Ο ΣΕΤΛΑ

ΈΡΓΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΕΦΑΝΑΚΙ, 2012 της Μαρίας Καρδαρά

 

Από το σπίτι του Σετλά απλώνεις το χέρι σου και πιάνεις το βουνό. Άλλα σπίτια κει κοντά δεν είναι, παρά το σπίτι της θειας του της Κώσταινας, και τους χωρίζουν ένα χωράφι και δυο λαχανόκηποι, κάπου δυο στρέμματα τόπος.

Το βουνό δε βγάνει νερό και δεν έχει πηγές. Κοιμάται το νερό του βουνού και για να πίνουν νερό ο Σετλά και η μάνα του κατεβαίνουν στο χωριό και παίρνουν απ' το πηγάδι του χωριού, δέκα λεφτά δρόμος.

Και είναι ο δρόμος κατήφορος και τον κατεβαίνεις, ανήφορος και τον ανε¬βαίνεις.

«Να πας για νερό, Σετλά».

«Να πάου, μάνα».

Παίρνει το μπουγέλο και τη λαήνα ο Σετλά και πάει στο πηγάδι. Βγάνει νερό με το μπουγέλο και γιομίζει τη λαήνα του, γιομίζει και το μπουγέλο και είναι έτοιμος να φύγει, όταν ακούει την καμπάνα να βαρεί δυνατά και γρήγορα.

Κάποιο νέο θα μάθουν οι χωριάτες όταν βαρεί η καμπάνα τους έτσι γρήγορα και ο Σετλά δειλιάζει να πάει στην πλατεία και περιμένει στο πηγάδι μη και περάσει κανένας να μάθει το νέο.

«Σετλά, να 'ρθείς στην πλατεία», του είπε ο Γρηγόρης. «Μας παίρνουν στρατιώτες».

«Θα 'ρθώ», είπε ο Σετλά, αλλά δεν πάει. Πήρε το μπουγέλο του και τη λαήνα και πάει το νερό στο σπίτι του.

Ανεβαίνει στη Ραχούλα –έτσι λένε το μέρος όπου είναι το σπίτι του–, αφήνει το νερό και κατεβαίνει για την πλατεία. Σηκώνει το κασκέτο του, βάνει τα χέρια στις τσέπες και περπατεί καμαρωτά όπως ο Σταύρακας. Κατεβάζει το κασκέτο του, βγάνει τα χέρια από τις τσέπες, σκύβει το κεφάλι του και γίνεται πάλι ο Σετλά.

Στην πλατεία κοντά στον ευκάλυπτο είναι μαζωμένοι οι χωριάτες και ο Σετλά στέκεται στην άκρη. Κάνα δυο του είπαν «καλημέρα, Σετλά», είπε και ο Σετλά «καλημέρα».

Ο πρόεδρος του χωριού κρατεί έναν κατάλογο και φωνάζει τα ονόματα όσων είναι είκοσι χρονών. Και όποιος ακούει το όνομά του λέει «παρών». Τελευταίος στον κατάλογο είναι ο Σετλά και ο πρόεδρος φωνάζει: «Σετλά Ορεινόπουλος».

Ο Σετλά ακούει το όνομά του, πάει να μιλήσει, και δεν ξέρει τι λένε και σωπαίνει.

Ξαναφωνάζει ο πρόεδρος: «Σετλά Ορεινόπουλος».

«Εδώ είναι ο Σετλά, παρών», είπε ο Σταύρακας.

Στους εικοσάχρονους παρόντες βγάνει λόγο ένας λοχίας αλλά ο Σετλά είναι κοντός και δεν τον βλέπει και δεν ξέρει ποιος είναι ούτε πολυκαταλαβαίνει τι λέει.

«Έχω διαταγή», είπε ο λοχίας, «να μαζώνω τους εικοσάρηδες να πάνε στρατιώτες. Αρκετά μεγαλώσατε, μπορείτε να σκοτωθείτε. Η δουλειά που θα μάθετε είναι να σκοτώνουτε και να σκοτωνόσαστε. Προσέχτε! Θα σημαδεύουτε τον εχθρό στο μάτι. Ακούτε; Στο μάτι! Έτσι, δεν ξαστοχάει η σφαίρα και του το τρώτε το κρανίο. Προσοχή στον στόχο! Και ο στόχος, θα με ρωτήσουτε, ποιος είναι; Άνθρωπός τις...»

Ο Γιάννης είπε σιγανά: «Ρε Περικλή, ο στόχος άνθρωπός τις... η ανθρωπότη»;

«Ε ναι, άνθρωπός τις...» είπε ο Περικλής.

«Ένας ένας», είπε ο λοχίας, «να έρχεται να τον μετράω στο μπόι· θέλουμε παλικάρια για στρατιώτες...»

Με έναν σπάγγο μετράει το μπόι τους από τα πόδια μέχρι το κεφάλι και λέει «κάνεις» . Μετράει τον άλλο και ξαναλέει «κάνεις». Φτάνει και η σειρά του Σετλά, τον βλέπει ο λοχίας και βάνει τα γέλια. «Ρε κακομοίρη, μια χαψιά σε κάνει εσένα το κανόνι! Συ κάνεις μόνο για πολεμοφόδιο. Σε τυλίγω στο στουπί, σε βάνω στο κανόνι και βγαίνεις απ' την μπούκα του χαρτοπόλεμος!»

Τότε άρχισαν ούλοι να γελάνε και ο Σετλά καταλαβαίνει πως τον κοροϊδεύουν και δεν ξέρει τι να κάνει.

«Να πας στο σπίτι σου», είπε ο λοχίας, «δεν κάνεις για στρατιώτης». Μέσα στα γέλια πισωγυρίζει ο Σετλά, κονταίνει πιο πολύ και φεύγει. Και του λέει ο Στέφανος ο κατσαρομάλλης: «Α, ρε Σετλά πλουσιόπαιδο, που δεν πας στρατιώτης! Μόνο τα πλουσιόπαιδα, οι μεγαλοκληρονόμοι δεν πάνε στρατιώτες!...»

Ο Σετλά ούτε χαίρεται ούτε λυπάται που τον κοροϊδεύουν. Με τα κοντά ποδαράκια του τρέχει και φτάνει στη Ραχούλα.

«Έλα, Σετλά, να καθαρίσουμε τα λάχανα», του είπε η μάνα του.

«Έρχομαι, μάνα».

«Γιατί βαρεί η καμπάνα, Σετλά;»

«Είναι ένας ξένος και παίρνει τους εικοσάρηδες για στρατιώτες. Πόσων χρονώ είμαι, μάνα;»

«Όσο θέλει ο καιρός και είσαι...»

«Είμαι είκοσι χρονώ! Ο πρόεδρος φωνάζει τα ονόματα στην πλατεία και με έχουν γραμμένο...»

«Να λες δεν είσαι είκοσι χρονώ... Βρε κακοζάκανε Σετλά, στρατιώτη θα σε κάνω εσένα; Και ποιος θα φέρνει χορτάρια για τη γουρούνα και ποιος θα φέρνει ξύλα για τη φωτιά και με ποιον θα τινάζω τις ελιές μας;... Τους είπες είσαι είκοσι χρονώ;»

«Δεν είπα τίποτα».

«Βρε κακοζάκανε Σετλά, γιατί έχει τη γλώσσα ο άνθρωπος;»

«Τι να 'λεγα, μάνα;»

«Τι να 'λεγες; Δεν είσαι είκοσι και είσαι δέκα!»

«Μ' έχουν γραμμένο και είμαι είκοσι...»

«Να χαθούνε οι παλιογραφιάδες και να χάνουνται! Και δε ρωτάνε και έχω ψωμί και έχω αλάτι και με τι φαρμάκια σε μεγαλώνω. Δε σε στέλνω στρατιώτη!»

«Μάνα, δε με παίρνουνε στρατιώτη!»

«Γιατί δε σε παίρνουν;» ρώτησε θυμωμένη η μάνα του Σετλά.

Ο Σετλά σηκώθηκε και χοροπήδαγε. «Είμαι κοντός και αχαμνός και δε με παίρνουνε στρατιώτη! Είμαι κοντός και αχαμνός και δε με παίρνουνε στρατιώτη... Και μια χαψιά με κάνει το κανόνι, έτσι είπε κείνος ο ξένος...»

«Και τους άλλους τι τους κάνει το κανόνι; Τους χαϊδεύει το κανόνι; Χου χου, ας πάνε να τους χαϊδεύει το κανόνι...» είπε η Λιου. «Άναψε τη φωτιά, Σετλά, και βάλε νερό να βράσουμε τα λάχανα να φάμε. Και φέτος οι ελιές μας έχουν γιόμο και το λάδι της χρονιάς μας θα το βγάλουμε».

[...]

(Απόσπασμα –η αρχή– από ανέκδοτο μυθιστόρημα)

Η Μαρία Καρδαρά γεννήθηκε στο Κατσαρού Μεσσηνίας. Σπούδασε στην Οδοντιατρική Σχολή της Αθήνας. Το 1981 εξέδωσε τη συλλογή Θρήνος για τη μητέρα μου. Ανέκδοτα ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Η λέξη. Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί στην ανθολογία Τα ωραιότερα ποιήματα για τη μάνα (εκδ. Καστανιώτη), καθώς και στην Ανθολογία Θρησκευτικής Ποίησης του Σήφη Κόλλια. Υπάρχει μεγάλη ανέκδοτη λογοτεχνική εργασία.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr