«Παγιδευμένος στον Άδη» του Σπύρου Πιστικού

Και τότε το σκέφτομαι: Εγώ τι είχα κάνει για να με φέρουν εδώ; Ποιον έβλαψα; Και το χειρότερο: Τι θα μου κάνουν εδώ; Θα με βασανίσουν; Θα με τσουρουφλίσουν σε τεράστια καζάνια; Θα με αναγκάσουν να γεμίζω αιωνίως με νερό ένα τρύπιο λαγήνι; Θα εφεύρουν κάποιο νέο, φρικτό βασανιστήριο ειδικά για μένα;

Τρέμοντας, ανεβαίνω το τελευταίο σκαλοπάτι. Η εικόνα που αντικρίζω, αποτρόπαια: Δεκάδες ταλαιπωρημένες ψυχές, χωρισμένες σε αμέτρητες διαφορετικές ουρές, περιμένουν να βασανιστούν. Γουρλώνω τα μάτια μπροστά σ’ αυτό το θέαμα. Συνειδητοποιώ ότι δεν έχω άλλη επιλογή, παρά να περιμένω κι εγώ στωικά τη μοίρα μου σε μία από τις ουρές.

Μπροστά μου στέκεται ένας καλοβαλμένος, κουστουμαρισμένος σαραντάρης. Φτιάχνω στο μυαλό μου την ιστορία του: Παντρεμένος με δύο παιδιά. Ελκυστική γυναίκα-τρόπαιο. Σπίτι πολυτελές, με κήπο και δύο σκυλιά να τρέχουν χαρούμενα. Επάγγελμα; Ένα από τα τρία Δ της απατεωνιάς: Δικηγόρος, διαφημιστής ή δημοσιογράφος. Φαινομενικά τέλεια ζωή. Από πίσω, όμως, κρύβεται μία ή περισσότερες εξωσυζυγικές σχέσεις. Ίσως κι ένα ξώγαμο. Κρύβονται και οικονομικές ατασθαλίες. Κλέβει από το ταμείο της εταιρείας; Αποκρύπτει έσοδα από την εφορία; Κάτι τέτοιο. Και μια μέρα πεθαίνει ξαφνικά, από καρδιακή προσβολή. Στο άνθος της ηλικίας του. Σωστή τραγωδία. Στην κηδεία του μιλάνε όλοι για έναν άψογο οικογενειάρχη και εξαιρετικό συνάδελφο. Και τώρα είναι εδώ, να τιμωρείται αιωνίως για τις ανομίες του. Τέλος ιστορίας.

Όταν τελειώνω την ιστορία, η σειρά μου έχει ήδη φτάσει. Η ουρά προχώρησε γρήγορα – ή εγώ ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου για ώρες. Πίσω από το τζάμι, μια χοντρή κυρία με γυαλιά ζητά τα χαρτιά μου. Ενστικτωδώς βάζω το χέρι στη δεξιά τσέπη του παντελονιού και τα βρίσκω – πώς το ήξερα ότι είναι εκεί; Η κυρία μορφάζει θυμωμένα και μου εξηγεί ότι δεν είμαι στη σωστή ουρά. Με στέλνει σε μια άλλη. Πηγαίνω εκεί.

Μπροστά μου στέκεται ένας σκεβρωμένος παππούς. Φτιάχνω την ιστορία του: Απόστρατος αξιωματικός του Στρατού. Χήρος τα τελευταία οκτώ χρόνια. Διαβόητος για τα ανελέητα καψόνια στα οποία πάντα υπέβαλλε τους φαντάρους του. Σκληρός άνθρωπος. Όμως όταν χάνει τη γυναίκα του, λυγίζει. Από γυμνασμένος, υγιής άνδρας μετατρέπεται σε ερείπιο. Χούφταλο. Καταριέται κάθε μέρα τον Θεό για την κατάστασή του. Τελικά, ύστερα από οκτώ χρόνια ταλαιπωρίας, ο Θεός τον παίρνει από τον κόσμο. Και τον φέρνει εδώ, να υποφέρει περισσότερο. Τέλος ιστορίας.

Όταν τελειώνω την ιστορία, η ουρά δεν έχει μετακινηθεί καθόλου. Ή τα βασανιστήρια εδώ είναι αργά και σαδιστικά, ή η ονειροπόλησή μου κράτησε λιγότερο απ’ όσο νόμιζα. Κοιτάζω το ρολόι στον τοίχο. Είναι χαλασμένο. Σκέφτομαι ότι είναι κι αυτό μέρος των βασανιστηρίων: Να μην ξέρεις τι ώρα είναι, να χάνεις εντελώς την αίσθηση του χρόνου, να τρελαίνεσαι. Θεέ μου, είναι όλα τόσο καλά οργανωμένα εναντίον μου!

Ξαφνικά, η ουρά αρχίζει να διαλύεται. Γιατί άραγε; Προχωράω μπροστά και βλέπω στο τζάμι ένα ταμπελάκι: ΚΛΕΙΣΤΟ. Και ένα προχειρογραμμένο χαρτάκι με στέλνει σε κάποια άλλη ουρά. Ακολουθώ τους υπόλοιπους στην άλλη ουρά. Κατεβαίνουμε σκάλες, περνάμε διαδρόμους, κοιτάζουμε με συμπόνια αυτούς που περιμένουν στις άλλες ουρές. Τελικά φτάνουμε. Έχω πάλι μπροστά μου αυτό τον σκεβρωμένο παππού.

Και τότε αρχίζω να καταλαβαίνω. Αυτό είναι το μαρτύριό μου: Να περιπλανιέμαι αιωνίως άσκοπα από ουρά σε ουρά, χωρίς προορισμό, χωρίς την ελπίδα να τελειώσει κάποτε όλο αυτό. Να γεμίζω ένα τρύπιο λαγήνι. Να σπρώχνω ένα βράχο στην κορυφή ενός βουνού. Καταδικασμένος σε αιώνια κάτεργα. Μα γιατί; Τι έκανα για να το αξίζω αυτό;

Το βλέμμα μου πέφτει στο τζάμι του παραθύρου δίπλα μου. Βλέπω τον εαυτό μου. Φτιάχνω την ιστορία μου: Τριαντάρης. Σε σχέση, αλλά όχι παντρεμένος. Μένει ακόμη με τους γονείς του. Άνεργος. Πού και πού βρίσκει καμιά δουλειά της σειράς, αλλά δεν τον ικανοποιεί. Το πτυχίο του, ένα άχρηστο κουρελόχαρτο, δεν του χρησίμευσε ποτέ σε τίποτα. Απογοητευμένος από τη ζωή του. Μια μέρα πηγαίνει σε μια δημόσια υπηρεσία να κάνει αίτηση για ένα επίδομα. Πηγαίνει στο ένα γκισέ. Του ζητάνε ένα χαρτί από άλλο ταμείο. Στήνεται στην άλλη ουρά. Του ζητούν ένα χαρτί που δεν έχει. Το βρίσκει. Περιμένει πάλι στην ουρά. Του λένε να το φωτοτυπήσει. Το βγάζει φωτοτυπία. Επιστρέφει στο ταμείο. Του λένε ότι δε δικαιούται το επίδομα. Ψάχνει την έξοδο. Δεν τη βρίσκει. Μένει παγιδευμένος εκεί για πάντα, να βασανίζεται αιωνίως. Παγιδευμένος στον Άδη.

Ένα σκούντημα με ξυπνάει από τον εφιάλτη. «Φτάσαμε», μου λέει βαριεστημένα ο Χάροντας. Του δίνω τον οβολό του και βγαίνω από την κίτρινη βάρκα του. Πάνω από τις πύλες, βλέπω μία επιγραφή: «Αφήστε κάθε ελπίδα να εξυπηρετηθείτε, εσείς που μπαίνετε».

 

Τα σχόλια σας

Κάντε το σχόλιο σας, με σύνδεση από το facebook ή συμπληρώστε τα στοιχεία σας, στην παρακάτω φόρμα.

 


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Damnatio memoriae» της Κωνσταντίας Χατζησάββα

Το μοναστήρι Το κελί βρίσκεται στη δυτική πλευρά του μοναστηριού. Στο λιθόκτιστο τοίχο απέναντι από τη στενή και χαμηλή πόρτα της εισόδου, που για να περάσω πρέπει να λυγίσω το κορμί, ανοίγεται ένα ορθογώνιο...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Σάββας ο Θαλασσινός» του Αλέξανδρου Πετρόχειλου

Του το ‘χε κολλήσει το παρατσούκλι ο καπετάνιος του πρώτου πλοίου που είχε μπαρκάρει, ο κυρ Ανέστης. Του άρεσε. Πιτσιρικάς τότε, δεκαέξι χρονών, πρώτη φορά έφευγε από τον Πειραιά και άφηνε πίσω μάνα πατέρα...

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ > ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
«Ήλιε μια βόλτα έκανες» του Απόστολου Σπυράκη

Ένα βράδυ που με είχαν βάλει περιφρούρηση στο τηλεφωνικό κέντρο της ΚΝΕ, στον όγδοο όροφο επί της Εγνατίας, άκουγα τα «Δακρυσμένα μάτια» σ’ ένα ραδιοφωνάκι, μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση «…στους μεγάλους...

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΕΙΣ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ

ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το μήνυμά σας

Διεύθυνση

Πτολεμαίων 4
(Πλατεία Προσκόπων)
11635 Αθήνα,
Τηλ.-fax: 210.7212307
info@diastixo.gr
ISSN: 2585-2485

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER