«Φραγκόσυκα» της Χαράς Νικολακοπούλου

Εγώ μόλις έχω γυρίσει από το σχολείο, καταϊδρωμένη, είμαι όλο νεύρα. Σεπτέμβρης είναι. Η άσπρη κορδέλα μού σφίγγει τα μηνίγγια. Η σκόνη στα ρουθούνια μου. Έχω λερώσει τα σοσόνια μου. Το στόμα μου έχει κολλήσει, τα μαλλιά μου είναι χάλια.

Τους βλέπω κάτω από τη φραγκοσυκιά να μασουλάνε αδιάντροπα και κάτι κλοτσάει μέσα μου. Πώς τολμάνε να είναι τόσο μικροί, τόσο ξένοιαστοι; Πώς αυθαδιάζουν μασουλώντας φραγκόσυκα όσο εγώ ιδροκοπάω μπροστά στον μαυροπίνακα;

Πλησιάζω ακροποδητί –ο βόμβος των τζιτζικιών δεν τους αφήνει να με αντιληφθούν– και τους καταφέρνω μια ξεγυρισμένη σφαλιάρα.

Θυμάμαι τον Τάκη. Αθώα σαν του βοδιού τα μάτια του, γεμάτα απορία.

«Έλα, μωρέ Ματούλα!» κλαψουρίζει. Ευθύς πετάγεται πάνω, το παχουλό σώμα του τον δυσκολεύει. Γίνεται καπνός στο χωματένιο δρομάκι.

Ο αδελφός μου τρέχει στριγκλίζοντας στα φουστάνια της μάνας μας.

Από τότε είχα νεύρα. Πολλά νεύρα.

Χρόνια μετά...

Η φραγκοσυκιά ακόμη σφιχταγκαλιάζει τον φράχτη του κήπου μας. Οι υπόλοιποι έχουμε μετοικήσει, οι γονείς εν τόπω χλοερώ, εμείς στην πόλη. Ρημαγμένο το σπίτι, αλλά το κακτοειδές πάντα εκεί. Να γεννοβολάει καρπούς που περικλείουν σφιχτά τη χυμώδη σάρκα τους μέσα στο ακανθώδες περίβλημα.

Επισκέπτομαι τον γενέθλιο τόπο με τον σύζυγο. Κάποια στιγμή με πλησιάζει στον δρόμο ο Τάκης. Δεν τον αναγνωρίζω· είναι κάτισχνος, καταβεβλημένος, πρόωρα γερασμένος. Είμαι άλλωστε ενήμερη για την αρρώστια του. Ανίατη.

«Δε με γνώρισες, μωρέ Ματούλα;» Ίδια με πιστού σκύλου τα μάτια του, γεμάτα παράπονο.

Τι να πω; Ψελλίζω αμήχανη κάποιες κουβέντες παρηγοριάς.

Λίγους μήνες μετά πληροφορούμαι από την αδελφή του το μοιραίο.

«Έλα, μωρέ Ματούλα...» Κάποιος μου ψιθυρίζει στο αυτί ή έχω παραισθήσεις; Μια ανατριχίλα διατρέχει τη ραχοκοκαλιά μου.

Θέλω να πάω, να αφήσω μια σακούλα με φραγκόσυκα στον τάφο του. Να του ευχηθώ να γεύεται χυμούς ηδονικούς στο μακρινό ταξίδι του.

Δεν αξιώθηκα. Στη σκέψη έμεινα. Κι ας μην έχω ανειλημμένες υποχρεώσεις, κι ας μην υπάρχουν παιδιά να με κρατάνε. Ούτε σύζυγος υπάρχει πια. Να φταίει το γεγονός ότι πάντα είχα πολλά νεύρα;

Η Χαρά Νικολακοπούλου είναι φιλόλογος με μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Δημιουργική Γραφή, από την Παιδαγωγική Σχολή του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.
Έχει παρακολουθήσει πολλά σεμινάρια, έχει συμμετάσχει με εισηγήσεις σε διεθνή συνέδρια, και είναι επιμορφώτρια και εμψυχώτρια σε βιωματικά σεμινάρια. Είναι μέλος του Δ.Σ. του Συνδέσμου Φιλολόγων Μεσσηνίας.
Δικά της έργα, παραμύθια, διηγήματα και νουβέλες, έχουν βραβευτεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο και σε συλλογικούς τόμους.

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ρωξάνη» της Ηρώς Νικοπούλου

Πάλι μου μίλησε απότομα. Τελευταία το ’χει παρακάνει. Είναι καιρός που την παρατηρώ, όλο νεύρα είναι και το μούτρο της στρυφνό σαν να ‘χει στομαχόπονο. Και δεν εξηγεί κιόλας, να πει τι έχει, τι την...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Δύο ιστορίες του Δανιήλ Χαρμς

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη   Τετράδιο Μου δώσανε ένα χαστούκι. Καθόμουν κοντά στο παράθυρο. Ξαφνικά κάτι σφύριξε στον δρόμο. Έσκυψα από το παράθυρο κι έφαγα ένα χαστούκι. Κρύφτηκα ξανά στο σπίτι. Και να που τώρα το μάγουλό μου καίει, όπως...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER