ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΤΕΣ

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΤΕΣτου Απόστολου Σπυράκη

«Στη θέση κλήμα, όπου είναι χαλάσματα παλαιάς πολιτείας, ο τόπος είναι στοιχειωμένος. Βγαίνουν στοιχειά, και όποιος περάσει από κει τη νύχτα ή μες το μεσημέρι, τον λαβώνουν. Το μεσημέρι, και μάλιστα στην καρδιά του καλοκαιριού, βγαίνουν εκεί οι Μεσημεριάτες, κάτι φαντάσματα που τα λεν έτσι για την ώρα που βγαίνουν».

Ν. Πολίτης, Παραδόσεις: Μήλος

Το Δεκαπενταύγουστο πηγαίναμε στο Μοναστήρι της Εικοσιφοίνισσας για το πανηγύρι, άλλοτε με κάποιο τρακτέρ κι άλλοτε στην καρότσα κάποιου φορτηγού που έπαιρνε αργά αργά τις απότομες στροφές του ανηφορικού δρόμου, με τις πέτρες να ασπρίζουν κάτω στους γκρεμούς και κάτι πέτρινους παλιούς μισογκρεμισμένους τοίχους να υψώνονται στις απέναντι πλαγιές. Στο μοναστήρι μαζευόταν πολύς κόσμος για να δουν την «μπότα του Βούλγαρου», ένα μαύρο λεκέ πάνω στο μάρμαρο σε σχήμα παπουτσιού που έγινε, καταπώς λένε, όταν η Παναγία μαρμάρωσε τους Σλάβους που ήθελαν να λεηλατήσουν την εκκλησία. Άλλοι πάλι τεντώνονταν για να δούνε το κυπαρίσσι που είχε φυτρώσει πάνω στη στέγη ενώ κάποιοι προτιμούσαν τα κρανία των καλόγερων που είχαν μονάσει όλα τα χρόνια και τα ’χαν συγκεντρώσει σ’ ένα παρεκκλήσι έξω από τη μονή. Ο τόπος μύριζε κρέας ψημένο κι όλη τη νύχτα οι βουνοπλαγιές αντηχούσαν απ’ τα λαϊκά τραγούδια που έπαιζαν τα κασετόφωνα των αυτοκινήτων. Ένα βράδυ που είχαμε πέσει να κοιμηθούμε ψηλά στο μύλο που είναι ανατολικά του μοναστηριού, έπιασε ξαφνική καταιγίδα με βροντές και τρέχαμε στους ξενώνες να φυλαχτούμε με τις κουβέρτες στους ώμους. Στην επιστροφή γυρίζαμε με τα πόδια απ’ το μονοπάτι που περνούσε απ’ τις καστανιές, με τον κάμπο ν’ απλώνεται από κάτω και τα τετραγωνάκια των χωραφιών να τεμαχίζουν το τοπίο.

Το υπόλοιπο καλοκαίρι όταν ευκαιρούσαμε από το ατέλειωτο βελόνιασμα των καπνόφυλλων ανεβαίνουμε με τα ποδήλατα ως τη Νικήσιανη και μετά κατεβαίναμε σαν σφαίρες δίπλα απ’ τα φορτηγά που κουβαλούσαν μάρμαρα απ’ τα γειτονικά λατομεία τρομάζοντας τους οδηγούς – είναι θαύμα το πώς δε σκοτώθηκε κανένας μας. Μερικές φορές χαζεύαμε, στο μοναδικό καφενείο με το ηλεκτρόφωνο και το ψυγείο με τα γλυκά, τους μεγάλους να χορεύουν και να πίνουν τα ούζα τους. Λέγανε ότι ο καφετζής είχε βρει ένα σακουλάκι με λίρες όταν το μουλάρι του γλίστρησε σε μια επίπεδη πέτρα και πήγε να τη μετακινήσει. Σ’ αυτό το καφενείο πρωτάκουσα λαϊκά τραγούδια –Tα μουτζουρωμένα χέρια, Όταν θα μάθεις πως είμ’ εργάτης…– και θυμάμαι έναν τύπο που είχε μεθύσει να ξαπλώνει ανάσκελα στην άσφαλτο ενώ οι φίλοι του προσπαθούσαν να τον μαζέψουν. Τις Κυριακές θα πηγαίναμε για μπάνιο σε κάνα ρέμα ή σε καμιά ποτίστρα ή σε καμιά γκιόλα –δεξαμενή νερού– με τα κουτιά από τα φυτοφάρμακα να επιπλέουν δίπλα μας. Σε μια τέτοια στέρνα όπως ο ήλιος έκαιγε το σύμπαν μού φάνηκε ότι είδα ένα κόκκινο φίδι πολύ μεγάλο να σέρνεται αργά αργά μες στα ξεραμένα χόρτα, αλλά πάλι μπορεί και να το φαντάστηκα. Όταν χτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας για καμιά καλοκαιρινή γιορτή, έτρεχα να βοηθήσω στον εσπερινό, διαβάζοντας κανένα ανάγνωσμα όπως εκείνο απ’ τον Ιώβ που μου φαινόταν απόκοσμο: «…και εκάλεσεν την μεν πρώτην ημέραν την δε δευτέρα Κασσίαν, την δε τρίτη Αμαλθαίας κέρας». Στις λειτουργίες ερχόταν η Μαρία με την οποία όλοι ήμασταν ερωτευμένοι, εντελώς αναπτυγμένη απ’ το δημοτικό, με τα τοξωτά φρύδια και το απαλό δέρμα.

Ξανάρχισα να ψέλνω στο στρατό στη Χελιδόνα του Έβρου ένα ζόρικο καλοκαίρι. Υπήρχε εκεί ένας πολύ καλός ψάλτης, ο Παναγιώτης, που τώρα είναι παπάς στο Διδυμότειχο. Είχα μάθει μερικά κόλπα τότε όπως το να ψάλλω και να ισοκρατώ ψηλά – ίσως και μια σκάλα παραπάνω. Ένα παιδί που έπαιζε αρμόνιο στην ορχήστρα του τάγματος τραγουδούσε κάπως έτσι και μ’ άρεσε. Κάποιες φορές μ’ έπαιρνε από το στρατόπεδο ένας παπάς με το τρακτέρ του για να ψάλουμε στη Ζώνη, ένα χωριό στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Στο δρόμο μού διηγούνταν ιστορίες απ’ τον Εμφύλιο όπου είχε πολεμήσει, πώς κροτάλιζαν οι σφαίρες απ’ τα οπλοπολυβόλα σαν δαιμονισμένες τη νύχτα και πώς ένας φίλος του που έχασε το πόδι του από μια νάρκη έψαχνε το όπλο αντί για το πόδι μες στη σαστιμάρα και την αγωνία του, καθώς το αίμα έτρεχε ανεξέλεγκτο.

Με τον Παναγιώτη είχαμε ψάλει στο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου σε κάποιο χωριό που δε θυμάμαι τώρα, κι όπου είχε έρθει κι ένας δεσπότης με μακριά λευκή γενειάδα. Μας αγριοκοίταζε στην αρχή αλλά ύστερα χαμογελούσε όταν μας άκουσε.

Στη Θεσσαλονίκη ξέχασα ολότελα τις εκκλησίες εκτός από μια φορά που είχα πάει στην Πολίχνη με τον μπαρμπα-Χρήστο, έναν γνωστό μου, και ψάλαμε δίπλα σ’ έναν στρυφνό γέρο Πόντιο ψάλτη που μπέρδευε συνέχεια το τυπικό κι άφηνε έξω τον μισό όρθρο.

Εδώ τα καλοκαίρια ήταν διαφορετικά. Τρώγαμε στη λέσχη του Πανεπιστημίου ως το τέλος Ιουνίου και κει ήταν ένα χάος. Υπήρχαν δίσκοι πεταμένοι παντού με φαγητά και κυκλοφορούσαν διάφοροι περίεργοι και άσχετοι με τα σκυλιά τους κι ανέβαιναν εκείνα τα σκαλιά τα σκαμμένα απ’ τα χιλιάδες πέλματα.

Είχα κομπλάρει όταν είδα στη σχολή ένα σωρό ωραία κορίτσια, όμορφα και καλοντυμένα, αυτές που ύστερα από είκοσι χρόνια τις βλέπω και τρομάζω όπως έχουν αλλάξει.

Δουλεύαμε μες στη ζέστη με τον Μανώλη και τα άλλα παιδιά ξεφορτώνοντας νταλίκες μ’ αλάτι κάπου στις Συκιές. Ο Μανώλης ερχόταν πάντα μ’ ένα θεοβρόμικο μπλουζάκι τρυπημένο απ’ τα αλάτια κι ο ιδρώτας έσταζε απ’ τα μούσια του στην καρότσα του φορτηγού. Έμεναν τότε σ’ ένα παλιό διαμέρισμα, τρομακτικό όπως μου φαινόταν, πίσω απ’ το υπουργείο, με παράξενα κόμικς πεταμένα παντού.

Ύστερα δουλέψαμε σ’ ένα πρόγραμμα των βορείων δήμων της πόλης όπου δεν έμαθα βέβαια τίποτα από ξυλογλυπτική μα γνώρισα τον Νίκο με το τζιν, τα σταράκια, το χαμόγελο και το κεφάλι πάντα ψηλά, που όταν έπειτα από χρόνια τον συνάντησα και του ’λειπε ένα δάχτυλο από κάποιο πριόνι ηλεκτρικό, με ρώτησε αν έκανε καλά που παντρεύτηκε. Κι όταν τέλειωσα κι από κει μοιράζαμε διαφημιστικά στις ανηφόρες της Άνω Τούμπας μ’ ένα παιδί με γυαλιά που μου ’λεγε ότι του άρεσε το California dreaming καθώς πίναμε πορτοκαλάδα σ’ ένα μισογκρεμισμένο καφενείο όπου ακουγόταν το τραγούδι. Λαχειοπώλες γύριζαν σαν στοιχειά στα στενά πουλώντας λαχεία μες στο λιοπύρι, ζητιάνοι έψαχναν στα σκουπίδια κι ένας σκύλος σ’ ένα μπαλκόνι της Αριστοτέλους γάβγιζε τους περαστικούς τ’ απογεύματα.

Εκεί στην πλατεία Αριστοτέλους τη γνώρισα. Περιμέναμε στη στάση. Φορούσε μεγάλα σκουλαρίκια, μια στενή φούστα και χαμηλά παπούτσια. Κάθισε απέναντί μου και με κοιτούσε. Την άλλη μέρα το ίδιο. Πιάσαμε κουβέντα και πήγαμε για καφέ στα STARBUCKS στην παραλία με τα κοπάδια των μικρών ψαριών να πηδούν στον αέρα για να δροσιστούν. Με πήγε στο σπίτι της και μ’ αγκάλιασε μπροστά στο παράθυρο κοιτάζοντας μην τυχόν μας βλέπουν από απέναντι. Στ’ αυτιά μου βούιζε συνεχώς το ίδιο τραγούδι: «…πες μου πως είναι ψέμα, πες μου πως είναι ψέμα…»

Μου ’λεγε για τη μητέρα της που είχε πεθάνει και την είχαν θάψει στα νεκροταφεία πάνω απ’ τον Εύοσμο, εκεί όπου κάποτε μάθαινα ξυλογλυπτική και βλέπαμε τον κοντό νεκροθάφτη με τα χρυσά δόντια που έλεγαν ότι τα είχε από πεθαμένους. «Μπορώ να κάθομαι ώρες πάνω απ’ το μνήμα και να τη σκέφτομαι», μου είπε. Κάθε Σάββατο πήγαινε ν’ ανάψει το καντήλι στον τάφο και την έχανα.

Είχαν περάσει χρόνια από τότε που είχα πατήσει το πόδι μου σε εκκλησία κι η μάνα μου γκρίνιαζε. «Θα πας για μένα», μου είπε το ξανθό κορίτσι με τα μεγάλα σκουλαρίκια, που όλοι την περνούσαν για Αγγλίδα, και φυσικά πήγα.

Αυτή τη φορά προσπάθησα να ξεδιαλύνω το κουβάρι των ήχων, να μάθω λίγο τα αργά χερουβικά και τα άλλα λειτουργικά και να μη φοβάμαι τον κόσμο που μπορεί να σε καταπιεί αν νιώσει το φόβο σου. Υπήρχε μια εκπομπή στο ραδιόφωνο με κάτι καλόγριες που έψελναν ψηλά, εκεί που μ’ άρεσε. Ξυπνούσα τα χαράματα και τις ηχογραφούσα. Ύστερα δοκίμαζα να τις ακολουθήσω χωρίς να χάνω τα πατήματά τους. Κατάλαβα ότι και το πιο αργό κομμάτι έχει ένα βασικό εσωτερικό ρυθμό που θα πρέπει να σκάει μέσα μου με σταθερότητα για να ισοσκελίζει τη βραδύτητα της μελωδίας. Τα βυζαντινά ιερογλυφικά και τα παράξενα σχέδια τα άφηνα για αργότερα.

Με το ξανθό κορίτσι πήγαμε στην Καβάλα. Σταματήσαμε ψηλά στον Άγιο Σύλλα, εκεί που παλιά ήταν το κέντρο «Διόνυσος», και χαζεύαμε τα καράβια να κουβαλούν κόσμο για τη Θάσο και τα ρεύματα του νερού να χαρακώνουν με κυρτές γραμμές την επιφάνεια του νερού. Ταξιδέψαμε ως την Κεραμωτή όπου ένιωθα ότι βρίσκομαι ξανά χαμηλά πολύ, κοντά στον πάτο του κόσμου, όπως άκουγα τον Manu Chao να τραγουδά: «Todo es mentira en este mundo…» ενώ τα μπεκ δίπλα στο δρόμο πότιζαν τα καλαμποχώραφα. Πήγε να πάρει τσιγάρα κι εγώ την περίμενα στο πρακτορείο. Ένας αλλόκοτος τύπος με γενειάδα κι ανοιχτό πουκάμισο βολτάριζε μπροστά στα λεωφορεία. Συγκράτησα την όψη του κι έμαθα ύστερα από λίγες μέρες ότι ήταν ο Θ.Σ. που είχε σφάξει την οικογένειά του στην Ποταμιά της Θάσου.

Είχαμε κανονίσει να συναντηθούμε στη λέσχη. Πάντα έφτανε πρώτη και για να κόψω δρόμο έπρεπε να περάσω από ένα στενό πλακόστρωτο δρομάκι κάτω από το ύψος μιας γέφυρας που είχαν φτιάξει ώστε να φαίνονται κάτι θεμέλια εκκλησίας και κάτι τάφοι. Εκεί γύρω, καταπώς λένε οι ιστορικοί κι οι αρχαιολόγοι, βρίσκονταν τα τουρκικά και τα εβραϊκά κι ακόμα παλαιότερα τα ρωμαϊκά νεκροταφεία έξω απ’ τα τείχη της πόλης. Ήταν μια καυτή μέρα κι η άσφαλτος έβραζε.

Στη μέση του στενού κοντά στην αρχαία εκκλησιά ένας άνθρωπος κοιμόταν πάνω σ’ ένα παρτέρι, θέαμα παράξενο. Είχε αποθέσει τα παπούτσια του στο δρομάκι. Μπορούσα να δω την πλάτη, τα μακριά του μαλλιά και το πορτοφόλι που είχε δεμένο με μια ζώνη στη μέση του. Προσπέρασα γρήγορα και βιάστηκα να βγω απ’ το στενό όταν αισθάνθηκα ένα χέρι στον ώμο μου. Κοίταξα πίσω. Ο άντρας που έμοιαζε με τον Θ.Σ., μόνο λίγο πιο γεμάτος, με κοίταζε επίμονα μες τα μάτια χωρίς να μιλά. Ανατρίχιασα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Τα τζιτζίκια χαλούσαν τον κόσμο κι οι βενζίνες των αυτοκινήτων εξατμίζονταν στον αέρα παραμορφώνοντας το περίγραμμα των κτιρίων. Ένα αεράκι σήκωσε την άμμο που είχε απομείνει από κάτι έργα κι ένας μικρός ανεμοστρόβιλος που σχηματίστηκε πέρασε δίπλα μου σφυρίζοντας, όλα ήταν τόσο θολά…

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr