ΑΓΑΛΜΑΤΙΝΟΣ

ΑΓΑΛΜΑΤΙΝΟΣτης Σταυρούλας Τσούπρου

Είχε ξυπνήσει από κάποιον θόρυβο και ως συνήθως δεν μπορούσε να ξανακοιμηθεί. Έξω είχε ξημερώσει για τα καλά αλλά ήταν ήσυχα. Κυριακή. Στράφηκε και τον κοίταξε. Κοιμόταν βαθιά, παραδομένος. Είχε ανάγκη από ξεκούραση, γι’ αυτό και προσπάθησε να παραμείνει ακίνητη για να μην τον ενοχλήσει. Γύρισε ωστόσο μπρούμυτα για κάμποση ώρα. Έπρεπε να ανακουφίσει την πλάτη της. Πληγή ανοιχτή αυτή η πλάτη – δεν ήταν πια να την ακουμπήσει πουθενά.

Σκέψεις διάφορες περνούσαν από το μυαλό της. Ρυθμίσεις, διαδικαστικές τακτοποιήσεις, σχεδιασμοί, διεκπεραιώσεις – όλα όσα έπρεπε να γίνουν και να γίνουν με τη σωστή σειρά κάποια στιγμή. Μάταια, όμως, προσπαθούσε πάντα, σε περιπτώσεις σαν τη σημερινή, όταν το μυαλό της δεν όφειλε να απασχολείται σε ορισμένη περιοχή, να συγκεντρωθεί σε ζητήματα πιο σημαντικά ή, μάλλον, στο Ζήτημα: στη ζωή της, στο νόημά της. Όσο ελεύθερο ήταν το θέμα μιας τέτοιας προφορικής έκθεσης ιδεών άλλο τόσο σφιχτά αλυσοδεμένο παράδερνε το πνεύμα της στα βάθη μιας αδυσώπητης αοριστίας. Πώς να σκεφτεί, από πού να αρχίσει, τι ερωτήσεις να θέσει και από ποιον να περιμένει τις απαντήσεις; Όποτε έφτανε η ίδια σε κάποιες απαντήσεις, επρόκειτο για καταστάσεις καταθλιπτικές, αδιέξοδες, σαν εκείνες που, ασυνείδητα τότε, όταν ήταν μικρή, της προκαλούσαν εκείνο τον υγρό φόβο στο πάνω μέρος του στομαχιού, ένα ρούφηγμα και ταυτόχρονα μια διάχυση, μια πικρή γεύση σε όλο το σώμα.

Γρήγορα γρήγορα, λοιπόν, το πνεύμα της ξέφευγε, αλύτρωτο αλλά και αδέσμευτο από την ελευθερία της σκέψης, και έμπαινε οικειοθελώς σε καλούπια πιο τελεσφόρα. Το Μεγάλο Ζήτημα επιμεριζόταν σε μικρότερα, σημαντικά πάντα αλλά πιο συγκεκριμένα ζητήματα. Οι γονείς της, για παράδειγμα, και η σχέση της μαζί τους. Άριστη με τη μητέρα της, ακανθώδης με τον πατέρα της. Αισθανόταν πολύ τυχερή για την πρώτη αλλά και πολύ αδικημένη για τη δεύτερη· η ίδια θα μπορούσε να ήταν η τέλεια κόρη. Η μητρότητα, από την άλλη. Διερευνούσε συχνά τα αίτια που την οδήγησαν να στερηθεί το όνειρο το οποίο διατηρούσε από πολύ μικρή ηλικία έως, αλίμονο, πρόσφατα. Η έλλειψη μέτρου να ήταν και εδώ το βασικό πρόβλημα; Το γεγονός ότι στη δουλειά της ήταν τόσο εξαντλητικά επίμονη και επιμελής, ώστε να μη μένει χώρος για τίποτε άλλο;

Κάτι της απέσπασε την προσοχή. Την ανέσυρε στην επιφάνεια έπειτα από τη βαθιά βουτιά μέσα της. Ξαναστράφηκε προσεκτικά. Και τότε της φάνηκε πως στη θέση του άντρα της αντίκριζε ένα άγαλμα. Κάποιος, κάτι τον είχε αντικαταστήσει με ένα ακίνητο, γύψινο κατασκεύασμα, ακουμπισμένο με φυσικότητα στο δεξί πλευρό, αλλά αμετάκλητα άψυχο. Αυτή η απάντηση στο άμεσο ερώτημα ήρθε αστραπιαία: η ίδια έφταιγε και για αυτό. Η δική της έλλειψη μέτρου τής τον είχε αρπάξει. Τον είχε πνίξει τελικά, τον είχε πάρει αναπολόγητο κοντά της, στα ανεξιχνίαστα βάθη των σκοτεινών, αρρωστημένων εμμονών.

Κι όμως, δεν είχα καταλάβει πως αυτό δούλευε ύπουλα μέσα στη ζωή μας, υπονομεύοντας τα θεμέλια της καθημερινότητάς μας. Ζητούσα από τον άντρα μου, τον σύζυγό μου στα καλά και στα κακά, και νόμιζα πως ανταπέδιδα αρκετά με την αγάπη μου. Ζητούσα, από τον χρόνο του, τις αντοχές του, τις αντιλήψεις του. Ώσπου δεν άντεξε. Και με άφησε μόνη μου. Ακριβώς όπως μου έλεγε πως θα καταλήξω αν δε συνέλθω, αν δε διορθωθώ, αν δε βάζω όρια στη ζωή μου. Δηλαδή, αν τον αγγίξω τώρα, θα είναι κρύος, σαν όλα τα αγάλματα; Τέρμα οι αγκαλιές και τα χάδια; Τέρμα η ζεστασιά και το κράτημα των χεριών;

Αργά, δοκιμαστικά, έψαυσε το μπράτσο, εκεί όπου φούσκωναν οι φλέβες φανερώνοντας τον γυμνασμένο μυ. Ήταν αλαβάστρινο σχεδόν, ασβεστώδες. Ώστε, ήταν αλήθεια; Ή ήταν όλα ψέματα; Έπρεπε να βεβαιωθεί (πώς;). Μάζεψε το κουράγιο της, φόρεσε τα γυαλιά της (τα μυωπικά μάτια της δεν τη βοηθούσαν) και πλησίασε. Έπρεπε να δει το πρόσωπό του. Δεν τολμούσε ακόμη, ωστόσο. Ίσως ήταν όνειρο, παρηγοριόταν. Και ποια ήταν η πραγματικότητα; Αυτή που ζούσε μαζί με τον άντρα της, φυσικά. Η κοινή τους πραγματικότητα. Πλησίασε κι άλλο. Έπρεπε να δει την έκφραση στο πρόσωπό του· ν’ ακούσει την αναπνοή του, τη σιγανή, την καθησυχαστική αναπνοή του.

Η φωνή έφτασε στ’ αυτιά της νυσταγμένη: «Τι ώρα είναι; Χτύπησε το ξυπνητήρι και δεν το άκουσα;»

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr