«Υποχθόνια επιστολή» της Ελένης Λαδιά

Με τον καιρό μεγάλωνα κι ένιωθα εντός μου να σπάνε κλαδάκια στην αρχή, ολόκληρα κλωνάρια αργότερα. Είχε περάσει ο καιρός της ανθοφορίας και καρποφορίας. Η λεύκα γερνούσε τρέμουσα και περίλυπη έως θανάτου. Κι εγώ γερνούσα μαζί με το δένδρο μου σαν μυθολογική νύμφη.

Τώρα όμως είναι πολύ πικρό για μένα, που δεν θα σε ξαναδώ. Ήσουν μια σχέση πολυτελής, αδιατάρακτη στα χρόνια, υπήρχες για μένα φυλαχτό και τιμαλφές, δεν σε γνώρισαν οι άλλοι φίλοι μου, ούτε εγώ γνώρισα τους δικούς σου, ήμασταν ολομόναχες μέσα στα χρόνια. Συναντιόμασταν με τελετουργία, πάντα σε καφενεία πίνοντας σκέτους καφέδες και άφιλτρα τσιγάρα, αλλά κυρίως ανταμώναμε στο καφενείο που ισαπείχε από τα σπίτια μας. Εκεί έγινε η πρώτη μας συνάντηση, όταν ακόμη ήμασταν μαθήτριες, εκεί σαν σύμπτωση και η τελευταία μας. Σύμπτωση; Ίσως αυτό που λέμε σύμπτωση να είναι η αποκάλυψη της μυστικής αλληλουχίας των πραγμάτων.

Άλλη συνάντηση δεν θα έχουμε ποτέ πια. Ποτέ πια; Πόσο άπειρη ήμουν κάποτε που σε προέτρεπα να γελάσεις μαζί μου με την σημασία αυτών των βαρύγδουπων λέξεων. Πάντα και ποτέ πια. Αυτά όμως δεν είναι έπεα πτερόεντα. Αυτές είναι λέξεις βαρύνουσες, που σηματοδοτούν τα όρια. Με τελευταίο το όριο του θανάτου. Αυτή άλλωστε είναι η επιχρυσωμένη του έκφραση: ποτέ πιά.

Δεν θα συναντηθούμε ποτέ πια, γιατί έχεις πεθάνει, πόσο απλά το λέω.

Πικρόν εστι το πένθος! Όμως τι σχέση ήταν αυτή που διήρκησε πενήντα ολόκληρα χρόνια με αυτόν τον τελετουργικό και μυσταγωγικό τρόπο; Εσύ ήσουν πιο φυσική, παντρεύτηκες, γέννησες, έγινες γιαγιά, εγώ παρέμεινα μια γερασμένη έφηβη παλεύοντας με τις λέξεις. Γι’ αυτές τις λέξεις προσδιόρισα από νέα την ζωή μου, αρνήθηκα κάθε συντροφικότητα, αρνήθηκα ακόμη και σε σένα, που ήσουν φίλη ξεχωριστή, τις προσκλήσεις σου να διασκεδάσουμε, να πιούμε βρε αδερφέ ένα ούζο στην λιακάδα. Δεν το έκανα, σαν μονόχνοτη και γρουσούζα νομίζω πως επέβαλα αυτούς τους όρους. Τίποτα δεν ήθελα να μετατραπεί σε ζωή και να χάσει την στιλπνότητα του ξεχωριστού. Κι όμως δεν ήταν μια σχέση μαυσωλείου. Πάντοτε μιλούσαμε για τα μυστικά μας, τους πόνους και τα βάσανά μας, σαν να τα εκμυστηρευόμασταν σε αγαλμάτινα αυτιά με την σιωπή του τάφου. Καμιά φορά ξέφευγαν, κατά την αφήγηση, ονόματα φίλων μας, αλλά έμεναν μόνον ονόματα. Ποτέ δεν είδα και δεν είδες κανέναν με σάρκα και οστά. Έτσι μαρμάρωναν σαν μορφές μυθιστορημάτων.

Με τον θάνατό σου όμως ζωντάνεψαν εκείνο το βράδυ που έγινε στο σπίτι σου το νεκρόδειπνο, Εσύ ήδη ταξίδευες ταριχευμένη για να αποτεφρωθεί η σορός σου σε ξένο μέρος. Η αυλή σου που είχε μετατραπεί σε παιδική χαρά για τις εγγονούλες σου, με αιώρες, βαρκούλες, πεταμένα παιχνίδια, μαυροπίνακα όπου μάθαιναν προώρως να γράφουν και ποδηλατάκια, έμοιαζε τώρα με εξοχικό ταβερνάκι, βαμμένο με τα ελληνικά χρώματα του λευκού και γαλάζιου. Συνομήλικες μας κυρίες, προφανώς φίλες σου, ετοίμαζαν στα τραπέζια τυριά, κεφτεδάκια, πίτες, κρασιά και προπαντός ρακή. Ήταν και πολλά παιδάκια που έπαιζαν με τις δικές σου εγγονές, που παρατηρώντας τες προσεκτικά, ανακάλυπτα δικά σου σημάδια. Με κάλεσε να έρθω μία φίλη σου αλλά εγώ αισθανόμουν ακάλεστη. Δεν έφαγα και δεν ήπια τίποτα. Ένας κόμπος στον λαιμό εμπόδιζε τα πάντα. Μη πιστεύοντας πως πέθανες, σε περίμενα να έρθεις και να με συστήσεις στους φίλους σου. Όμως εκείνο το βράδυ πλήρωνα την πολυτελή αποκλειστικότητα. Οι φίλοι σου τρωγόπιναν, έλεγαν ιστορίες για σένα, περιστατικά του τελευταίου καιρού αποκαλύπτοντας έναν χαρακτήρα που αγαπούσε την ζωή, τα γλέντια με τους φίλους και τα ταξίδια. Θεέ μου χρειάστηκε μισός αιώνας να πάμε οι δυο μας έναν κινηματογράφο, τον προτελευταίο μήνα, όπου ακόμη ήσουν καλά. Πολύ αδυνατισμένη και με περούκα σε τέλεια απομίμηση των ωραίων μαύρων σου μαλλιών με τις ασημένιες τρίχες, με μακρύ φόρεμα σαν αιγυπτιακή θεότητα, πήγαμε στον θερινό σινεμά, όπου κάπνιζες, χωρίς να σε νοιάζει πια για τις συνέπειες. Υποσχεθήκαμε πως θα πηγαίναμε συχνά για να διασκεδάσουμε. Ήταν όμως αργά... τον επόμενο μήνα κατέρρευσες τελείως. Ο καρκίνος σε αλλοίωνε. Δεν ήθελες να δεις κανέναν πλέον. Είχα διχοτομηθεί: παρέμενα στο νεκρόδειπνο σου περιμένοντάς σε και συγχρόνως θυμόμουν την τελευταία μας συνάντηση στον τόπο των πενήντα χρόνων. Δεν ήταν φυσικά το ίδιο καφενείο των μαθητικών και φοιτητικών μας χρόνων αλλά κάποιο άλλο πιο σύγχρονο στην θέση του. Εκεί μιλήσαμε εκ βαθέων, πολύ βαθύτερα από άλλες φορές, αποκαλύπτοντας γεγονότα που τόσα χρόνια έστεκαν μετέωρα περιμένοντας την δικαίωση και την σειρά τους στην ζωή μας. Παλαιά τραύματα φωτίστηκαν από την σημερινή κατανόηση, ενώ ήταν υπέροχη η συνάντηση μας, αναδρομικά κοριτσίστικη. Την επόμενη ημέρα που σού τηλεφώνησα, μου είπες με την βαθιά και αγαπημένη μου φωνή σου. «Πλέξαμε κοτσίδες χθες.»

Είναι πικρό να μην σε ξαναδώ. Μερικές φορές ανυπόφορο. Δεν έσβησα το τηλέφωνό σου, το κρατώ γιατί νομίζω πως θα σε ξανακούσω. Πως έφυγες έτσι τόσο γρήγορα τον καιρό που σε αγαπούσα περισσότερο;

Έφυγα από το νεκρόδειπνο έρημη, όπως ήρθα.

Πικρόν έστι το πένθος, χαρά μου!


 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ρωξάνη» της Ηρώς Νικοπούλου

Πάλι μου μίλησε απότομα. Τελευταία το ’χει παρακάνει. Είναι καιρός που την παρατηρώ, όλο νεύρα είναι και το μούτρο της στρυφνό σαν να ‘χει στομαχόπονο. Και δεν εξηγεί κιόλας, να πει τι έχει, τι την...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
Δύο ιστορίες του Δανιήλ Χαρμς

μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη   Τετράδιο Μου δώσανε ένα χαστούκι. Καθόμουν κοντά στο παράθυρο. Ξαφνικά κάτι σφύριξε στον δρόμο. Έσκυψα από το παράθυρο κι έφαγα ένα χαστούκι. Κρύφτηκα ξανά στο σπίτι. Και να που τώρα το μάγουλό μου καίει, όπως...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER