις ατέλειωτες ερωτήσεις τους, τον ανέβαζαν στην αδιαμφισβήτητη θέση του βασιλιά των απαντήσεων και αρχηγό της κλίκας.

Η παρέα, εκείνο το καλοκαίρι, έκανε τα μπάνια της στην Κύθνο. Πέντε οικογένειες με παιδιά σε όλες τις σχολικές βαθμίδες κι εκείνος έβρισκε χρόνο και για τα δύο δικά του παιδιά, και για των φίλων. Τα ζήλευε. Αποζητούσε τη δική του ανέμελη παιδικότητα, χαμένη για πάντα μέσα στην ψυχική διαταραχή, στον στρεβλό νου.

Τον χρόνο που κρατούσε για τον εαυτό του τον αφιέρωνε στα λουτρά. Χωνόταν μέσα στη λαξευτή μαρμάρινη μπανιέρα και λουζόταν σε καυτά ιαματικά νερά. «Κι οι βασιλιάδες μας, εξάλλου, αυτό έκαναν», έλεγε στη γυναίκα του. Κι εκείνη του απαντούσε: «Είδαμε την προκοπή τους! Άσε μας, βρε Γιάννη. Όσο και να μουλιάζεις στα βρομόνερα, δεν ξανανιώνεις».

Έφευγε η γυναίκα με τις φίλες της και κολυμπούσαν με τις ώρες. Πεζοπορούσαν ως τα ξωκλήσια και χάζευαν το ηλιοβασίλεμα. «Δεν κάνει καμία προσπάθεια να σώσουμε τον γάμο μας, το βλέπετε», έλεγε εκείνη.

Ένα απόγευμα, βγήκε από την μπανιέρα του θεραπευτηρίου και φορώντας το μακρύ λευκό μπουρνούζι του, κοιτάχτηκε στον θολό καθρέφτη. Στην αρχή, νόμιζε ότι δεν είδε καλά. Πλησίασε περισσότερο, καθάρισε τους υδρατμούς με την παλάμη του και ξανακοίταξε. Το δικό του πρόσωπο, πολλά χρόνια νεότερο. Άνοιξε το μπουρνούζι. Το σώμα του δεν είχε πια τα περιττά κιλά της ηλικίας και της κατάθλιψης. Δυσκολεύτηκε να το πιστέψει. Μα κι οι άλλοι, μόλις έφτασε στην ταβέρνα για το βραδινό, σηκώθηκαν από τις καρέκλες τους και τον περικύκλωσαν. Τον άγγιζαν και τον αγκάλιαζαν, ανήσυχοι κι απορημένοι. «Τα νερά, τα νερά», έλεγαν και ξανάλεγαν. Εκείνο το βράδυ αποφάσισαν να μην κάνουν τίποτα. Ούτε στο νοσοκομείο, ούτε το πρώτο πλοίο για Λαύριο.

Τρεις μέρες αργότερα, το μπουρνούζι τού έπεφτε μακρύ και φαρδύ για να κοιταχτεί στον καθρέφτη, έπρεπε να σκαρφαλώσει στην καρέκλα. Αντίκρισε το παιδικό του πρόσωπο, όπως το θυμόταν από παλιές kodachrome φωτογραφίες, με μια υποψία χαμόγελου στο βλέμμα.

Την ημέρα της αναχώρησης, η γυναίκα φόρεσε το μαύρο, πλατύγυρο ψάθινο καπέλο της, τα μαύρα γυαλιά ηλίου, ένα μαύρο λινό φόρεμα με τιράντες, που την κολάκευε, φόρτωσε τις βαλίτσες και τα τρία πλέον παιδιά της στο αυτοκίνητο και γύρισε στην Αθήνα.

 

Η Ελένη Μουσαμά γεννήθηκε στην Αθήνα. Το 2009, εξέδωσε το εικονογραφημένο παιδικό βιβλίο Η γαλάζια μαργαρίτα (Εκδόσεις Gema). Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Δέκατα, αλλά και στο ιστολόγιο του λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον. Το 2012, εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων μικρής φόρμας Το κοινό μυστικό (Εκδόσεις Φαρφουλάς).

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Τι κακό μάς βρήκε» της Ντίνας Σαρακηνού

Δεν της έφτανε η μέρα. Πόσο λαχταρούσε να επιμηκύνει τον χρόνο, να γινόταν ένα θαύμα, να είχε η ώρα εξακόσια λεπτά. Στα εξήντα της χρόνια, τυραννισμένα τα περισσότερα, ένιωθε σαν τη Σταχτοπούτα. Στη...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Δύο αυτοκτονίες» του Φιόντορ Ντοστογέφσκι

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη Το διήγημα «Δύο αυτοκτονίες» δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1876 στο Ημερολόγιο του συγγραφέα, το μηνιαίο φιλοσοφικό και λογοτεχνικό περιοδικό που εξέδιδε ο Φ. Ντοστογέφσκι από το 1876 έως το 1877...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: