ΕΝ ΑΡΧΗ…

ΕΝ ΑΡΧΗ...του Σταμάτη Δαγδελένη

Έχουν πει, και δε βλέπω πώς θα μπορούσε κανείς να διαφωνήσει, πως από το τίποτα, τίποτα δεν μπορεί να γεννηθεί. Και κανείς δε θα μπορούσε να αμφισβητήσει ότι αν ο Κόσμος, το Σύμπαν αν προτιμάτε, έχει μιαν αρχή –την αρχή όλων όσα εμπίπτουν στο χώρο και το χρόνο–, πριν από αυτήν υπήρχε κάτι. Κι αφού ο χώρος και ο χρόνος δεν είχαν εμφανιστεί ακόμη, είτε για να υποδεχτούν τη Δημιουργία είτε για να της προσφέρουν πεδίο ύπαρξης, να τη στεγάσουν κατά κάποιον τρόπο, η μόνη υπόσταση που θα μπορούσε να έχει νόημα θα ήταν καθαρά πνευματική. Αυτό το Είναι, αυτός ο Νους δε θα μπορούσε να αντιληφθεί, να νιώσει ή να σκεφτεί παρά μόνο τον εαυτό του.

Κι αυτή η άχρονη, η αδιάστατη τολμώ να πω, κατάσταση δε θα μπορούσε να περιγραφεί με το λόγο, που όσο ευέλικτος κι ελεύθερος κι αν είναι, δεν μπορεί να ξεφύγει από τις συμβάσεις του κόσμου στον οποίο ανήκει. Και μόνο με τη φαντασία θα είχαμε ελπίδες να πλησιάσουμε στο ελάχιστο, να αξιωθούμε μια φευγαλέα ιδέα από αυτό που, εδώ που τα λέμε, μόνο σαν φαντασίωση θα μπορούσε να έχει υπάρξει.

Κι αφού ο απέραντος και άχρονος Νους δεν είχε παρά μονάχα τον εαυτό του για να σκεφτεί, θα έμενε για πάντα έτσι ανούσιος και κενός σαν καθρέφτης που ποτέ δε βρέθηκε απέναντί του αντικείμενο για να καθρεφτιστεί μέσα του και να επιβεβαιώσει με το είδωλό του όχι απλώς τη χρησιμότητα, αλλά και την ίδια την υπόστασή του μέσα στον κόσμο, επιβεβαιώνοντας τραγικά αυτό που ξεκάθαρα διατυπώνεται και στα μαθηματικά. Ότι δηλαδή το ένα, όσες φορές και να πολλαπλασιαστεί με τον εαυτό του, παραμένει νομοτελειακά και αναπόδραστα πάντοτε ένα.

Και ο Νους άρχισε να φαντάζεται έννοιες και σχήματα και μορφές. Τεθλασμένες, καμπύλες, έλικες και σπειρώματα, εμφανίζονταν στις πιο απλές μορφές για να εξελιχτούν αυτόματα, την ίδια στιγμή, σε πολυδαίδαλες επαναλήψεις τους σε κλίμακες που εκτείνονταν από το απειροελάχιστο μέχρι το άπειρο. Oι ιδέες γεννοβολούσαν και αυγάταιναν και συνυπήρχαν σαν μέσα σ’ ένα όνειρο που παράλλαζε και πλούταινε ολοένα, έτοιμο να πολλαπλασιαστεί ή να καταρρεύσει στη στιγμή για να παραχωρήσει τη θέση του σε κάποιο άλλο.

Και οι μορφές γίνονταν όλο και πιο ξεκάθαρες και ταυτόχρονα πολύπλοκες, σαν έργα τέχνης καλοδουλεμένα μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, κι άρχισαν να αυτονομούνται, να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και να σχηματίζουν έναν κόσμο πάντα φαντασιακό αλλά με συνοχή και δομή λογική. Πύρινες μάζες που ξεχύνονταν από απύθμενους κρατήρες, ουράνια σώματα που στροβιλίζονταν σε μια υπέροχη χορογραφία, καταρράκτες και ωκεανοί, κύτταρα που χωρίζονταν στα δύο και πολλαπλασιάζονταν σε αριθμούς απίστευτους κι ύστερα ενώνονταν σε σχηματισμούς όλο και πιο σύνθετους, φτέρες και λειχήνες, πρωτόζωα και αμοιβάδες και σαλιγκάρια, μονόκεροι και λιβελλούλες.

Κι αυτό το όνειρο και ο Νους που το δημιουργούσε ήταν τόσο αλληλένδετα, ώστε φάνταζε αδύνατο πια να ξεχωριστούν, ή μάλλον δεν ήταν παρά ένα και το αυτό. Και αυτό όχι μόνο γιατί τα δημιουργήματα δε θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς αυτόν που τα δημιουργούσε, αλλά κυρίως γιατί ο Νους, όντας αυθύπαρκτος, χωρίς δηλαδή κάποιον που να είναι ο φορέας του, δεν ήταν παρά οι ίδιες του οι σκέψεις.

Κι ο Νους σ’ αυτή τη νέα του κατάσταση έβλεπε πως οι –φαντασιακές– μορφοποιήσεις και οι εναλλαγές τους υπέβαλλαν την ιδέα του χρόνου και του χώρου, σαν να απαιτούσαν μιαν άλλη πραγματικότητα για να υπάρξουν εντός της. Κι ένιωσε για πρώτη φορά την ανάγκη είτε να υπάρξει αυτή η πραγματικότητα είτε όλα να γίνουν όπως πριν. Και άρχισε ο Νους να συγκεντρώνεται ξανά στο κενό του ίδιου του εαυτού του αναζητώντας την απόλυτη ακινησία σ’ ένα σημείο που έγινε εκείνη τη στιγμή το κέντρο των πάντων. Και όλα όσα, έστω και σαν φαντασίωση, είχαν μορφοποιηθεί, άρχισαν να διαλύονται και να συγκεντρώνονται, λες κι αυτό το σημείο τα απορροφούσε με μια ορμή που τίποτα δεν μπορούσε να της αντισταθεί.

Και όλα εξαφανίζονταν μέσα σε κάτι που, αν και ήταν απίστευτα μικροσκοπικό, περιέκλειε δύναμη τεράστια. Κι αυτός ο απειροελάχιστος κόκκος συγκέντρωνε σε απίστευτη πυκνότητα όλες τις μορφές και τις ιδέες και τις φανταστικές οντότητες που ο Νους είχε δημιουργήσει. Και ο Νους συνειδητοποίησε πως κάτι έξω από αυτόν, κάτι άγνωστο, είχε αρχίσει να δημιουργείται και ένιωσε για πρώτη φορά αβεβαιότητα για αυτό που συνέβαινε.

Και από τότε ο Θεός δεν υπάρχει. Τον σκότωσε η Μεγάλη Έκρηξη.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr