ΓΛΥΚΙΑ ΣΟΥΙΤΙ

ΓΛΥΚΙΑ ΣΟΥΙΤΙτης Ευδοξίας Μπινοπούλου

 

Σουίτι, γλυκιά Σουίτι. Έτσι τη φώναζαν στο «σπίτι». Ο Λάρι τής το είχε βγάλει το παρατσούκλι, «από ένα συγκεκριμένο μέρος της ανατομίας της», είχε πει με το απύλωτο στόμα του.

Πικρή ήταν η γεύση στο στόμα εκείνο το βράδυ λίγες μέρες προτού ο Τζέσι τους αφήσει οριστικά. Δεν ήταν η στενοχώρια, ήταν το αίμα απ' το χαστούκι. Γιατί όταν οι άντρες, Τζέσι μου, χάνουν τη γη κάτω απ' τα πόδια τους νομίζουν πως ένα χαστούκι θα τους ξαναδώσει τον έλεγχο. Καημένε Τζέσι... Ποιος ξέρει κάτω από ποια γέφυρα λιώνουν οι σάρκες σου τώρα. Αποκλείεται να έβγαλε τέτοιον βαρύ χειμώνα. Ο θρασύδειλος Τζέσι της. Που πήρε τη δουλειά μπροστά στα πόδια του, πήρε τη γυναίκα που του έδωσαν, πήρε μαζί και τα πλούσια μπαγκάζια της, κι όταν του τα πήραν όλα και τίποτα πια δεν έμεινε, πήρε των ομματιών του και προτίμησε να πεθάνει μόνος, μακριά από τα παιδιά του. Καλύτερα φάντασμα στα μάτια τους παρά ξοφλημένος.

Ξύριζε ο αέρας έξω από το παράθυρο με τις βαθυκόκκινες κουρτίνες. Η Σουίτι, κατά κόσμον Κλερ, κάπνιζε περιμένοντας τον επόμενο πελάτη. Η Νέα Υόρκη, έξω, δεν κοιμόταν ποτέ. Μπορεί να σάπιζε, να αργοπέθαινε ύστερα από κείνη τη Μαύρη Τρίτη, αλλά το έκανε με τα μάτια ανοιχτά. Σαν το θήραμα που ξέρει ότι ένας επίδοξος θύτης παντού καραδοκεί, η πόλη κούρνιαζε προσπαθώντας να ζεσταθεί με το ένα μάτι πάντα ανοιχτό, να παραφυλάει τον Χάρο που θα 'στριβε από στιγμή σε στιγμή απ' την επόμενη γωνία.

Τίποτε από όλα αυτά δεν είχε σημασία εδώ μέσα. Εδώ όλα ήταν λυμένα, όσοι έρχονταν ικανοποιούσαν το χορτάτο κορμί τους με αλκοόλ και έρωτα. Αγοραίο το ένα όσο και το άλλο. Ο θάνατος μπορούσε να περιμένει.

Κάθε οργασμός είναι κι ένας μικρός θάνατος. Έτσι λένε οι Γάλλοι, φρόντισε να την ενημερώσει ο Λάρι εκείνο το βράδυ που τον ίππευε φρενιασμένα. Ήταν οριστικό, το έχαναν το σπίτι τους, την είχαν ενημερώσει το ίδιο πρωί. Κι αν δεν ήταν η μαντάμ ολωνών τους εκεί μέσα με τον κύριο Λεβί τον τραπεζίτη που της είχε αδυναμία, τώρα τα παιδιά της Κλερ θα κοιμόνταν σε ένα σπίτι με βαθυκόκκινες κουρτίνες και ημίγυμνες γυναίκες. Έβαλε τα μεγάλα μέσα ο κύριος Λεβί και ως διά μαγείας το οριστικό αναβλήθηκε επ' αόριστον.

Η πόρτα χτύπησε διακριτικά, έτσι για τους τύπους. Τίποτα το διακριτικό δεν υπήρχε πάνω στον Λάρι.

«Σου έλειψα, κούκλα;» ήρθε ο βροντόφωνος χαιρετισμός. «Σβήσ' το αυτό, γιατί κάποιος καίγεται για σένα, γλυκιά μου, και πρέπει να το φροντίσεις». Το χέρι του βρισκόταν ήδη γύρω από τη μέση της καθώς εκείνη έλιωνε το τσιγάρο στο τασάκι. Το άλλο τρύπωνε βιαστικά στα μεσοφόρια της πασπατεύοντας ό,τι έβρισκε στον δρόμο του. «Πού είναι η Σουίτι μου, ε, πού είναι; Κέρασέ με λίγο νέκταρ, μωρό μου...»

«Ανυπόμονε! Δώσε στο κορίτσι σου τον χρόνο για μια ανάσα!» διαμαρτυρήθηκε η Σουίτι που ήδη κοντανάσαινε. Παράξενο πράγμα, εκείνη σάστιζε με τον ερχομό του Λάρι, το κορμί της όμως σαν να έβρισκε ξάφνου ξανά τη ζωή.

Καημένε Τζέσι... ήρθε και πάλι η σκέψη, που τελευταία επέστρεφε όλο και πιο συχνά. Πώς η οργή είχε μετουσιωθεί σε οίκτο εξέπληττε και την ίδια. Λυπόταν αυτό τον άνθρωπο που δεν ήξερε τι να κάνει την ευτυχία του. Του είχε προσφερθεί απλόχερα και απλώς βαριόταν να τη δεχτεί· δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Πώς αλλιώς θα κατάφερνε ένας άντρας τη γυναίκα του να προτιμά να μεταθέτει τις δουλειές του σπιτιού βραδινές ώρες, ώστε να μη βρεθεί δίπλα του όταν πλαγιάζει για ύπνο; Πώς αλλιώς να εξηγηθεί ο τρόπος που προσέγγιζε τα κορίτσια τους; Τους έτεινε τα δώρα που τους έφερνε σχεδόν σαν ασπίδα, μην έρθουν κοντά, τον αγγίξουν, του τσαλακώσουν τα ρούχα της δουλειάς. Έρμε Τζέσι... Τώρα η δουλειά ήταν παρελθόν, εσύ ένας Θεός ήξερε πού και η γυναίκα σου έλιωνε στα χέρια ενός άλλου άντρα όπως δεν είχε λιώσει ποτέ στα δικά σου.

«Λάρι, Λάρι... αχ–» η κραυγή της κόπηκε καθώς της έκλεινε το στόμα.

«Σουτ! Σε θέλω σιωπηλή απόψε».

Ό,τι θέλεις. Δε χρειάζεται παρά να το ζητήσεις. Δεν το είπε, μόνο τον κοίταζε. Αυτόν ήθελε να τον κοιτάζει, ήθελε να βλέπει τι της συνέβαινε.

Θα το φας το κεφάλι σου εσύ, μικρή. Η φωνή της μαντάμ όλων τους ήχησε πάλι στ' αυτιά της. Που πας κι ερωτεύεσαι πελάτη. Και τι νομίζεις δηλαδή; Ότι θα παρατήσει τη δικιά του και θ' αναλάβει εσένα και τα δυο μούλικα του εξαφανισμένου; Ο τελευταίος άγιος πέθανε σ' ένα στενό της Νέας Υόρκης λίγα χρόνια πριν, δε σ' το 'πανε;

Κι όμως, τώρα, να τον που γινόταν τρυφερός. Σίγουρα δεν ήταν έτσι με τη γυναίκα του. Αν υπήρχε βέβαια, γιατί απέφευγε τεχνηέντως να απαντήσει κάθε ερώτηση σχετικά με την οικογένειά του. Η Κλερ συχνά σκεφτόταν πως μάλλον ήταν χήρος. Είχε ακούσει κάτι κουτσομπολιά για μια κοπέλα, Αγγλίδα, που χάθηκε τότε στο μεγάλο ναυάγιο νιόπαντρη, επιστρέφοντας στον καλό της. Αλλά πάλι, κι αυτό μπορεί να ήταν από τις ιστορίες που σκαρφίζονταν τα κορίτσια τ' απογεύματα, την ώρα της προετοιμασίας και του μεγάλου σούσουρου.

«Αχ, Σουίτι, Σουίτι... Ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα; Δε μου έχεις πει ποτέ. Κι απ' τα πετράδια, ποιο σου αρέσει πιο πολύ;» Γαληνεμένος πια, ο Λάρι την κοιτούσε πάλι με αυτό το ανεξιχνίαστο βλέμμα μέσα από τον καπνό του τσιγάρου του.

«Λοιπόν, αν έφτιαχνα το σπίτι μου από την αρχή... ναι, θα είχα πολύ κόκκινο. Ρουμπινί. Σαν τα ρουμπίνια, που είναι τα αγαπημένα μου». Αλλά γιατί ρωτάς; δε ρώτησε. Φοβόταν πως η απάντηση δε θα ήταν αυτή που ήθελε. Κι έτσι συνέχισε: «Αλλά επάνω μου, μου αρέσει πιο πολύ το πράσινο – το μαλακό, στο χρώμα της ελιάς».

«Χμ».

Κι εσύ; Τι δουλειά κάνεις; Πώς είναι το σπίτι όπου γυρνάς αφού φύγεις από μένα; Έχεις κάνει έρωτα σε άλλη όπως κάνεις σ' εμένα; Θα έδινες τη ζωή σου για μένα; Θα μοιραζόσουν τη ζωή σου μ' εμένα; Θα έρθεις πάλι αύριο; Και τη μέρα μετά το αύριο;

«Θα έρθεις κι αύριο;»

Όταν πια το ξεστόμισε, ο Λάρι είχε φύγει. Ντύθηκε, χτενίστηκε, της φίλησε το χέρι και έφυγε.

Θα ερχόταν και αύριο. Ήταν σίγουρη.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr