A+ A A-

Η ΚΑΡΔΕΡΙΝΑ ΚΑΙ ΤΟ iPHONE

της Μπελίκας-Αντωνίας Κουμπαρέλη Η Μαρία η Καρδερίνα, όπως τη λέει ο Γιώργος της, λατρεύει τα μηχανήματα και την τεχνολογία, καημό τα ’χει. Ανάθρεψε δύο αγόρια κι έναν άντρα, όλοι τους εξαίρετοι μουσικοί, πριν το ρίξει στις κατασκευές. Μέχρι μπαγλαμαδάκι έφτιαξε ολομόναχη, ρωτώντας τα μαστόρια στου Ψυρρή που, ενώ στην αρχή την κορόιδευαν, τελικά υποκλίθηκαν μπροστά της βλέποντάς το τελειωμένο να κελαηδάει στα χέρια της. Τώρα μαθαίνει στο τρίχορδό της τραγούδια του Βαμβακάρη –έκπληξη στους άντρες της– ενώ ταυτόχρονα φτιάχνει και μια δίφυλλη ντουλάπα στο εργαστήριό της.  Βέβαια, ο καημός με τα μηχανήματα και την τεχνολογία παραμένει καημός. Η αδελφή της, απ’ την άλλη, έχει κολλήσει στο ίντερνετ, ερωτεύεται μανιακά γκόμενους τριάντα χρόνια μικρότερούς της, τους πηδάει στη φαντασία της όταν το κάνει με τον άντρα της, και φυσικά, έχει iPhoneπου το αγόρασε με τα λεφτά που του κλέβει κάθε βράδυ μόλις πιάσει το ροχαλητό. Όμως το ρημάδι το iPhoneτο βρήκε πολύ δύσχρηστο και το χάρισε στη Μαρία, να της φύγει κι ο καημός. Σε αντάλλαγμα ζήτησε μια ντουλαπίτσα για το μπάνιο της.  Την ημέρα που η Μαρία παρέλαβε το πανάκριβο iPhone, αποφάσισε ότι μετά τη λαϊκή θα καθόταν ήσυχα ήσυχα στο εργαστήρι της, να μελετήσει τη λειτουργία του. Το έριξε με τη θηκούλα του μέσα στην πάνινη τσάντα που είχε ράψει μόνη της και χρησιμοποιούσε πάντα στη λαϊκή, για να μη βάζει τα ψώνια της σε πλαστικές σακούλες. Σταμάτησε στον πάγκο με τα χόρτα, στα πορτοκάλια, στις πατάτες, στα κολοκύθια, στις ελιές, στα ψάρια, είπε τα νέα της με τους πωλητές, ψώνισε, έφυγε για το σπίτι.  Μπήκε στην κουζίνα, καθάρισε τον γαύρο. Αλάτισε τα ψαράκια και τα έβαλε στο ταψί. Άφησε σε μια λεκάνη τα χόρτα με νερό και ξίδι, να τα απολυμάνει για καλό και για κακό. Κάθισε στο τραπέζι να διαβάσει τις οδηγίες του iPhone. Εντάξει, απλό της φάνηκε. Χτύπησε το τηλέφωνο, μίλησε με δυο φίλες της, μπήκαν τα παιδιά της, τα έστειλε για μπάνιο, ήρθε κι ο Γιώργος της, φιλήθηκαν, του είπε: «Σε μισή ώρα τρώμε» κι άδειασε τη λεκάνη στον νεροχύτη για να ρίξει τα χόρτα στην κατσαρόλα. Καθώς τα έπιανε χούφτες χούφτες και τα έριχνε στο καυτό νερό, είδε στον πάτο της λεκάνης κάτι μαυριδερό και παραλληλόγραμμο. Το έπιασε τρομαγμένη. Το iPhoneπαπάρα.  Η Μαρία σε απόγνωση. Τώρα, που είχε διαβάσει πώς λειτουργεί και πόσο χρήσιμο ήταν; Τώρα θα το έχανε; Αυτή; Που αγαπούσε τόσο τα μηχανήματα και την τεχνολογία; Όρμησε με βουβή οργή προς τον εαυτό της, στο λάπτοπ των παιδιών της. Γκουγκλάρισε πληροφορίες: Πώς σώνεις ένα κινητό άμα βραχεί. Αλλού διάβαζε: «λύστε το αμέσως και στεγνώστε ένα ένα τα κομματάκια του με μαλακό πανί», αλλού «βάλτε το κοντά σε θερμαντικό σώμα αλλά μην το κάψετε», αλλού «στεγνώστε το με το πιστολάκι των μαλλιών», αλλού «κάντε τα όλα μαζί» – η μια πληροφορία μετά την άλλη, θόλωσε. Στράγγισε τα παραβρασμένα χόρτα, έβγαλε και το στεγνό πια γαυράκι απ’ το φούρνο, σερβίρισε την οικογένεια, συνέχισε την έρευνα περί διάσωσης του πολύτιμου iPhone. Τελευταία στιγμή το μάτι της έπεσε σε μια πληροφορία που της φάνηκε πιο αξιόπιστη: «Βάλτε το ανοιγμένο μέσα σε μια γυάλα γεμάτη ρύζι. Θάψτε το στο ρύζι! Σε τρεις μέρες θα το έχετε ξανά κατάστεγνο στα χέρια σας». Η Μαρία αγαπούσε πολύ το ρύζι γιατί έδινε ρυζόζουμο στα παιδιά της όταν νεογέννητα πάθαιναν εντερικά. Πείστηκε αμέσως. Έβγαλε τα χρυσόψαρά της απ’ τη γυάλα τους, τα έβαλε σε μια καράφα, γέμισε ρύζι τη γυάλα, έθαψε εκεί μέσα το iPhoneκαι δε μίλησε σε κανέναν για την γκάφα της. Αποφάσισε να το ξεχάσει και η ίδια για να μη στενοχωριέται.  Την πρώτη μέρα αναμονής καταπιάστηκε με τα γνωστά. Την ντουλάπα της, την ντουλαπίτσα για το μπάνιο της αδελφής της, το μπαγλαμαδάκι της, την οικογένεια, τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους που της είχε κολλήσει ότι οφείλει να τους μάθει επιτέλους. Την άλλη μέρα κοίταξε απορημένη την καράφα με τα χρυσόψαρα, κατέληξε μες στη φούρια της ότι κάποιος απ’ τους άντρες της έσπασε τη γυάλα, πήγε κι αγόρασε άλλη, νοικοκύρεψε τα ψαράκια της. Το iPhoneβαθιά κρυμμένο στο ρύζι, στέγνωνε δε στέγνωνε ανοιγμένο, μόνο το ίδιο το ήξερε.  Τη δεύτερη μέρα οι δικοί της τη χειροκρότησαν ενθουσιασμένοι μόλις τους έπαιξε στο μπαγλαμαδάκι της πέντε τραγούδια του Βαμβακάρη. Ο άντρας της έπιασε το μπουζούκι του, τα αγόρια της τις κιθάρες, ξεκίνησε γλέντι.  «Ρε Καρδερίνα, δε μας φτιάχνεις κι ένα γαμοπίλαφο;» είπε ο Γιώργος της καθώς άνοιγε το τρίτο μπουκάλι κρασί, αφού έκλεισε το τηλέφωνο. «Έρχονται κι οι γείτονες».  Η Μαρία σηκώθηκε τραγουδώντας το «Κάτσε φρόνιμα, Μαρίκα», έβγαλε απ’ το ψυγείο το χθεσινοβραδινό κρέας, το έριξε στη γεμάτη νερό κατσαρόλα να ξαναπάρει μια βράση, έπιασε τη γυάλα, την τουμπάρισε στον στίχο «έβαλα φωτιά μεγάλη στο φτωχό μου το κεφάλι». της Μπελίκας-Αντωνίας Κουμπαρέλη

Η Μαρία η Καρδερίνα, όπως τη λέει ο Γιώργος της, λατρεύει τα μηχανήματα και την τεχνολογία, καημό τα ’χει. Ανάθρεψε δύο αγόρια κι έναν άντρα, όλοι τους εξαίρετοι μουσικοί, πριν το ρίξει στις κατασκευές. Μέχρι μπαγλαμαδάκι έφτιαξε ολομόναχη, ρωτώντας τα μαστόρια στου Ψυρρή που, ενώ στην αρχή την κορόιδευαν, τελικά υποκλίθηκαν μπροστά της βλέποντάς το τελειωμένο να κελαηδάει στα χέρια της. Τώρα μαθαίνει στο τρίχορδό της τραγούδια του Βαμβακάρη –έκπληξη στους άντρες της– ενώ ταυτόχρονα φτιάχνει και μια δίφυλλη ντουλάπα στο εργαστήριό της.

Βέβαια, ο καημός με τα μηχανήματα και την τεχνολογία παραμένει καημός. Η αδελφή της, απ’ την άλλη, έχει κολλήσει στο ίντερνετ, ερωτεύεται μανιακά γκόμενους τριάντα χρόνια μικρότερούς της, τους πηδάει στη φαντασία της όταν το κάνει με τον άντρα της, και φυσικά, έχει iPhoneπου το αγόρασε με τα λεφτά που του κλέβει κάθε βράδυ μόλις πιάσει το ροχαλητό. Όμως το ρημάδι το iPhoneτο βρήκε πολύ δύσχρηστο και το χάρισε στη Μαρία, να της φύγει κι ο καημός. Σε αντάλλαγμα ζήτησε μια ντουλαπίτσα για το μπάνιο της.

Την ημέρα που η Μαρία παρέλαβε το πανάκριβο iPhone, αποφάσισε ότι μετά τη λαϊκή θα καθόταν ήσυχα ήσυχα στο εργαστήρι της, να μελετήσει τη λειτουργία του. Το έριξε με τη θηκούλα του μέσα στην πάνινη τσάντα που είχε ράψει μόνη της και χρησιμοποιούσε πάντα στη λαϊκή, για να μη βάζει τα ψώνια της σε πλαστικές σακούλες. Σταμάτησε στον πάγκο με τα χόρτα, στα πορτοκάλια, στις πατάτες, στα κολοκύθια, στις ελιές, στα ψάρια, είπε τα νέα της με τους πωλητές, ψώνισε, έφυγε για το σπίτι.

Μπήκε στην κουζίνα, καθάρισε τον γαύρο. Αλάτισε τα ψαράκια και τα έβαλε στο ταψί. Άφησε σε μια λεκάνη τα χόρτα με νερό και ξίδι, να τα απολυμάνει για καλό και για κακό. Κάθισε στο τραπέζι να διαβάσει τις οδηγίες του iPhone. Εντάξει, απλό της φάνηκε. Χτύπησε το τηλέφωνο, μίλησε με δυο φίλες της, μπήκαν τα παιδιά της, τα έστειλε για μπάνιο, ήρθε κι ο Γιώργος της, φιλήθηκαν, του είπε: «Σε μισή ώρα τρώμε» κι άδειασε τη λεκάνη στον νεροχύτη για να ρίξει τα χόρτα στην κατσαρόλα. Καθώς τα έπιανε χούφτες χούφτες και τα έριχνε στο καυτό νερό, είδε στον πάτο της λεκάνης κάτι μαυριδερό και παραλληλόγραμμο. Το έπιασε τρομαγμένη. Το iPhoneπαπάρα.

Η Μαρία σε απόγνωση. Τώρα, που είχε διαβάσει πώς λειτουργεί και πόσο χρήσιμο ήταν; Τώρα θα το έχανε; Αυτή; Που αγαπούσε τόσο τα μηχανήματα και την τεχνολογία; Όρμησε με βουβή οργή προς τον εαυτό της, στο λάπτοπ των παιδιών της. Γκουγκλάρισε πληροφορίες: Πώς σώνεις ένα κινητό άμα βραχεί. Αλλού διάβαζε: «λύστε το αμέσως και στεγνώστε ένα ένα τα κομματάκια του με μαλακό πανί», αλλού «βάλτε το κοντά σε θερμαντικό σώμα αλλά μην το κάψετε», αλλού «στεγνώστε το με το πιστολάκι των μαλλιών», αλλού «κάντε τα όλα μαζί» – η μια πληροφορία μετά την άλλη, θόλωσε. Στράγγισε τα παραβρασμένα χόρτα, έβγαλε και το στεγνό πια γαυράκι απ’ το φούρνο, σερβίρισε την οικογένεια, συνέχισε την έρευνα περί διάσωσης του πολύτιμου iPhone. Τελευταία στιγμή το μάτι της έπεσε σε μια πληροφορία που της φάνηκε πιο αξιόπιστη: «Βάλτε το ανοιγμένο μέσα σε μια γυάλα γεμάτη ρύζι. Θάψτε το στο ρύζι! Σε τρεις μέρες θα το έχετε ξανά κατάστεγνο στα χέρια σας». Η Μαρία αγαπούσε πολύ το ρύζι γιατί έδινε ρυζόζουμο στα παιδιά της όταν νεογέννητα πάθαιναν εντερικά. Πείστηκε αμέσως. Έβγαλε τα χρυσόψαρά της απ’ τη γυάλα τους, τα έβαλε σε μια καράφα, γέμισε ρύζι τη γυάλα, έθαψε εκεί μέσα το iPhoneκαι δε μίλησε σε κανέναν για την γκάφα της. Αποφάσισε να το ξεχάσει και η ίδια για να μη στενοχωριέται.

Την πρώτη μέρα αναμονής καταπιάστηκε με τα γνωστά. Την ντουλάπα της, την ντουλαπίτσα για το μπάνιο της αδελφής της, το μπαγλαμαδάκι της, την οικογένεια, τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους που της είχε κολλήσει ότι οφείλει να τους μάθει επιτέλους. Την άλλη μέρα κοίταξε απορημένη την καράφα με τα χρυσόψαρα, κατέληξε μες στη φούρια της ότι κάποιος απ’ τους άντρες της έσπασε τη γυάλα, πήγε κι αγόρασε άλλη, νοικοκύρεψε τα ψαράκια της. Το iPhoneβαθιά κρυμμένο στο ρύζι, στέγνωνε δε στέγνωνε ανοιγμένο, μόνο το ίδιο το ήξερε.

Τη δεύτερη μέρα οι δικοί της τη χειροκρότησαν ενθουσιασμένοι μόλις τους έπαιξε στο μπαγλαμαδάκι της πέντε τραγούδια του Βαμβακάρη. Ο άντρας της έπιασε το μπουζούκι του, τα αγόρια της τις κιθάρες, ξεκίνησε γλέντι.

«Ρε Καρδερίνα, δε μας φτιάχνεις κι ένα γαμοπίλαφο;» είπε ο Γιώργος της καθώς άνοιγε το τρίτο μπουκάλι κρασί, αφού έκλεισε το τηλέφωνο. «Έρχονται κι οι γείτονες».

Η Μαρία σηκώθηκε τραγουδώντας το «Κάτσε φρόνιμα, Μαρίκα», έβγαλε απ’ το ψυγείο το χθεσινοβραδινό κρέας, το έριξε στη γεμάτη νερό κατσαρόλα να ξαναπάρει μια βράση, έπιασε τη γυάλα, την τουμπάρισε στον στίχο «έβαλα φωτιά μεγάλη στο φτωχό μου το κεφάλι».

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr