«Γλυκιά Σουίτι» της Ευδοξίας Μπινοπούλου

Ξύριζε ο αέρας έξω από το παράθυρο με τις βαθυκόκκινες κουρτίνες. Η Σουίτι, κατά κόσμον Κλερ, κάπνιζε περιμένοντας τον επόμενο πελάτη. Η Νέα Υόρκη, έξω, δεν κοιμόταν ποτέ. Μπορεί να σάπιζε, να αργοπέθαινε ύστερα από κείνη τη Μαύρη Τρίτη, αλλά το έκανε με τα μάτια ανοιχτά. Σαν το θήραμα που ξέρει ότι ένας επίδοξος θύτης παντού καραδοκεί, η πόλη κούρνιαζε προσπαθώντας να ζεσταθεί με το ένα μάτι πάντα ανοιχτό, να παραφυλάει τον Χάρο που θα 'στριβε από στιγμή σε στιγμή απ' την επόμενη γωνία.

Τίποτε από όλα αυτά δεν είχε σημασία εδώ μέσα. Εδώ όλα ήταν λυμένα, όσοι έρχονταν ικανοποιούσαν το χορτάτο κορμί τους με αλκοόλ και έρωτα. Αγοραίο το ένα όσο και το άλλο. Ο θάνατος μπορούσε να περιμένει.

Κάθε οργασμός είναι κι ένας μικρός θάνατος. Έτσι λένε οι Γάλλοι, φρόντισε να την ενημερώσει ο Λάρι εκείνο το βράδυ που τον ίππευε φρενιασμένα. Ήταν οριστικό, το έχαναν το σπίτι τους, την είχαν ενημερώσει το ίδιο πρωί. Κι αν δεν ήταν η μαντάμ ολωνών τους εκεί μέσα με τον κύριο Λεβί τον τραπεζίτη που της είχε αδυναμία, τώρα τα παιδιά της Κλερ θα κοιμόνταν σε ένα σπίτι με βαθυκόκκινες κουρτίνες και ημίγυμνες γυναίκες. Έβαλε τα μεγάλα μέσα ο κύριος Λεβί και ως διά μαγείας το οριστικό αναβλήθηκε επ' αόριστον.

Η πόρτα χτύπησε διακριτικά, έτσι για τους τύπους. Τίποτα το διακριτικό δεν υπήρχε πάνω στον Λάρι.

«Σου έλειψα, κούκλα;» ήρθε ο βροντόφωνος χαιρετισμός. «Σβήσ' το αυτό, γιατί κάποιος καίγεται για σένα, γλυκιά μου, και πρέπει να το φροντίσεις». Το χέρι του βρισκόταν ήδη γύρω από τη μέση της καθώς εκείνη έλιωνε το τσιγάρο στο τασάκι. Το άλλο τρύπωνε βιαστικά στα μεσοφόρια της πασπατεύοντας ό,τι έβρισκε στον δρόμο του. «Πού είναι η Σουίτι μου, ε, πού είναι; Κέρασέ με λίγο νέκταρ, μωρό μου...»

«Ανυπόμονε! Δώσε στο κορίτσι σου τον χρόνο για μια ανάσα!» διαμαρτυρήθηκε η Σουίτι που ήδη κοντανάσαινε. Παράξενο πράγμα, εκείνη σάστιζε με τον ερχομό του Λάρι, το κορμί της όμως σαν να έβρισκε ξάφνου ξανά τη ζωή.

Καημένε Τζέσι... ήρθε και πάλι η σκέψη, που τελευταία επέστρεφε όλο και πιο συχνά. Πώς η οργή είχε μετουσιωθεί σε οίκτο εξέπληττε και την ίδια. Λυπόταν αυτό τον άνθρωπο που δεν ήξερε τι να κάνει την ευτυχία του. Του είχε προσφερθεί απλόχερα και απλώς βαριόταν να τη δεχτεί· δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Πώς αλλιώς θα κατάφερνε ένας άντρας τη γυναίκα του να προτιμά να μεταθέτει τις δουλειές του σπιτιού βραδινές ώρες, ώστε να μη βρεθεί δίπλα του όταν πλαγιάζει για ύπνο; Πώς αλλιώς να εξηγηθεί ο τρόπος που προσέγγιζε τα κορίτσια τους; Τους έτεινε τα δώρα που τους έφερνε σχεδόν σαν ασπίδα, μην έρθουν κοντά, τον αγγίξουν, του τσαλακώσουν τα ρούχα της δουλειάς. Έρμε Τζέσι... Τώρα η δουλειά ήταν παρελθόν, εσύ ένας Θεός ήξερε πού και η γυναίκα σου έλιωνε στα χέρια ενός άλλου άντρα όπως δεν είχε λιώσει ποτέ στα δικά σου.

«Λάρι, Λάρι... αχ–» η κραυγή της κόπηκε καθώς της έκλεινε το στόμα.

«Σουτ! Σε θέλω σιωπηλή απόψε».

Ό,τι θέλεις. Δε χρειάζεται παρά να το ζητήσεις. Δεν το είπε, μόνο τον κοίταζε. Αυτόν ήθελε να τον κοιτάζει, ήθελε να βλέπει τι της συνέβαινε.

Θα το φας το κεφάλι σου εσύ, μικρή. Η φωνή της μαντάμ όλων τους ήχησε πάλι στ' αυτιά της. Που πας κι ερωτεύεσαι πελάτη. Και τι νομίζεις δηλαδή; Ότι θα παρατήσει τη δικιά του και θ' αναλάβει εσένα και τα δυο μούλικα του εξαφανισμένου; Ο τελευταίος άγιος πέθανε σ' ένα στενό της Νέας Υόρκης λίγα χρόνια πριν, δε σ' το 'πανε;

Κι όμως, τώρα, να τον που γινόταν τρυφερός. Σίγουρα δεν ήταν έτσι με τη γυναίκα του. Αν υπήρχε βέβαια, γιατί απέφευγε τεχνηέντως να απαντήσει κάθε ερώτηση σχετικά με την οικογένειά του. Η Κλερ συχνά σκεφτόταν πως μάλλον ήταν χήρος. Είχε ακούσει κάτι κουτσομπολιά για μια κοπέλα, Αγγλίδα, που χάθηκε τότε στο μεγάλο ναυάγιο νιόπαντρη, επιστρέφοντας στον καλό της. Αλλά πάλι, κι αυτό μπορεί να ήταν από τις ιστορίες που σκαρφίζονταν τα κορίτσια τ' απογεύματα, την ώρα της προετοιμασίας και του μεγάλου σούσουρου.

«Αχ, Σουίτι, Σουίτι... Ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα; Δε μου έχεις πει ποτέ. Κι απ' τα πετράδια, ποιο σου αρέσει πιο πολύ;» Γαληνεμένος πια, ο Λάρι την κοιτούσε πάλι με αυτό το ανεξιχνίαστο βλέμμα μέσα από τον καπνό του τσιγάρου του.

«Λοιπόν, αν έφτιαχνα το σπίτι μου από την αρχή... ναι, θα είχα πολύ κόκκινο. Ρουμπινί. Σαν τα ρουμπίνια, που είναι τα αγαπημένα μου». Αλλά γιατί ρωτάς; δε ρώτησε. Φοβόταν πως η απάντηση δε θα ήταν αυτή που ήθελε. Κι έτσι συνέχισε: «Αλλά επάνω μου, μου αρέσει πιο πολύ το πράσινο – το μαλακό, στο χρώμα της ελιάς».

«Χμ».

Κι εσύ; Τι δουλειά κάνεις; Πώς είναι το σπίτι όπου γυρνάς αφού φύγεις από μένα; Έχεις κάνει έρωτα σε άλλη όπως κάνεις σ' εμένα; Θα έδινες τη ζωή σου για μένα; Θα μοιραζόσουν τη ζωή σου μ' εμένα; Θα έρθεις πάλι αύριο; Και τη μέρα μετά το αύριο;

«Θα έρθεις κι αύριο;»

Όταν πια το ξεστόμισε, ο Λάρι είχε φύγει. Ντύθηκε, χτενίστηκε, της φίλησε το χέρι και έφυγε.

Θα ερχόταν και αύριο. Ήταν σίγουρη.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Νύχτες στη βίλα» του Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη Ήταν γλυκές και κουραστικές αυτές οι νύχτες χωρίς ύπνο. Ο άρρωστος καθόταν στην πολυθρόνα. Εγώ ήμουν κοντά του. Ο ύπνος δεν τολμούσε ν’ αγγίξει τα βλέφαρά μου. Σιωπηλά και καρτερικά φαινόταν να...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Οι πύλες του Ιεζεκιήλ» του Απόστολου Σπυράκη

«Το καλύτερο γαλακτομπούρεκο με φύλλο αφράτο, όχι θρυμματιστό, το έφτιαχνε ο Αργυρόπουλος!» είπε η Αφροδίτη «πουλούσε και μια σοκολάτα σε κομμάτια απίθανη, έλιωνε στον ουρανίσκο, μπορούσες να...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

Εγγραφείτε τώρα στο newsletter μας και μάθετε πρώτοι τα τελευταία νέα για το βιβλίο και για τις τέχνες.

 

Το email σας: