«Κεχριμπάρι» του Αλέξανδρου Κυπριώτη

Από μπροστά τους περνούσε και το «μαλακισμένο» εκείνο το μεσημέρι. Γύριζε απ’ το σχολείο, μόνο του. Πίσω του και μπροστά του παρέες δύο και τριών και περισσότερων παιδιών. Κι εκείνο μόνο του. Ο γέρος το φώναξε μόλις το είδε να περπατάει με σκυμμένο το κεφάλι. «Ρε μαλακισμένο!» του φώναξε άγρια. Το «μαλακισμένο» κοντοστάθηκε αλλά δε σήκωσε το κεφάλι. Μια παρέα παιδιών γύρισε και κοίταξε προς το καφενείο καθώς το προσπερνούσε. Μετά κοντοστάθηκαν κι εκείνα τα παιδιά και περίμεναν να δούνε τι θα γίνει. «Ρε μαλακισμένο!» ξανακούστηκε ο γέρος, πιο αγριεμένος αυτή τη φορά. Το «μαλακισμένο» ακίνητο, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι.

«Άσ’ το, βρε καπετάνιε, να πάει τον δρόμο του. Μην το παιδεύεις το παιδί».

«Δουλειά σου, εσύ! Ρε μαλακισμένο! Τσακίσου κι έλα εδώ, που σου μιλάω», είπε και πετάχτηκε όρθιος ο γέρος.

Το «μαλακισμένο» ακίνητο, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι.

Τότε η παρέα των γέρων σηκώθηκε όλη απ’ το τραπέζι. Ένας θαρραλέος πήγε να κάνει μια κίνηση να ηρεμήσει τον «πες το, ρε μαλακισμένο», αλλά εκείνος τον έσπρωξε με το χέρι του. Δύο άλλοι έκαναν νόημα στον θαρραλέο να τον αφήσει. Τον άφησε, αλλά κανείς τους δεν ξανακάθισε στο τραπέζι. «Πάμε, ρε σεις, να φύγουμε από δω!» ακούστηκε ένας πιο θαρραλέος. «Κι εσείς, ρε, άντε σπίτια σας! Τι μου σταθήκατε μες στη μέση του δρόμου, άντε σπίτια σας!» είπε ένας άλλος, που θάρρεψε κι εκείνος, στα παιδιά που είχαν σταματήσει για να δούνε γι’ άλλη μια φορά το «μαλακισμένο» να το κάνει ρεζίλι ο γέρος.

Κι αρχίσανε να φεύγουν όλα τα παιδιά. Κάποια γυρίζανε όμως πού και πού και κοιτάζανε πίσω κάθε φορά που ακούγανε εκείνο το «Ρε μαλακισμένο, έλα εδώ, που σου μιλάω, σου είπα!» Κι απ’ όλους τους μεγάλους και όλους τους μικρούς ένας μόνο δεν έφυγε.

Ερχότανε πίσω απ’ όλα τα παιδιά και είχε μείνει τελευταίο. Από κείνη την άνοιξη που είχε χαθεί κι όταν το βρήκανε το πήγανε στο νοσοκομείο με το σκάφος του λιμενικού κι ύστερα ο αστυνόμος πήγαινε για δυο τρεις μέρες επίσκεψη στη μάνα του, κανένα από τ’ άλλα τα παιδιά δεν του έκανε παρέα. Μόνο του πήγαινε στο σχολείο, μόνο του καθότανε στο θρανίο, μόνο του γύριζε στο σπίτι. Σαν το «μαλακισμένο». Αλλά όλοι μιλούσαν πίσω απ’ την πλάτη του. Τόπος μικρός, λίγες οι ηδονές.

Μόνο εκείνο δεν έφυγε. Πλησίασε το «μαλακισμένο» και το σκούντηξε στην πλάτη. Και το «μαλακισμένο» προχώρησε. Αυτό μόνο χρειάστηκε. Ένα σκούντημα στην πλάτη και προχωρήσανε μαζί. Κι όταν ακούστηκε ένας θόρυβος απ’ το τραπέζι και τις καρέκλες να πέφτουν κάτω, κανένα από τα δύο τα παιδιά δεν γύρισε το κεφάλι. Ούτε το «μαλακισμένο» ούτε το άλλο, το «χαλασμένο».

Ο Αλέξανδρος Κυπριώτης είναι μεταφραστής και συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Ίνδικτος κυκλοφορεί το βιβλίο του Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων.

 

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Damnatio memoriae» της Κωνσταντίας Χατζησάββα

Το μοναστήρι Το κελί βρίσκεται στη δυτική πλευρά του μοναστηριού. Στο λιθόκτιστο τοίχο απέναντι από τη στενή και χαμηλή πόρτα της εισόδου, που για να περάσω πρέπει να λυγίσω το κορμί, ανοίγεται ένα ορθογώνιο...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Σάββας ο Θαλασσινός» του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

Του το ‘χε κολλήσει το παρατσούκλι ο καπετάνιος του πρώτου πλοίου που είχε μπαρκάρει, ο κυρ Ανέστης. Του άρεσε. Πιτσιρικάς τότε, δεκαέξι χρονών, πρώτη φορά έφευγε από τον Πειραιά και άφηνε πίσω μάνα πατέρα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ήλιε μια βόλτα έκανες» του Απόστολου Σπυράκη

Ένα βράδυ που με είχαν βάλει περιφρούρηση στο τηλεφωνικό κέντρο της ΚΝΕ, στον όγδοο όροφο επί της Εγνατίας, άκουγα τα «Δακρυσμένα μάτια» σ’ ένα ραδιοφωνάκι, μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση «…στους μεγάλους...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER