A+ A A-

ΤΡΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ του Δημήτρη Φύσσα

ΤΡΙΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ του Δημήτρη Φύσσα

ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΜΙΚΡΑ

Όπου άσκηση μονολόγου, με προβλέψιμο μεν, αλλά όχι και λιγότερο δραματικό τέλος.

Οι περισσότεροι σύντροφοι προτιμάνε τα δίχτυα από φάρμπρετρον, που δεν είναι ορατά από τα σφαμπρ, αλλά εγώ χρησιμοποιώ το παλιό, καλό μου ψαροντούφεκο με τα θερμοκατευθυνόμενα καμάκια του. Εγώ βλέπω τι ακριβώς κυνηγάω, ενώ οι άλλοι, οι ψευτόμαγκες συνάδελφοι του εύκολου ψαρέματος με τα τυφλά τους δίχτυα, δεν βλέπουν. Εκείνοι λοιπόν βρίσκουν στο ξεψάρισμα όχι μόνο σφαμπρ, αλλά και πολλά άλλα ζώα δεύτερης διαλογής ή και τελείως αχώνευτα, όπως εκείνα τα σκληρά και φουντωτά, που μένουν πάντα ακίνητα, καθώς και πέτρες και διάφορα άχρηστα αντικείμενα των σφαμπρ. Δηλαδή οι σύντροφοι σηκώνουν ολόκληρα γκαντρ άχρηστα με τα δίχτυα τους, και μετά, σα βλάκες, τα ξαναπετάνε πίσω στο ξεψάρισμα. Όχι όμως και μεις οι ψαροντουφεκάδες.

Δεν είναι πολύς καιρός που μπήκαμε σε τροχιά γύρω απ' αυτόν τον πλανήτη, που από την αρχή φάνηκε βολικός για καλό ψάρεμα. Έτσι είπε ο Ραχάμπρ, ο κυβερνήτης μας, και είχε δίκιο. Κάθε πρωί, λοιπόν –πρωί στον πλανήτη εννοώ, όχι φυσικά στο σκάφος μας– μ' αυτόν τον αδύναμο ήλιο, εξορμάμε για την ψαριά μας στη μεριά του πλανήτη που έχει πρωί. Οι σύντροφοι που ρίχνουν δίχτυα κατεβαίνουν με διαστημόβαρκες, μα τέσσερις-πέντε από μας, οι μόνοι αληθινοί κυνηγοί, οι ψαροντουφεκάδες, βουτάμε απευθείας στην ατμόσφαιρα και φτάνουμε στον πλανήτη κολυμπώντας. Μας χτυπάνε βέβαια κάτι αστεία εκρηκτικά βλήματα, που υποτίθεται ότι είναι τα μεγάλα τους όπλα, αλλά είναι τελείως της πλάκας για μας, κι εξουδετερώνονται αμέσως από τ' αυτόματα συστήματα των στολών μας. Ούτε να εκραγούν δεν προλαβαίνουν, κι έτσι συνεχίζουμε το κολύμπι προς τον πλανήτη.

Μ' αρέσει πολύ να κολυμπάω μόνος. Μ' αρέσει να εντοπίζω σφαμπρ μόνος. Μ' αρέσει να τα κυνηγάω μόνος. Και, φυσικά, μ' αρέσει και να τα τρώω μόνος. Καλύτερα είναι τα μικρά, γιατί το κρέας τους είναι πολύ μαλακό. Και τα μεγάλα καλά είναι, αλλά έρχονται δεύτερα. Οι υπόλοιπες μορφές ζωής του πλανήτη, κινητές και ακίνητες, δεν αξίζουν γευστικά. Εγώ τουλάχιστον ούτε για πλάκα δεν τις σημαδεύω.

Εκτός του ότι τα σφαμπρ έχουν τ' ωραιότερο κρέας, το ίδιο το κυνήγι τους μου προσφέρει μεγάλη αθλητική ευχαρίστηση. Διασκεδάζω με τον φόβο τους, όταν με βλέπουν να κολυμπάω από ψηλά καταπάνω τους, την ώρα που τρυπάω τα σύννεφα. Συνήθως βλέπουν πρώτα τη σκιά μου, που τα φτάνει και τα σκεπάζει πριν από μένα, οπότε τρέχουν να κρυφτούν. Εγώ στην αρχή τα βλέπω μικρές κουκκίδες από ψηλά, μα γρήγορα φτάνω στον βυθό του πλανήτη και το γλέντι αρχίζει. Τα κυνηγάω έξω απ' τις φωλιές τους, ιδίως το πρωί, σε κάποιο σημείο συγκέντρωσης όπου κατευθύνονται και μαζεύονται –αν προλάβουν, φυσικά– πολλά μικρά σφαμπρ. Τα κυνηγάω κι όταν κρύβονται μέσα στις οικογενειακές φωλιές τους, είτε σε μεγαλύτερες φωλιές, υποθέτω κοινωνικής συγκέντρωσης: τα καμακώνω από τ' ανοίγματα. Άλλοτε ξεκολλάω τη φωλιά, τη σηκώνω ψηλά κι αδειάζω έξω μικρά και μεγάλα σφαμπρ, μέσα από τ' ανοίγματά της. Μ' αρέσει επίσης όταν τα ενήλικα σφαμπρ αγωνίζονται με κάτι αστεία μικρά προσωπικά όπλα που έχουν, όταν ανοιγοκλείνουν κάτι περίεργες οπές στο κεφάλι τους (δεν ξέρω τι κάνουν, ούτε γιατί το κάνουν) κι όταν προσπαθούν να προστατέψουν τα μικρά τους.

Παρατηρήσαμε πως τώρα τελευταία τα μικρά σφαμπρ πάψανε να πηγαίνουν το πρωί στα σημεία συγκέντρωσής τους, ίσως γιατί έτσι τα βρίσκαμε μαζεμένα και τα πιάναμε πιο εύκολα. Μένουνε πιο πολύ μέσα στις οικογενειακές φωλιές, ή καταφεύγουνε, όσο προλαβαίνουν, και σε κάτι βαθιές σπηλιές, την ώρα που τα ενήλικα σφαμπρ βγαίνουν να μας αντιμετωπίσουνε – τρόπος του λέγειν, φυσικά, γιατί είπαμε, καθόλου δεν μπορούν να μας βλάψουν. Ό,τι κι αν κάνουν όμως, όπου κι αν κρυφτούνε, εγώ τα βρίσκω. Κολυμπάω παντού, τα επισημαίνω και σημαδεύω στην κατεύθυνσή τους με το ψαροντούφεκο. Τα θερμοκατευθυνόμενα καμάκια αναλαμβάνουν τα υπόλοιπα. Από την πρώτη επαφή μαζί τους, πολύ γρήγορα βρήκαμε ποια είναι η σωματική τους θερμοκρασία και ποιο τμήμα του φάσματος καλύπτουν, και ρυθμίσαμε τα ψαροντούφεκά μας ακριβώς στις ενδείξεις των σφαμπρ. Έτσι, κάθε διαιρούμενη βολή αποφέρει καμιά εκατοστή σφαμπρ, αφού τ' ανακαλύπτει σε μεγάλη κλίμακα, ακόμα και κρυμμένα. Μετά ο απορροφητήρας, ρυθμισμένος κι αυτός στις ίδιες ενδείξεις, ρουφάει και συγκεντρώνει τα χτυπημένα σφαμπρ στην ψαροσακούλα μου. Ακόμα κι αν δεν τα έχω δει, ακόμα και στην τύχη να ρίξω σε μια φωλιά ή στην τρύπα μιας σπηλιάς που φαίνεται έρημη, πάλι τα καμάκια μου ξετρυπώνουν, συνήθως, πλήθος κρυμμένα σφαμπρ. Ο πλανήτης είναι γεμάτος από δαύτα. Αν αντέχω, κολυμπάω ακολουθώντας τον ήλιο σε άλλα μέρη που έχουνε πρωί, και κάνω τα ίδια. Αλλά και μια μόνη ψαριά πολύ καλή είναι.

Χτυπάω κάπου τρεις χιλιάδες κεφάλια σε κάθε έξοδο, γύρω στα είκοσι γκαντρ συνολικά. Είναι μια ικανοποιητική ποσότητα. Τόσα περίπου γκαντρ πρέπει να 'χω και τώρα στην ψαροσακούλα μου, που την αισθάνομαι βαριά βαριά αυτή τη στιγμή, καθώς κολυμπάω πίσω στο σκάφος κουρασμένος. Νιώθω επίσης όσα σφαμπρ δεν έχουν πεθάνει ν' αναδεύονται. Αυτά είναι τα καλύτερα για επιτόπιο κολατσιό: τ' ανοίγω κατά μήκος με το ακτινομάχαιρο, πετάω τα εσωτερικά τους που βρομάνε, και τα τρώω.

Τρώω περίπου ένα τέταρτο του γκαντρ κάθε φορά, κι αποθηκεύω στο σκάφος τα υπόλοιπα. Τα φυλάω στο προσωπικό μου κυνηγητικό ψυγείο και θα τα πουλήσω όταν γυρίσουμε σπίτι. Το ψυγείο μου χωράει εφτακόσια γκαντρ. Μείον το δέκα τοις εκατό προμήθεια, φυσικά, που δίνω κι εγώ, όπως όλοι οι ψαράδες, στον Ραχάμπρ, αφού αυτός, το πλήρωμα και το σκάφος του μας ξετρυπώνουν τους πιθανούς κυνηγότοπους, μας πηγαίνουν από πλανήτη σε πλανήτη, μας περιμένουν και μας πάνε πίσω στην πατρίδα. Άμα τιγκάρω το ψυγείο, αυτό σημαίνει εξακόσια τριάντα γκαντρ δικά μου, ολοδικά μου. Θα πιάσω, όλοι μας θα πιάσουμε, πολλά λεφτά, γιατί τίποτα δεν είναι σαν το φρεσκοκατεψυγμένο σφαμπρ, και ειδικά το μικρό. Εμείς το είδαμε. Θα το δουν και στην πατρίδα. Θ' αποδειχτεί η καλύτερη λιχουδιά του σύμπαντος.

Τώρα μάλιστα που ξέρουμε τις συντεταγμένες τούτου του πλανήτη, θα τ' αφήνουμε ένα διάστημα ν' αναπαράγονται και να ξαναφτιάχνουν πολλά καινούργια μικρά σφαμπρ, και μετά θα 'ρχόμαστε κάθε τόσο να τα πιάνουμε. Ο καλύτερος ψαρότοπος που μας έτυχε ποτέ. Σφαμπρ και πάλι σφαμπρ. Καμιά σύγκριση με τα τζαντρ ή τα ντραμπφρ, ούτε και με τα τράμπρακρορ ακόμα, που τον πλανήτη τους τον είχε ανακαλύψει το διαστημόπλοιο του γερο-Τζράκραντρορ, και πιάσανε όλοι την καλή. Ε λοιπόν, ακόμα κι εκείνα τα κυνήγια του γερο-Τζράκραντρορ δεν πιάνουνε μπάζα μπροστά στη δική μας την ψαριά με τα σφαμπρ. Και, φυσικά, τον ψαρότοπο δεν πρόκειται να τον αποκαλύψουμε σε κανένα άλλο σκάφος, κορόιδα είμαστε; Άσ' τους να σπάνε το κεφάλι τους στην πατρίδα και ν' αναρωτιούνται από ποιον γαλαξία (το ηλιακό σύστημα ούτε που το φαντάζονται – σάμπως κι εμείς το ξέραμε;) τους φέρνουμε τη λιχουδιά των σφαμπρ. Ν' αναρωτιούνται, καθώς εμείς θα 'ρχόμαστε και θα ξαναρχόμαστε, θα πουλάμε και θα γινόμαστε όλο και πιο πλούσιοι. Θα πρέπει μόνο, όταν ξανάρθουμε, να προσέξουμε να μη μας παρακολουθήσει κανένα άλλο πλοίο. Αλλά αυτά τα ξέρει ο καπετάνιος μας. Έμπειρος ναυτικός και μάγκας, έχει φάει όλη του τη ζωή στο διάστημα. Ραχάμπρ ο μέγας. Κι από τον Τζράκραντρορ ακόμα, πιο πάνω – τώρα.

Είμαστε όλοι πολύ ευχαριστημένοι, ψαροντουφεκάδες και βαρκάρηδες. Δεν μας πειράζει πια που οι πρώτοι πλανήτες του συστήματος δεν είχαν τίποτα φαγώσιμο, ούτε μας νοιάζει αν βρούμε ή δεν βρούμε άλλο κυνήγι στους επόμενους. Γιατί αυτός ο πλανήτης μάς αποζημίωσε με το παραπάνω. Δεν θα φύγουμε παρά μόνο όταν θα ξεχειλίσουν τα ψυγεία μας απ' αυτά τα νόστιμα σφαμπρ. Μικρά και μεγάλα, μαύρα, ωχρά, σκούρα, άσπρα, κι όλα ανεξαιρέτως πρώτης ποιότητας: δίποδα, άπτερα και άτριχα.

TO ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΤΕΧΝΗΣ

Όπου επίσης ο επεξηγηματικός υπότιτλος παρέλκει.

Όλες οι τέχνες, προκειμένου να συναντήσουν το κοινό τους, προϋποθέτουν ότι το έργο τέχνης θα γνωρίσει είτε εκτέλεση (μουσικό κομμάτι, θεατρικό έργο, χορός κ.λπ.), είτε σταθεροποιημένη μορφή (γλυπτό, πίνακας, χαρακτικό, λογοτεχνικό έργο, φιλμ κ.λπ.). Μία από τις πάμπολλες συνέπειες που είχε η ανακάλυψη των κυμάτων BONHOFF και η συνακόλουθη δημιουργία και διάδοση του «Εγκεφαλικού Διασυνδετή» (έτος 2.033), ήταν η κατάργηση κάθε έργου τέχνης όπως το ήξεραν ώς τότε οι άνθρωποι: όλα όσα κάθε δημιουργός ή εκτελεστής ήθελε να δημιουργήσει, μπορούσαν πλέον να «διαδοθούν» αυτόματα, από ένα μυαλό στ' άλλα, και μάλιστα δίχως τις περιοριστικές αντιστάσεις που συνήθως έφερναν ως τότε στους αριθμητικά περιορισμένους δημιουργούς οι λέξεις, οι φακοί, οι νότες, τα χρώματα, οι όγκοι, η βαρύτητα, η αδράνεια, τα σχήματα, οι φωτισμοί, τα υλικά, οι κλίμακες, η υπόκριση, το καρέ. Συναφώς, όλοι μπορούσαν πλέον να «δημιουργήσουν» –ήτοι να φανταστούν και να «διαδώσουν» επαρκώς– Τέχνη, άκρως ποιοτική μάλιστα, αφού πραγματωνόταν απευθείας πνευματικά, άνευ ορίων, άνευ όρων, άνευ ορίων, άνευ όρων, κι αφού, μέσω της διασύνδεσης, τα αισθητικά κριτήρια σύντομα ανέβηκαν ψηλά∙ κι έμειναν εκεί για πάντα. Οι άνθρωποι μπορούσαν πλέον να λογαριάζουν και την ίδια τους τη ζωή ως Τέχνη, να τη «διαδίδουν» ζώντας την ή να δημιουργούν ζώντας. Τα όρια μεταξύ της Τέχνης και της μη Τέχνης, καλλιτέχνη και κοινού, ποιοτικού και μη ποιοτικού κατέρρευσαν. Τα μουσεία, οι ταινιοθήκες, οι δισκοθήκες, οι βιβλιοθήκες, τα θέατρα και οι κινηματογράφοι κατέρρευσαν: ένας μόνο άνθρωπος κι αν έβλεπε, διάβαζε ή άκουγε ή απλά σκεφτόταν οποιοδήποτε έργο παλιάς Τέχνης, υπαρκτό ή υπό δημιουργία, το «διέδιδε» αυτόματα σε όλους. Η Τέχνη φυσικά δεν κατέρρευσε, γιατί το φαντασιακό-μιμητικό στοιχείο, εγγενώς ισχυρό σε όλους τους ανθρώπους, συνέχισε να πλάθει πνευματικές/εγκεφαλικές μιμήσεις και να τις «διαδίδει». Έτσι η ζωή, η Τέχνη, οι άνθρωποι, το φαντασιακό και το πραγματικό έγιναν ένα (πάντα ήταν ένα, μα δεν το ήξεραν). Η νέα αυτή συλλογική δημιουργικότητα ήταν τόσο όμορφο πράγμα να το χαίρεσαι, ώστε κάθε αρνητική ή απάνθρωπη δραστηριότητα έπαψε: αν κανείς σκεφτόταν και μόνο να επιχειρήσει μια βίαιη πράξη, τότε πολλαπλά κύματα καλλιτεχνικής συγκίνησης από εκατομμύρια άλλους τον καθήλωναν και τον απέτρεπαν. Τριάντα χρόνια μετά, και η ελάχιστη βία είχε εκλείψει οριστικά. Οι επόμενες γενιές έζησαν, πλέον, μια ζωή τόσο διευρυμένη πνευματικά και τόσο ευχάριστη, που οι παλιότεροι δεν θα μπορούσαν να το συλλάβουν.

Κι έτσι έσβησε αυτή η άτιμη φάρα των διάφορων πεζογράφων, σκηνογράφων, στιχουργών, ηθοποιών, παραγωγών, συνθετών, ζωγράφων, γλωσσότρελων, ιδιοκτητών γκαλερί, χορευτών, κριτικών τέχνης, σκηνοθετών, ποιητών, γλυπτών, τραγουδιστών, μουσικών, εκδοτών, εικαστικών εγκαταστατών, θεωρητικών της τέχνης και άλλων συναφών, που νομίζανε ότι κάτι είναι, και κυκλοφορούσανε μ' αυτό το ενοχλητικό τουπέ, και ζητούσανε κρατικές επιδοτήσεις, και βρίσκανε τις καλύτερες γκόμενες και τους καλύτερους γκόμενους, κι είχανε και το τουπέ με το αλαζονικό υφάκι, και δίνανε συνέχεια αυτές τις συνεντεύξεις, και βγάζανε φωτογραφίες με βαρύ μακιγιάζ, και βραβεύονταν μεταξύ τους, και τροφοδοτούσανε άπειρα σκανδαλοθηρικά έντυπα και πόρταλ, και κάνανε κι αυτές τις κουφές δηλώσεις επί παντός, και παίρνανε μέρος σε τόσες επιτροπές, κι είχανε και κηδείες δημοσία δαπάνη, σάμπως να τους χρωστούσε η ανθρωπότητα, σάματις να τους χρωστούσε ο πολιτισμός. Ευτυχώς μας τελειώσανε όλοι, «σοβαροί» και «λαϊκοί», «ποιοτικοί» και «λάιτ», τόσα χρόνια μάς τα 'χανε πρήξει. Οι δήθεν, και οι έτσι, και οι περιδιαγραμμάτου. Αμάν πια, ησυχάσαμε. Άντε μπράβο. Έτσι. Άσε που καθαρίσαμε κι από τις πλατωνικές περί τέχνης αρλούμπες. Αυτό πού το πας;

ΔΕΚΑ SHORTSHORTSTORIES

Όπου δέκα συγγραφικές ιδέες Ε.Φ. παραμένουν περιλήψεις περιλήψεων.

1. Ποιο CERN; Τώρα που ο άγνωστης προέλευσης αλλά ισχυρότατος πυρηνικός πύραυλος εξαφάνισε την ομάδα Βάσερμαγερ-Έπσταϊν-Χασιμπάλα και όλα τα αρχεία της (και φυσικά τον στόχο CERN και σχεδόν τη μισή Ελβετία γύρω του), θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να συλληφθεί ξανά ως σκέψη και ν' αναπτυχθεί πειραματικά η απόρρητη νευρωνοειδής απελευθερωτική τεχνική, που οδηγεί στην τηλεμεταφορά του σώματος με μιαν απλή πνευματική εντολή από τον φλοιό του εγκεφάλου. Στο μεταξύ, βεβαίως, θα έχει πουληθεί και το τελευταίο κυβικό εκατοστό φυσικού αερίου και η τελευταία σταγόνα πετρελαίου.

2. Συνέδριο. Μπαίνοντας τους είδα όλους εκεί. Μερικοί σηκώθηκαν και με χαιρέτησαν, «Γεια σου Ροβύρο» και τα σχετικά. Ανέβηκα στο βήμα και κήρυξα την έναρξη των εργασιών. Πίσω μου, το μεγάλο πανό έγραφε: «1ο Συνέδριο αυτονομημένων ηρώων του Ιουλίου Βερν».

3. «Αλέκος με τα κυδώνια». Μας δόθηκε η δυνατότητα να φέρουμε ένα μόνο αρχαίο πρόσωπο στη δική μας εποχή και ψηφίσατε διαδικτυακά τον Αλέξανδρο Φιλίππου Μακεδόνα με 71%. Ικανοποιηθήκατε, λοιπόν, με την αυθεντική μαλακία του ανδρός; Όσοι τον ψηφίσατε, λουστείτε τον τώρα που μας τα πρήζει.

4. Το ενιαίο και ασαφές του πράγματος. Στην αρχή το ονειροσκόπιο, που εξωτερικά έμοιαζε με ακουστικό για βαρήκοους, βοήθησε τον καθένα όχι μόνο να κοιμάται, μα και να κατευθύνει τα όνειρά του προς επιθυμητές κατευθύνσεις: έτσι ο ύπνος έγινε δραστηριότητα ευχάριστη ακόμα και για τους άυπνους, ενώ οι εφιάλτες εξαφανίστηκαν. Σύντομα, ωστόσο, τα όνειρα του ενός άρχισαν ν' αναμειγνύονται με τα όνειρα των άλλων, και τελικά κανείς δεν ήξερε αν έβλεπε το δικό του ή κάποιου/κάποιων άλλων: τα ονειροσκόπια είχαν, με κάποιον τρόπο, συντονιστεί μεταξύ τους. Στο τέλος της διαδρομής, τα όρια ανάμεσα στην αληθινή ζωή και τα όνειρα (αν είχαν υπάρξει ποτέ τέτοια όρια) καταλύθηκαν για πάντα. Κανείς δεν ήξερε αν ζει ή αν ονειρεύεται, αν κοιμάται ή αν είναι ξύπνιος. Ίσως πια η αληθινή ζωή ήταν τα όνειρα, και η συσκευή λειτουργούσε πλέον σαν ζωοσκόπιο. Τώρα πια όλοι έβλεπαν το ίδιο όνειρο (ή ζούσαν την ίδια ζωή;) ταυτόχρονα. Τότε, όσοι τελευταίοι διατηρούσαν ίχνη προσωπικής συνείδησης νοστάλγησαν το παλιό, καλό, προσωπικό όνειρο, απρόσμενο και εφιαλτικό και αναπάντεχο, καθώς και την αϋπνία του μη όνειρου. Αλλά, φυσικά, ήταν αργά.

5. Φάρσα έστω; Τι θα πει δεν με γνωρίζετε; Αφού εδώ ζω εδώ και 30 χρόνια. Μαρία; Βάσω; Γιώργο, ούτε καν εσύ; Αντώνη; Και γιατί το δέρμα σας ολωνών σας έγινε πράσινο και μπλε.

6. Ριζικά μέτρα. Ο παράγοντας που εκτόπισε για πάντα τα αυτοκίνητα, τα μηχανάκια και κάθε άλλο κινητό εμπόδιο από τα αθηναϊκά πεζοδρόμια: παιδικά και αναπηρικά καρότσια εξοπλισμένα με αυτοσύνειδους εξαϋλωτές εμποδίων – η τελευταία λέξη της τεχνολογίας του 2019.

7. «Οι ανίδεοι Αντιοχείς διαβάζουν Εμονίδην». Ομιλητές και ακροατές στην αυτοαποκαλούμενη «εργατική συγκέντρωση», συλλογείς λουλουδιών στους εναπομένοντες αγρούς και αραχτοί στο σπίτι, βουβάθηκαν όλοι. Η μεγάλη σκιά που σκέπασε τον μισό πλανήτη έλυσε μια για πάντα τη διαμάχη για το αν η 1η του Μάη είναι γιορτή εργατική ή των λουλουδιών, του περαιτέρω ύπνου ή του επιπλέον σεξ, αργία ή απεργία: η 1η του Μάη δεν είναι, πλέον, παρά η Μέρα της Επαφής.

8. Οδύνης εγκώμιο. «Δεν θέλω με τη Νέα Βαριάντα του Χρόνου να μη μ' αφήσει η γυναίκα μου. Θέλω να επιστρέψω στο σημείο πριν τη γνωρίσω, ώστε να μη γνωριστούμε ποτέ. Ναι, έχω πλήρη συνείδηση ότι η Νέα Βαριάντα –με αφετηρία έντεκα χρόνια πίσω, όταν ήμασταν κι οι δυο ακόμα φοιτητές– μπορεί να οδηγήσει σε μια κατάσταση στην οποία να είμαι άρρωστος, ακρωτηριασμένος ή νεκρός. Γνωρίζω επίσης ότι έτσι θα πάψουν να υπάρχουν τα δυο παιδιά μας. Τέλος, γνωρίζω ότι, εφόσον ζω, είναι πιθανό οι μνήμες από τη μέχρι τώρα Παλιά Βαριάντα να μην εξαφανιστούν και να με ταλανίζουν, με συνεχείς συγκρίσεις και τύψεις. Κι ωστόσο, επιμένω. Υπόγραψα τα πάντα, πλήρωσα, επιβεβαιώνω και αυτή τη στιγμή την απόφασή μου. Παρακαλώ, προχωρήστε στη Νέα Βαριάντα».

9. «Γιατρέ, μήπως...» Τα τελευταία λόγια του πατέρα μου, που πέθανε από καρκίνο (;) σε πλήρη πνευματική διαύγεια: «Πεθαίνω από φυσικό θάνατο, κοίτα λοιπόν να πάρεις το πιστοποιητικό θανάτου αποφεύγοντας τη νεκροτομή. Είμαι ρομπότ».

10. Το τέλος ενός μύθου. Το Εργαστήρι Συγγραφέων Επιστημονικής Φαντασίας (Ε.Φ.) της Αθηναϊκής Λέσχης Ε.Φ. (ΑΛΕΦ) τον Ιούνη του 2008 υπήρξε και το κύκνειο άσμα του όλου εγχειρήματος. Το διήγημα «T.G., T.G. για πάντα» της άγνωστης συγγραφέως με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Flora Mirabilis ήταν τόσο άρτιο και ανέβασε τόσο ψηλά τον πήχη, ώστε κανείς πλέον, ούτε στην Ελλάδα, ούτε στο εξωτερικό, δεν τόλμησε να ξαναγράψει Ε.Φ. Το διήγημα σάρωσε όλα τα βραβεία, εθνικά και διεθνή (του Νόμπελ συμπεριλαμβανομένου, που πρώτη φορά απονεμήθηκε σε έργο και όχι σε συγγραφέα, και μετά αυτοκαταργήθηκε, γιατί τι άλλο πια μπορούσε να βραβεύσει;), ενώ εκδόθηκε σε αυτοτελή τόμο, κι ας ήταν μόνο 2.000 λέξεις, και μεταφράστηκε στις 7.000 ζωντανές γλώσσες του πλανήτη, γραφόμενες και μη. Τα 928.000.000 (!)αντίτυπά του που κυκλοφόρησαν σε φυσική μορφή και τα πολλαπλάσια σε ηλεκτρονική τα διάβασαν όλοι, ενώ οι αγράμματοι το έμαθαν απέξω, όπως τα παραμύθια. Κανείς δεν ήθελε πλέον να διαβάσει καμιά άλλη έκφραση της Ε.Φ., γιατί δεν είχαν νόημα οι κατώτερες κατασκευές. (Ακόμα και η συμβατική λογοτεχνία κινδύνεψε – κι εξακολουθεί να κινδυνεύει, αφού κι αυτή συρρικνώνεται συνεχώς.) Οι μέχρι τώρα συγγραφείς Ε.Φ. στράφηκαν σε άλλα είδη, διαπρέποντας π.χ. σε Οδηγούς Μαγειρικής. Οι μέχρι τώρα αναγνώστες Ε.Φ. ρίχτηκαν ιδίως στα Εγχειρίδια Κηπουρικής για Βεράντες. (Οι συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες εξασφάλισαν σίγουρη δουλειά δεκαετιών σε ψυχιάτρους και ψυχολόγους.) Συνεπώς το συγκεκριμένο διήγημα, εξαφανίζοντας συγγραφείς και αναγνώστες, οδήγησε στην εξαφάνιση και της Ε.Φ. ως είδους.

[Από το ανέκδοτο βιβλίο Αυτά, και οι μετακομίσεις.]

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr