ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ

ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ  gavriel dimitris  του Γιώργου Γκόζη

Πέρασα χθες για ακόμα μια φορά από την παλιά μου γειτονιά. Εκεί δεξιά, έτσι όπως στρίβει ανηφορικά και επιταχύνει το αστικό, βρίσκεται το Πατρικό. Μια ταμπέλα είναι κρεμασμένη απ’ έξω: «Οικοδομικές Επιχειρήσεις Θάνος Κάπως Έτσι».

Στέκομαι στο απέναντι πεζοδρόμιο, δίπλα από εκείνο το ανέκαθεν χορταριασμένο οικόπεδο, και παρατηρώ το παλιό μας σπίτι. Δεν είναι τελικά τόσο μεγάλο όσο το νόμιζα κάθε φορά που το φέρνω και το ξαναφέρνω στο νου μου, ούτε καν τόσο ψηλό όπως φάνταζε στα παιδικά μου μάτια. Είναι λευκό και διώροφο, με μια μικρή αυλή μπροστά από την κεντρική οδό και μία ακόμα, μεγαλύτερη, στο πίσω δρομάκι. Χρόνια πριν, ο μισός κάτω όροφος ήταν πρατήριο άρτου το οποίο διατηρούσε μια μικροσκοπική γυναίκα με χαρακτηριστική ένρινη φωνή, η Μπέτυ, με ένα χαϊδευτικό να ακολουθεί εξευμενιστικά τη σκελετική της δυσπλασία, η Μπέτυ η Καμπουρίτσα. Παραμερίζω την καγκελόπορτα της αυλής και με δυο δρασκελιές φτάνω στη σιδερένια εξώπορτα με τη μεγάλη γυάλινη επιφάνεια. Στην είσοδο, ένας μεταλλικός κρίκος κρέμεται από το σύρτη και από αυτόν κρέμεται με τη σειρά του το κλειδί, εκείνο το μεγάλο. Στην κόχη με τα ρολόγια της ΔΕΗ, μέσα σε ένα πήλινο σκεύος όπως αυτά όπου ψήνεται το γιουβέτσι ή όπως αυτά όπου σερβίρεται το γιαούρτι με πέτσα «Η Δορκάς», ένας φακός σε περίπτωση διακοπής ρεύματος.

Εκεί στον στενό διάδρομο από την πόρτα έως τα πρώτα σκαλάκια παρκάρω τη βέσπα. Ακόμη φαίνονται στο μωσαϊκό οι τρύπες και το φαγωμένο από τον ορθοστάτη δάπεδο. Δεξιά και αριστερά, κρέμονται έργα χαλκογραφίας με τις δύο βασικές τεχνικές που μάθαμε στη Μορφωτική Πολιτιστική Κίνηση «Ο Μακρυγιάννης». Η μία τεχνοτροπία, ανάγλυφη και παραγεμισμένη με γύψο. Η άλλη, σκαφτή και διακοσμημένη με ζωηρόχρωμα σμάλτα. Εναλλαγή κοίλων και κυρτών επιφανειών στο ίδιο έργο, που ωστόσο έχουν κοινό σημείο να λουστράρονται βερνικωμένες και περασμένες με βρωμιούχο κάλιο – βρωμιούχο όνομα και πράγμα, δυο κομμάτια ορυκτές πέτρες σε ένα πλαστικό μπουκάλι με αυθεντική οσμή υπονόμου.

Ανεβαίνω τα σκαλάκια και φτάνω στην είσοδο του σπιτιού. Στο κουδούνι αντικρίζω βιδωμένη την ταμπέλα με την καλλιτεχνική γραμματοσειρά να αναγράφει το ονοματεπώνυμο του ιδιοκτήτη και την επαγγελματική του ιδιότητα.

Μπαίνω στον προθάλαμο με τις χωνευτές ντουλάπες, πρωτοποριακό στοιχείο για το interior design της εποχής. Το παρκέ τρίζει στο κάθε μου βήμα επάνω του. Το δωμάτιο όπου κοιμάμαι και μια ανοιγόμενη πολυθρόνα με μάλλινο κάλυμμα, τρίχρωμη, με δυο λευκές ρίγες εκατέρωθεν μιας κεντρικής καφέ. Ιδιαίτερα μου αρέσει έτσι όπως κουφώνει το μαξιλάρι της πλάτης όταν πέφτει – η φράση «μου ήρθε κουτί» γι’ αυτό το μαξιλάρι γράφτηκε, όταν παρακολουθώ ασπρόμαυρα τους Αγγέλους του Τσάρλι και τις Ρίζες του Κούντα Κιντέ. Το βράδυ που ξαπλώνω όταν ησυχάζει ο τόπος, ακούω το σαράκι να τρέφεται με το ξύλο και προσπαθώ να εντοπίσω από πού ακριβώς στο πάτωμα ακούγεται ο ήχος από το σκουλήκι.

Στο σαλόνι ο παππούς τα λένε με τον μπαμπά σε έντονο ύφος μπροστά από την τηλεόραση. Ο ένας βενιζελικός, Μικρασιάτης πρόσφυγας και νυν καραμανλικός, του κανονικού του Καραμανλή ψηφοφόρος, του Θεού. Ο άλλος κομμουνιστής, συνεπής με τις αρχές του μέχρι τέλους: ακτήμων. Απαξιώνουν κι αποθεώνουν εναλλάξ τον Μεγάλο Τιμονιέρη του Κοινοβουλίου που εισέρχεται με το ζιβάγκο στην αίθουσα. «Βρε, καλώς τον πασά μου!» με υποδέχονται. «Τώρα σχολάσαμε; Απογευματινός σήμερα, έτσι; Μη στενοχωριέσαι, σε λίγο θα καταργηθούν κι οι διπλοβάρδιες. Να, τώρα το βλέπαμε στη Βουλή, ο Αντρέας εκτός από αυτό, θα το κάνει και πενθήμερο το σχολείο, όχι εξαήμερο που είναι σήμερα. Άντε, πήγαινε τώρα στην κουζίνα να τσιμπήσεις, σε περιμένουν».

Στην κουζίνα με το βαρύ μοναστηριακό τραπέζι η γιαγιά με τη μαμά τα λένε σαν μάνα με κόρη και με περιμένουν από ώρα με ανοιχτές αγκάλες, ενώ τριγυρνά παντού στα δωμάτια ο αδελφός μου, σπόρος με σγουρά μαλλιά, αεικίνητος και ζωηρός.

Κι εγώ στέκομαι ακόμη μαρμαρωμένος στο απέναντι χορταριασμένο οικόπεδο να κοιτάζω το παλιό μας σπίτι, το Πατρικό, λίγο πριν το κατεδαφίσει η αντιπαροχή, να το ακούω που μου φωνάζει σύγκορμο σιωπηλά, την ώρα που γυαλοχαρτάρουμε με τον Πατέρα και τον Μικρό την τοιχοποιία για να κολλήσουμε την καινούργια ταπετσαρία, αυτή με τους ελικοειδείς μαιάνδρους. Στο ραδιόφωνο ακούγεται η Μαρινέλλα,

Είκοσι τρεις Απρίληδες
τη νιότη σου βαραίνουν,
των κοριτσιών τα όνειρα
στα μάτια σου πεθαίνουν.

«Για σένα γράφτηκε», μου λέει ο μπαμπάς τώρα που έγινα συνομήλικος των στίχων και με κοιτάζει ίσια, κατάματα, σταματώντας για μια στιγμή να γδέρνει το δέρμα του κονιάματος.

Το ακούω ολοκάθαρα το παλιό μας σπίτι που μου φωνάζει σύγκορμο σιωπηλά κι ας φρενάρει εκκωφαντικά το λεωφορείο στην κατηφόρα – άλλαξε το δρομολόγιό του, λέει, δε μαρσάρει πλέον στην ανηφόρα, αλλά κατεβαίνει ορμητικά από την αφετηρία, με τις δισκόπλακες να στριγκλίζουν πριν από τη φουρκέτα του δρόμου. Τώρα είμαι εγώ πια ο μπαμπάς που φοβάται, «τα μάτια σου δεκατέσσερα στα αυτοκίνητα, όταν διασχίζεις το δρόμο», τώρα είμαι εγώ πολλών πραγμάτων υπεύθυνος, όπως ότι «η ταπετσαρία που θέλεις για ενθύμιο δεν ξεκολλάει με τίποτα από το ντουβάρι, αδελφέ», που μου λέει ο μάστορας ο Θοδωρής ο Σερίφης, Σερίφης διότι το πρωί είναι αστυνομικός στο επάγγελμα και τα απογεύματα χαρτζιλικώνεται με τα μερεμέτια. «Αμ σας θυμάμαι, έτσι φανατικά που την κολλούσατε με τον γέρο και το καρντάσι σου με γλουτολίνη, ένα με το τσιμέντο έγινε, δέρμα κανονικό! Κι εσύ τι τη θες, βρ’ αγόρι μου, αυτή τη σαβούρα την ταπετσαρία με ένα κομμάτι τοίχο και λίγο τούβλο που μου ’πες; Το τείχος του Βερολίνου γκρεμίζεις;», Αγίου Νέστωρος και Ανδρέα Μιαούλη γωνία;

O Γιώργος Γκόζης είναι συγγραφέας. (www.georgegozis.gr)

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr