«ΕΤΕΡΟΝ ΟΥΔΕΝ»

«ΕΤΕΡΟΝ ΟΥΔΕΝ»της Μαρίας Καρδαρά

 

Όλα τα γράμματα που μας έστελνε η θεια μου τον τελευταίο καιρό τέλειωναν ίδια: «έτερον ουδέν». Ούτε το όνομά της έβανε ούτε τίποτα, «έτερον ουδέν». Η μάνα μου ρώτησε τον πατέρα μου τι διάβολος είναι αυτό το «έτερον ουδέν», αλλά κι εκείνος δεν ήξερε. «Πού να ξέρω;» της είπε. «Δε ρωτάς τον Δάσκαλο; Θα ξέρει… Πολλά τα ακατανόητα του κόσμου, ένα ακόμα τι βλάπτει; Ό,τι λέει, λέει», της είπε ο πατέρας μου. «Στην Αθήνα μπορεί να άλλαξαν όνομα στην αδερφή σου και να τη λένε Έτερον Ουδέν…» Η μάνα μου δεν ικανοποιήθηκε και όταν θα ερχόταν η αδερφή της στο χωριό, θα τη ρώταγε να μάθει.

Αλλά και η θεια μου δεν ήξερε τι σημαίνει «έτερον ουδέν ». Το έλεγε ο θειος μου κάπου είκοσι φορές τη μέρα και το ’μαθε κι εκείνη όπως μαθαίνεις κάτι σπουδαίο… Και μας το έγραφε να μας κάνει τη ρεκλάμα της – στην Αθήνα ξέρουν περισσότερα απ’ τους χωριάτες! Και η θεια μου έμενε στην Αθήνα δώδεκα χρόνια, σωστή Αθηναία.

Το σπίτι τους ήταν τρώγλη, βρόμαγε μούχλα και απόπατο. Μα στο χωριό χειρότερα, δεν είχαν στρέμμα. Έτσι, πήραν των ομματιών τους και έφυγαν για την πρωτεύουσα. Ο θειος μου έγινε νεκροθάφτης και η θεια μου καθαρίστρια του νεκροταφείου. Η μάνα μου το είχε ντροπή, τέτοια δουλειά η αδερφή της και ο γαμπρός της… Όμως δουλειά είναι κι αυτή, πού να βρεις και καλύτερη; Κάθε μέρα ο θειος μου στην πόρτα του νεκροταφείου στεκόταν και διάβαζε κάτι που ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα. Στην αρχή διάβασε συλλαβιστά: «έ-τε-ρον ου-δέν» και τόσο εντυπωσιάστηκε, που το έμαθε απ’ όξω· «έτερον ουδέν», το εύρημά του! Και όταν έθαβαν τον νεκρό και τον αποσκέπαζαν με χώμα έλεγε: «Έτερον ουδέν».

Ο θειος μου και η θεια μου είχαν δύο παιδιά, τη Μαρία και τον Τάκη. Η Μαρία πέθανε στα οχτώ της χρόνια από φυματίωση. Τι κλάματα κάναμε όλοι μας! Ήταν ακατανόητο να πεθαίνεις στην Αθήνα… Καλά, στο χωριό δεν έχεις γιατρό, μα στην Αθήνα να πεθαίνεις από πείνα; Μα πώς να γίνει; Πεθαίνεις παντού.

Πάνω στον τάφο της Μαρίας ο θειος μου έγραψε με χαλίκια «έτερον ουδέν». Ένας συνάδελφός του που τον είδε τον ρώτησε: «Τι γράφεις, Παναγιώτη;» Και του απαντάει ο θειος μου: «Διάβασε τι λένε τα χαλίκια». Διαβάζει ο άλλος «έτερον ουδέν» και δεν καταλαβαίνει. «Και τι είναι αυτό;» ξαναρωτάει τον θειο μου. Κι ο θειος μου του λέει: «Σοφό». «Και τι σχέση έχει ο τάφος με το σοφό; Σοφό είναι να ζεις», του λέει ο άλλος. Ο θειος μου πότισε τα λουλούδια και διάβασε ακόμα μια φορά: «Έτερον ουδέν». Και κάθε που τον ρώταγαν «Τι κάνεις, Παναγιώτη;» έλεγε «Έτερον ουδέν» και εννοούσε πως πέθανε η Μαρία. Έτσι το εξήγησε στη μάνα μου όταν τον ρώτησε και το μάθαμε κι εμείς οι άλλοι. Στραβά, ίσια; Ποιος τα ρωτάει αυτά; «Έτερον ουδέν».

Η Μαρία Καρδαρά γεννήθηκε στο Κατσαρού Μεσσηνίας. Σπούδασε στην Οδοντιατρική Σχολή της Αθήνας. Το 1981 εξέδωσε τη συλλογή Θρήνος για τη μητέρα μου. Ανέκδοτα ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Η λέξη. Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί στην ανθολογία Τα ωραιότερα ποιήματα για τη μάνα (εκδ. Καστανιώτη), καθώς και στην Ανθολογία Θρησκευτικής Ποίησης του Σήφη Κόλλια. Υπάρχει μεγάλη ανέκδοτη λογοτεχνική εργασία.

 

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr