Η ΜΙΚΡΗ ΕΒΡΑΙΑ

Η ΜΙΚΡΗ ΕΒΡΑΙΑτης Μαρίας Κουγιουμτζή

 

Ο πατέρας βίαζε τη μικρή Εβραία για πέντε μήνες πριν την παραδώσει.

Η μητέρα τής έραψε το κίτρινο άστρο κι ο πατέρας την έβγαλε στον δρόμο.

Η μικρή ξέφυγε για ένα λεπτό από τη σειρά της, στάθηκε μπροστά στον πατέρα, ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να τον φτάσει και τον χτύπησε στο κούτελο με το λιγνό της δάχτυλο.

Ο πατέρας, μόλις τον ακούμπησε, χλώμιασε και παραπάτησε.

Η μητέρα δεν μπορούσε να ξεχάσει το βλέμμα του. Θαρρείς και στα μάτια του ήταν ζωγραφισμένο το δάχτυλο του κοριτσιού.

Καθώς απομακρυνόταν, μικροσκοπική ανάμεσα στο πλήθος, άφαντη μες στο άσπρο τσίτι της, τα κόκκινα κουρελάκια με τα οποία της είχε πλέξει τα μαλλιά το πρωί χοροπηδούσαν πάνω στην αδύνατη πλάτη της σαν πιτσιλιές από αίμα.

 

Την είχε κλεισμένη στη σοφίτα με τα βάζα γεμάτα σιροπιασμένα μήλα και τις κόκκινες πιπεριές κρεμασμένες να στεγνώνουν. Η μικρή δεν άγγιζε τίποτα, παρόλο που της είχε πει ότι μπορούσε να τρώει από κανένα μήλο κάπου κάπου. Εκεί ήταν πάντα μισοσκότεινα, ένας μικρός φεγγίτης μόλις άφηνε να μπαίνει λίγο φως ως τη μέση του ξύλινου πατώματος.

Η μικρή άκουγε τα βήματά του και τον περίμενε με σηκωμένο το φουστάνι και χωρίς εσώρουχο. Ήξερε πως δεν έπρεπε να φωνάξει.

Η μητέρα ανέβαινε σιγά σιγά ξοπίσω απ’ τον πατέρα και από τη χαραμάδα της πόρτας έβλεπε τη μικρή που έσφιγγε τις γροθιές της. Όταν ο πατέρας έφευγε, της πήγαινε ένα ποτήρι γάλα κι έναν μαστραπά νερό να πλυθεί. Όλος ο χώρος μύριζε σωματίλα.

 

Η μητέρα μού είπε πως το ίδιο βράδυ της προδοσίας ο πατέρας τη βίασε σχεδόν, φωνάζοντας το όνομα της εβραιοπούλας. Ραχήλ. Την παρέδωσε, είπε, γιατί δεν άντεχε να μην της ορμά. Κάτι στο λιγνό της σώμα τον προκαλούσε, άχνιζε το πράμα της, τον έσερνε καταπάνω της σαν δίχτυ, σαν αρρώστια. Ήταν ίσως που πρόσφατα της είχαν έρθει τα έμμηνα. Κι αυτός την οσμιζόταν σαν σκύλος.

«Εκείνη τη νύχτα πιάστηκες εσύ», μου είπε, «και ίσως γι’ αυτό της μοιάζεις τόσο».

Σήκωσα το χέρι κι έτριψα την αόρατη δαχτυλιά πάνω στο μέτωπό μου. «Δεν έχει τίποτα το μέτωπό σου», είπε η μαμά, «μην το πειράζεις».

 

Όσο μεγάλωνα τόσο της έμοιαζα, έλεγε.

Ήμουν οχτώ χρονώ όταν με πρόσεξε για πρώτη φορά ο πατέρας. Τρώγαμε στην τραπεζαρία, είχαμε ρεβίθια κι εγώ τα έφτυνα στο πιάτο μου για ν’ ακούω το πλατς, όταν σήκωσε το βλέμμα και με κοίταξε. Ύστερα, γυρίζοντας αλλού το κεφάλι είπε στη μητέρα: «Αυτή δεν τη θέλω στο τραπέζι μου. Από δω και πέρα θα τρώει στην κουζίνα. Και πρόσεχέ τη να μην μπλέκεται στα πόδια μου. Δε θέλω να τη βλέπω».

Κρυβόμουνα κάτω απ’ τα τραπέζια, απ’ τις καρέκλες, πίσω από τα κρεμασμένα ρούχα.

Απ’ όταν πάτησα τα δώδεκα ο πατέρας άλλαξε· άρχισε να μ’ ακολουθεί σαν υπνωτισμένος. Όπου και να βρισκόμουν η παχιά του μύτη με μύριζε στο λεπτό, όμως η μητέρα έμπαινε πάντα ανάμεσά μας.

«Μα τι θαρρείς πως θα της κάμω;» είπε ο πατέρας.

«Αυτό το ξέρεις μόνο εσύ και ο διάβολος που ’χεις μέσα σου», είπε εκείνη σπρώχνοντάς τον μακριά μου.

Γι’ αυτό και μου ’πε την ιστορία με την Εβραία, καλού κακού. Να ξέρω πού πατάω. «Τώρα δεν τον φοβάμαι», είπε, «ούτε κι εσύ να τον φοβάσαι».

«Κι η Εβραία;» ρώτησα.

«Χάθηκε κι αυτή όπως τόσες χιλιάδες», ψιθύρισε και τα μάτια της αλληθώρισαν. «Τώρα ξέρουμε τι έπαθαν όλοι αυτοί».

Το ίδιο βράδυ την είδα στον ύπνο μου. Μου ζητούσε να της φορέσω ένα ζευγάρι μαύρα παπούτσια· έσκυψα να της τα βάλω αλλά δεν είχε πόδια. Ξύπνησα ιδρωμένη.

 

Άρχισε να έρχεται στο σπίτι μεθυσμένος. Με κυνηγούσε φωνάζοντας Ραχήλ, Ραχήλ, μ’ ένα γελοίο κλαψούρισμα.

Θα ήμουν στα δεκατέσσερα όταν ξύπνησα ένα βράδυ και τον είδα σκυμμένο πάνω μου να με κοιτά με το φως της λάμπας που είχε στα χέρια του. Του έδωσα μια δυνατή σπρωξιά έτσι που η λάμπα του ’πεσε απ’ τα χέρια κι έσπασε κοντεύοντας να τον λαμπαδιάσει. Η μητέρα ήταν άρρωστη τότε, αλλά έτρεξε και του ’δωσε μια στο κεφάλι με το Ευαγγέλιο που είχε πάντα δίπλα της.

Από τότε με το παραμικρό τον άρπαζε στο ξύλο. Είχε γίνει η σκιά του. Ο μπαμπάς ήταν μικρόσωμος και ευκίνητος σαν πίθηκος και τις πιο πολλές φορές τής ξέφευγε, όμως βούκα σωστή δεν έβαλε στο στόμα του. Η μαμά φούντωνε και μόνο που τον έβλεπε και τον άρχιζε στις καρπαζιές ακόμα και την ώρα που έτρωγε.

«Για κοίτα τον», έλεγε, «κοίτα πώς καίνε τα μάτια του, δες τον πώς γλείφει την αμαρτία του. Δε φτάνει που βλέπω όλ’ αυτά τα χρόνια στα μούτρα σου τη μικρή Εβραία, πρέπει να βλέπω και τις κάψες του». Και του κατέβαζε μια στο κεφάλι.

Έτσι νόμιζε, δεν κατάλαβε. Όμως εγώ κατάλαβα.

 

Ο πατέρας με τα χρόνια μάζεψε. Έβγαλε μύτη, έχασε κοιλιά, πέτσιασαν τα μάγουλά του. Περπατούσε σκυφτός, τα μάτια του άφωτες χαραμάδες.

Δεν άντεχε πια να με βλέπει, μόλις με άκουγε χωνόταν στο δωμάτιό του. Τώρα φυλαγόταν εκείνος.

Όσο περνούσε ο καιρός έμοιαζα τόσο πολύ της μικρής Εβραίας, που η μάνα μου έλεγε πως δε θα μας ξεχώριζαν αν μας έβαζαν δίπλα δίπλα, ή έτσι νόμιζε. Κι η δαχτυλιά στο μέτωπό μου γινόταν εντονότερη, ή έτσι νόμιζα.

Όταν η μητέρα πέθανε από μια ανεξήγητη αρρώστια, είχε γεμίσει το σώμα και το πρόσωπό της με πληγές, αναγκάστηκα να τον φροντίζω κι εκείνος υπέμενε την παρουσία μου με χαμηλωμένα μάτια. Όταν έμπαινα στο δωμάτιό του ξαφνικά, έτρεμε ολόκληρος, κι εγώ επαναλάμβανα την άξαφνη εμφάνισή μου με απόλαυση.

Τα μάτια του νερούλιαζαν, δεν κάθονταν στη θέση τους, το βλέμμα του έτρεχε σκουντουφλώντας.

Άρχισε να κλειδώνει για να χτυπώ και να μου ανοίγει προετοιμασμένος.

Ύστερα απ’ αυτό, το πείσμα μου να τον βλέπω να τρέμει αγρίεψε. Έτσι, μόλις χτυπούσα κι άνοιγε την πόρτα εμφανιζόμουν μπροστά του μόνο με το βρακί. Ούρλιαζε τότε και μ’ έσπρωχνε έξω. Άρχισε να μη μου ανοίγει.

«Φύγε, τέρας», μου φώναζε, «φύγε. Δε χρειάζομαι τα μούτρα σου για να τη βλέπω. Σ’ όποιο δωμάτιο κι αν μπω με περιμένει το πρόσωπό της».

Τα κόκαλά της θες να πεις.

 

Οι μέρες χάνονταν μέσα στις βροχές και στα σκοτάδια. Ή μάλλον, μέρες δεν υπήρχαν, τις είχαμε θάψει μέσα μας.

 

Μια νύχτα διέρρηξα την κλειδαριά και χώθηκα μισόγυμνη στο κρεβάτι του. Με έσπρωχνε με βρυχηθμούς, με κλοτσιές, κι εγώ τον άφηνα να με πληγώνει, τον δάγκωνα, του χάραζα το πρόσωπο με νυχιές, να έχω μάρτυρες τα χέρια του και τα χέρια μου, να τον κλείσω φυλακή για την υπόλοιπη ζωή του. Έτσι ματωμένη, γδαρμένη, πήγα στην αστυνομία.

Τον φυλάκισαν για βιασμό που δεν έκανε, για ασέλγεια πάνω μου, για αιμομιξία.

 

Τον επισκέφτηκα δυο χρόνια μετά για να τον δω να τρέμει. Όμως δεν έτρεμε. Με κοίταξε σταθερά στα μάτια με το πρόσωπο κολλημένο στο διαχωριστικό πλέγμα. Το πλαστικό φως από την οροφή της αίθουσας μας ανέκρινε και τους δυο. Η φωνή του ακούστηκε βραχνή σαν να σκαρφάλωνε με κόπο πάνω στο πρόσωπό μου.

«Τι καλά που έκανες και ήρθες, Ραχήλ», μου είπε με τρυφερό βλέμμα.

 

Βγήκα έξω στην ολόξανθη μέρα. Ένιωθα να πλέω μέσα στο φως. Μια πεταλούδα είχε καθίσει σ’ ένα πράσινο φύλλο και το φιλούσε ασταμάτητα.

Ένιωσα το χέρι της μικρής Εβραίας να εγκαταλείπει το δικό μου.

«Καιρός να μοιάσω με τον εαυτό μου», μονολόγησα.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr