A+ A A-

ΔΑΝΕΙΚΑ ΚΙ ΑΓΥΡΙΣΤΑ

ΔΑΝΕΙΚΑ ΚΙ ΑΓΥΡΙΣΤΑτου Γιώργου Καρτέρη

Απ’ τα πρώτα κιόλας παιχνίδια, ο Λώνης φάνηκε αποφασισμένος να προκαλέσει την τύχη του, έπαιζε του σκοτωμού, χωρίς σύστημα και χωρίς συγκράτηση, δεν πήγαινε πάσο με τίποτα. Μάλλον το πήγαινε φιρί φιρί. Καθόλου παράξενο, εξόν από απελπισμένος, να ήθελε να μας αποδείξει ότι είναι και κακότυχος. Είχε ανάγκη από συμπόνια. Κάποιος έπρεπε να τον λυπηθεί, αφού δεν τον λυπόταν η Αλέκα. Μόλις έμεινε ταπί, δάγκασε τα χείλια έτοιμος να κλάψει. Απαθής έως άσπλαχνος, ο Τζίμης τού έδωσε λίγα ψιλά για το ταξί και τον παρότρυνε να μας αδειάζει τη γωνιά. Αυτός του χτύπησε τα ψιλά στα μούτρα.

 

«Θέλεις να με ξεφορτωθείς, ε; Φοβάσαι μη ρεφάρω».

«Πώς να ρεφάρεις; Για να ρεφάρεις θα πρέπει να έχεις μαγιά».

«Δάνεισέ μου».

«Είσαι τρελός; Ξέρεις καλά ότι δε δανείζω».

«Θανάση, εσύ;»

Ο Θανάσης έπιασε το μπουκάλι με το ουίσκι και του γέμισε το ποτήρι. «Ένα για το δρόμο», είπε.

«Κάτι σε ρώτησα».

«Κάτι ξέχασες».

«Τι ξέχασα;»

«Τα χαρακτηριστικά του τοκογλύφου σου».

«Άντε γαμήσου».

Σαν επαγγελματίας τζογαδόρος, αφού την ανακάτεψε μαστορικά, ο Χρήστος ζήτησε απ’ τον Θανάση να κόψει την τράπουλα. Από τον Λώνη ζήτησε συγγνώμη, δυστυχώς, λέει, το ’χει γουρσουζιά να δανείζει πάνω στο παιχνίδι, δεν το ’κανε ποτέ στη ζωή του. Τελικά έγινε αυτό που φοβόμουν. Ο Λώνης στράφηκε προς το μέρος μου. Το βλέμμα του τρελαμένο· ένιωσα να με διαπερνά. Ο Τζίμης τον πρόγκηξε.

«Άσε μας, ρε μαλάκα, να παίξουμε».

«Γιατί, σας κρατάω;»

«Κάθε φορά τα ίδια. Τσίπα δεν έχεις πάνω σου;»

«Έκανα κάτι κακό και δεν το κατάλαβα; Δανεικά ζητάω».

«Δανεικά κι αγύριστα».

Ο Λώνης άπλωσε το χέρι κι έπιασε το δικό μου. «Κοίτα με λίγο», είπε.

Έσμιξα τα φρύδια και τον κοίταξα βλοσυρά. «Σε κοιτάω», είπα.

Μου χαμογέλασε όλο γλύκα. Σαν αθώο παιδί. Περίμενε λίγες στιγμές, έκανε κάποιους μορφασμούς μήπως ανταποκριθώ, μήπως ανταποδώσω το χαμόγελο. Όταν κατάλαβε ότι δεν το ’χα σκοπό, σοβαρεύτηκε. Είπε: «Μην τον ακούς, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Περνάω δύσκολη φάση με το βιβλιοπωλείο, είπα να το παίξω εκδότης, έβγαλα δυο βιβλία και δεν περπατήσανε. Βλακεία, το παραδέχομαι. Το ’χα μεράκι όμως. Ευτυχώς, μου ’κατσε κάτι καλό τελευταία, Οι ατίθασοι, μυθιστόρημα γραμμένο από νεαρό εικοσάχρονο συγγραφέα, θα σπάσει τα ταμεία. Σ’ ένα μήνα το πολύ θα σε ξοφλήσω».

Μέσα στην αγωνία του να με πείσει χάιδευε το χέρι μου λες κι ήταν το χέρι της Αλέκας ή δεν ξέρω κι εγώ ποιας. Προσπάθησα να το τραβήξω. Δεν το άφηνε. Αμάν, μπελά που βάλαμε!

«Κάτσε καλά, ρε μαλάκα, για ποιον με πέρασες;»

«Σε χαϊδεύει, σε γλείφει, Σόδομα και Γόμορρα», πέταξε ο Θανάσης γελώντας.

Αφού ελευθέρωσε το παγιδευμένο χέρι μου, «Δεν τον γλείφω, του εξηγώ πώς έχει η κατάσταση», αντέκρουσε ο Λώνης και κατέβασε δυο γουλιές απ’ το ουίσκι του. Ο Θανάσης έκοψε την τράπουλα και ο Χρήστος ετοιμάστηκε να μοιράσει χαρτιά. Ο Τζίμης ζήτησε φύλλο κι εγώ ξέσπασα συγκρατημένα: «Τι σου έφταιξα, ρε;»

Γύρισαν όλοι και με κοιτούσαν σαστισμένοι. Ο Λώνης δεν ήταν απλώς σαστισμένος, έδειχνε έτοιμος να καταρρεύσει. Τον έπιασαν τα νευρικά του και πήρε να τρέμει. Κούνησε τα χέρια με ακαθόριστες προθέσεις. Για καλό και για κακό έκρυψα τα δικά μου κάτω απ’ το τραπέζι.

«Μην αρπάζεσαι», ψέλλισε όλο ταπεινοφροσύνη.

Δεν του έκανα τη χάρη. Το αντίθετο.

«Απ’ το γυμνάσιο είναι αυτή ιστορία», φώναξα.

«Εννοείς ότι σου έπαιρνα δανεικά;»

«Δεν έπαιρνες δανεικά, αλλά δεν έπαιρνες και τα γράμματα. Έπρεπε να σου γράφω τις εκθέσεις, να σου λύνω τις ασκήσεις των μαθηματικών, της φυσικής… Από τότε ήσουν γαλίφης και με τουμπάριζες. Δε νομίζεις ότι έκανα αρκετά για σένα;»

«Ναι, ρε, έκανες. Είπα ότι δεν έκανες; Αν δεν ήσουν εσύ, να με αγαντάρεις, δε θα έπαιρνα απολυτήριο ούτε στη Δευτέρα Παρουσία».

«Και τώρα τι θέλεις; Λέγε».

«Τριάντα».

Κοίταξα τον κούκο από τις μάρκες μπροστά μου. Καλά τα πήγαινα μέχρι στιγμής. Και την άλλη, και την πιο άλλη φορά, πάλι τριάντα ζήτησε. Σύνολο εξήντα. Μέχρι τώρα δεν είχα πρόβλημα, του τα ’δινα και συνέχιζα να κερδίζω όπως κέρδιζα. Δεν ήμουν προληπτικός σαν τον Χρήστο να φοβάμαι μήπως πάει γουρσουζιά. Μπορεί να μου πήγαινε γουρσουζιά αν τον ξαπόστελνα κι εγώ όπως οι άλλοι.

«Μου σπαράζεις την καρδιά, γαμώτο. Η μάνα μου φταίει».

«Γιατί φταίει η μάνα σου;»

«Απ’ αυτήν το έμαθα».

«Τι έμαθες;»

«Να κάνω καλοσύνες».

Έβαλα τα χέρια κι έπιασα τον κούκο, πήγα να ξεδιαλέξω μάρκες. Πέσανε πάνω μου, απ’ τη μια ο Τζίμης, απ’ την άλλη ο Θανάσης, να με φάνε.

«Είσαι μαλάκας; Σου χρωστάει ήδη εξήντα».

«Και τι σας νοιάζει εσάς;» απάντησε ο Λώνης στη θέση μου.

«Του κάνεις κακό. Έτσι δεν πρόκειται να βάλει μυαλό».

Σιγά μην έβαζε μυαλό ο Λώνης! Κακό στον εαυτό μου έκανα, στην τσέπη μου και στα νεύρα μου. Την πρώτη φορά που τηλεφώνησα να δω τι γίνεται με τα χρωστούμενα, «Τα ’χω, περίμενε σπίτι να σ’ τα φέρω», είπε. Ύστερα από μια ώρα, κι ενώ δεν είχε δώσει σημεία ζωής, τηλεφώνησε απ’ το δρόμο για να με πληροφορήσει ότι έπαθε αβαρία κι ήταν στο συνεργείο. «Σε ποιο συνεργείο», του λέω, «έρχομαι». «Δε χρειάζεται, θα έρθω εγώ», μου λέει και κλείνει το τηλέφωνο. Κατάλαβα πως με δουλεύει. Πέρασε κάνας μήνας κι είπα να τηλεφωνήσω ξανά. «Τα ’χω, εδώ στο βιβλιοπωλείο, πέρνα να τα πάρεις», μου λέει. Πέρασα και βρήκα την Ουρανία. Το αφεντικό της ήταν στην τράπεζα. Σε ποια τράπεζα όμως δεν ήξερε να μου πει. Έφυγα τσατισμένος.

«Άσ’ τους να λένε, δε μου κάνεις κακό. Άκου μου κάνεις κακό! Είσαι ο μόνος που μου παραστέκεται. Μη φοβάσαι, καλό μου κάνεις. Αν δε με δανείσεις, δεν ξέρω τι θα κάνω, αν δεν αυτοκτονήσω, θα τρελαθώ σίγουρα. Είναι κι αυτή η πουτάνα η Αλέκα, καταλαβαίνεις».

Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου, τι έλεγε ο άνθρωπος!

«Ρε, ακούσατε τι είπε;»

«Για να σε τουμπάρει, μη μασάς», με προειδοποίησε ο Τζίμης.

«Έλα, ρε, πολύ καχύποπτος έγινες. Δε θέλει να με τουμπάρει, απλώς είναι χάλια. Για να πει πουτάνα την Αλέκα δεν είναι απλώς χάλια, είναι πολύ χάλια μάλλον. Λέω να του δανείσω τριάντα χιλιάρικα».

Με το που το άκουσε αυτό, ο Λώνης άπλωσε το χέρι στον κούκο μου κι έπιασε να ξεδιαλέγει μάρκες. Δεν έκανα τίποτα για να τον σταματήσω κι έφαγα τα φάσκελα της ζωής μου.

«Είσαι μαλάκας, είσαι μαλάκας…» έψελναν εν χορώ ο Τζίμης με τον Θανάση.

Επειδή τον δάνειζα αλλά και επειδή τον άφηνα ν’ απλώνει χέρι στις μάρκες μου που μόλις είχα κερδίσει. Αυτό κι αν ήταν γουρσουζιά! Αντί να του δώσω μια στα χέρια να τα ξεράνω, τον συμβούλεψα να συγκεντρωθεί και να μην παίζει κουτουρού. Μου υποσχέθηκε πως θα έκανε το παν για να μη με απογοητέψει. Κράτησε το λόγο του και με το παραπάνω. Αποδείχτηκε ψυχρός εκτελεστής, μας πήρε τα σώβρακα, εμένα δηλαδή και του Χρήστου. Οι άλλοι δυο μπορεί να μην πήραν σώβρακα, κάτι πήραν πάντως, έδειχναν να το γλεντάνε, γελούσαν, μου έκαναν χειρονομίες και καλά πήγαινες γυρεύοντας.

Μόλις έγινε ο ισολογισμός, κι έπιασε τα φράγκα στο χέρι, ο Λώνης έφυγε άρον άρον να προλάβει να κοιμηθεί δυο ώρες και, πριν από το μεσημέρι, να πάει στην τράπεζα να ξοφλήσει ένα γραμμάτιο. Τον είδε ο Τζίμης να φεύγει κι έβαλε τις φωνές: «Τρελάθηκες, πού πας, ρε; Έχεις κι εδώ γραμμάτιο».

Ο Λώνης δεν καταδέχτηκε να του απαντήσει. Ο Θανάσης σηκώθηκε να τον κυνηγήσει αλλά τον αποθάρρυνα. «Άσ’ τον, δεν τον άκουσες, έχει ζόρια ο κακομοίρης», είπα.

Γύρισε και με κοίταξε με δυσπιστία. «Με δουλεύεις;»

«Δε σε δουλεύω. Πρέπει να τον στηρίξουμε. Αν δεν ξοφλήσει το γραμμάτιο, μπορεί ν’ αναγκαστεί να κλείσει το βιβλιοπωλείο».

«Καλά, είσαι μεγάλο θύμα!»

Κάθισε στη θέση του απογοητευμένος. Ο Χρήστος πήρε το λόγο τότε κι είπε κάτι εντελώς σουρεαλιστικό, ότι τα θύματα χτίζουν τις κοινωνίες, τις αρμολογούν. Ενώ προσπαθούσα να συλλάβω το βαθύτερο νόημα που έκρυβαν τα λόγια του, κι ήμουν καλά καλά μπερδεμένος, με μπέρδεψε χειρότερα φέρνοντας τούμπα τα δεδομένα.

«Τους κυματοθραύστες θα τους ξέρεις», είπε.

«Πού κολλάνε οι κυματοθραύστες;»

«Υπό μία έννοια τα θύματα σαν κυματοθραύστες είναι, αναχαιτίζουν τις αναταράξεις και οι κοινωνίες καταφέρνουν και ισορροπούν. Πάντως, είτε θύμα είναι είτε θύτης, πρέπει κανείς να αποδέχεται τον εαυτό του. Εσύ, νομίζω, το έχεις καταφέρει».

«Εγώ νομίζω έγινε παρεξήγηση».

«Γιατί το λες αυτό;»

«Εσύ γιατί λες;»

«Μάλλον δε νιώθεις θύμα, απ’ ό,τι καταλαβαίνω. Δεν είναι όμως απαραίτητο να το νιώθεις για να είσαι. Άλλοι το νιώθουν και άλλοι όχι. Κάποιοι το επιλέγουν και το χαίρονται, δίνουν νόημα στη ζωή τους».

Μ’ έβαλε σε σκέψεις. Αν ήμουν θύμα, όπως ήθελαν να με κάνουν να πιστέψω, φυσικά, δεν το είχα επιλέξει. Κανείς δεν επιλέγει να είναι θύμα. Η λέξη «θύμα» είναι ταυτισμένη με τον εξαναγκασμό. Ποιος θα μπορούσε να χαρεί μια τέτοια κατάσταση! Αν είσαι θύμα, δεν υπάρχει περίπτωση να το χαίρεσαι, το πολύ πολύ να το αποδέχεσαι μόνο. Ο Χρήστος πουλούσε τρέλα. Εξόν και, όντας θύμα ο ίδιος, προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι το είχε επιλέξει και ότι το χαιρόταν. Πάντως, αν εγώ ήμουν θύμα, ο Λώνης που την κοπάνησε με τα φράγκα μου τι ήταν; Θύτης; Θύτης ο Λώνης! Ας γελάσω.

«Χα χα», κάγχασα.

«Προς τι ο καγχασμός;» αναρωτήθηκε ο Χρήστος.

«Κάτι σκέφτηκα».

«Τι σκέφτηκες;»

«Μήπως είσαι χτίστης;»

«Χτίστης;»

«Απ’ αυτούς που χτίζουν, που αρμολογούν τις κοινωνίες. Ή μήπως κυματοθραύστης;»

Χαμογέλασε πικρά και κούνησε αόριστα το κεφάλι.

(Απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα)

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γιώργος Καρτέρης: μαθηματικός, γεννήθηκε στην Ερεσό Λέσβου, μεγάλωσε στην Αθήνα, ζει στις Σέρρες. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, δύο συλλογές διηγημάτων, πέντε μυθιστορήματα, Ερωτευμένος τρομοκράτης το τελευταίο. Τα θεατρικά του Στο τέρμα (μονόλογος) και Μπιφτέκι ανέβηκαν στο ΔΗΠΕΘΕ Σερρών. Το πρώτο βιβλίο του τιμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr