A+ A A-

ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΡΟΥΓΚΑ

ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΡΟΥΓΚΑτου Χάρη Πολονύφη

«Διάολε, δεν έχω άλλο χώρο», αναφώνησε ο Μιχάλης Δρούγκας, καθώς το μυρμήγκιασμα στο πίσω μέρος του λαιμού του άρχισε να τον καίει. Έξυσε το σημείο με την παλάμη του δεξιού του χεριού και συνέχισε να κοιτάζει το ράφι απέναντί του.

Ήταν ένα συνηθισμένο ξύλινο ράφι, στερεωμένο απέναντι από το καγκελόφραχτο παραθυράκι, ούτε πολύ μεγάλο αλλά ούτε και πολύ μικρό, που συναντά κάποιος σε οποιοδήποτε συνηθισμένο σπίτι οποιασδήποτε συνηθισμένης πόλης, σε οποιαδήποτε συνηθισμένη χώρα. Το είχε τοποθετήσει στον υπόλευκο, πολυκαιρισμένο, πολύ βρόμικο τοίχο του έξι μήνες πριν και εξυπηρετούσε έναν και μόνο σκοπό. Πάνω στο ράφι, σε μικρή απόσταση μεταξύ τους, σχεδόν στριμωγμένα δηλαδή, βρίσκονταν αντικείμενα από πολλές αμερικάνικες πόλεις.

Για παράδειγμα, στο αριστερό άκρο του έβλεπε κανείς μια μεταλλική μινιατούρα του σήματος του Χόλιγουντ, που κανονικά καλωσορίζει όλους όσοι επισκέπτονται το Λος Άντζελες. Δίπλα του υπήρχε ένα γυαλιστερό μπρελόκ που κατέληγε σε δυο μικρά ζάρια, που πάνω τους ήταν γραμμένη η φράση «Το Λας Βέγκας σε περιμένει» με κόκκινα γράμματα. Στην απέναντι πλευρά, πολύ κοντά στο χείλος του ραφιού, ένας αναπτήρας στο σχήμα του Αγάλματος της Ελευθερίας, σε πολύ μικρότερο μέγεθος βέβαια, ανέδιδε άρωμα Νέας Υόρκης. Μια πολύχρωμη, άναρχη παρέλαση, με το λιγοστό φως που τρύπωνε διστακτικά από το στενό παράθυρο να αντανακλάται πάνω στο ράφι. Ήταν κυριολεκτικά ατέλειωτες οι ώρες που είχε ξοδέψει να κοιτάζει το δημιούργημά του λαίμαργα, σχεδόν ηδονικά.

Ο Μιχάλης Δρούγκας δε θυμόταν πότε ακριβώς του είχε έρθει η ιδέα να ξεκινήσει μια τέτοια συλλογή. Στην αρχή το έκανε καθαρά σαν τουρίστας. Αυτά τα αντικείμενα θα αποτελούσαν σημάδια της παρουσίας του σε καθεμιά από τις πόλεις προέλευσής τους· μια ζωντανή απόδειξη πως είχε βρεθεί στ’ αλήθεια στα μέρη αυτά. Όσο περνούσε όμως ο καιρός, μια άλλη σκέψη σχηματίστηκε στο μυαλό του: όλα αυτά τα ενθύμια της αμερικάνικης ζωής του θα τα έδινε στην κόρη του. Τη μικρή Αθηνά. Ποιος καλύτερος τρόπος να της δώσει μια γλαφυρή εικόνα της διαμονής του στη χώρα αυτή; Ναι, το είχε αποφασίσει, από εδώ και εμπρός θα συγκέντρωνε αναμνηστικά από κάθε άκρη της ηπείρου και όταν θα συναντούσε τη μικρή θα της τα έδινε. Πόσο λαχταρούσε να έρθει τούτη η μέρα. Αναστάσιμες καμπάνες ηχούσαν στα αυτιά του κάθε φορά που αυτή η εικόνα σχηματιζόταν στο μυαλό του.

Τώρα ο κύριος Δρούγκας κοιτάζει απόλυτα συγκεντρωμένος το ράφι μπροστά του, κρατώντας στο αριστερό του χέρι άλλο ένα τέτοιο αντικείμενο.

«Δεν έχω άλλο χώρο», λέει υψώνοντας κι άλλο τον τόνο τώρα, λες και η ένταση της φωνής του θα λύσει το πρόβλημα της περιορισμένης επιφάνειας. Ένα ελαφρύ τρέμουλο αρχίζει να διατρέχει όλη την αριστερή του πλευρά καθώς η ταραχή τον κυριεύει. Κάθεται στα πόδια του κρεβατιού σε μια προσπάθεια να προλάβει τον επερχόμενο πανικό.

Σε πολύ λίγο είναι ώρα φαγητού, σκέφτεται ξαφνικά, θαρρείς και η υπενθύμιση της καθημερινότητας θα αποτρέψει την επιδείνωση της κατάστασής του. Σφίγγει την παλάμη του και νιώθει μια σουβλιά πόνου από το αγωνιστικό αυτοκινητάκι που γράφει Ιντιάνα στο καπό του – την αιτία της σημερινής του αναστάτωσης, αφού δε χωράει να πάρει τη θέση του δίπλα στα άλλα κομμάτια της συλλογής.

«Θα το φας το κεφάλι σου, Έλληνα, με αυτά τα μαραφέτια», ακούγεται ξαφνικά μια φωνή από πίσω του. Μια φωνή άχρονη και πλατιά, που καταλαμβάνει κάθε πιθαμή του μυαλού του. Όμοια με εκείνη του πατέρα του, κελαρυστή και συνάμα τραχιά. Που τον φώναζε να πάει κοντά του όταν ήταν μικρός. Υπήρξε παιδί λοιπόν, υπήρξε παιδί.

Γυρίζει αργά το πρόσωπό του προς την κατεύθυνση του ήχου και ταυτόχρονα ξεσφίγγει τη γροθιά του. Ο μαύρος άντρας που του μίλησε τώρα αρχίζει να γελάει δυνατά. Έχει κάτι το τρομακτικό αυτό το γέλιο. Προς στιγμήν δείχνει να κινείται καταπάνω του με ασαφείς προθέσεις. Είναι ογκώδης και η σκιά του πέφτει βαριά πάνω του. Ο κύριος Δρούγκας κλείνει τα μάτια του και αρχίζει να σιγοτραγουδάει ένα παιδικό νανούρισμα. Το ίδιο που έλεγε στη μικρή Αθηνά, προτού φύγει για την Αμερική, για να την κοιμίζει… Σώπα, μικρή μου, και μην κλαις, ο ύπνος θα έρθει ό,τι κι αν λες. Σε μια εποχή διαφορετική από την τωρινή. Χωρίς αποχωρισμό από τα αγαπημένα του πρόσωπα. Χωρίς ξενιτεμό σε άλλη χώρα. Χωρίς μπλεξίματα με το νόμο, χωρίς καταδίκη για ακάλυπτες επιταγές και χωρίς εγκλεισμό σε τούτη εδώ τη φριχτή φυλακή. Στο δικό του αμερικάνικο δωμάτιο.

Προσπαθεί να φανταστεί πώς θα μοιάζει η κόρη του σήμερα, ύστερα από τόσα χρόνια, και δεν τα καταφέρνει. Σκέφτεται πόσα δώρα γενεθλίων έμειναν απαράδοτα. Πόσες αγκαλιές και χάδια έμειναν μετέωρα, χαμένα για πάντα σ’ ένα παρελθόν άλλο απ’ αυτό που θα ήθελε. Το πρώτο της ερωτικό καρδιοχτύπι, χωρίς εκείνον εκεί για να μοιραστεί την έξαψη και να της δείξει το δρόμο. Τα χρόνια σαν να φεύγουν μακριά όπως τα τρομαγμένα πουλιά. Δάκρυα πλημμυρίζουν τα κουρασμένα μάτια του και είναι αυτή η στιγμή που ξέρει πως πρέπει να συνεχίσει αυτό που ξεκίνησε έξι μήνες πριν, αν όχι για εκείνη, τότε για τον ίδιο. Να ολοκληρώσει τη συλλογή του, να αποκτήσει αναμνηστικά και από τις υπόλοιπες πόλεις στις οποίες δεν πρόλαβε να πάει, όσα τσιγάρα, χρήματα ή άλλες χάρες με τους συγκρατούμενους και τους φύλακες του στοιχίσει η απόκτηση των αντικειμένων αυτών.

Η ηχώ των φαντασμάτων, το μοναδικό πράγμα που ακούει πλέον καθαρά. Ένα γέρικο αγόρι ανήμπορο να μεγαλώσει. Οι εποχές έρχονται η μια μετά την άλλη και παίρνουν πάντα αυτό που θέλουν. Το σούρσιμο των μπερδεμένων βημάτων από τους συγκρατούμενούς του φέρνουν στο νου ακόνισμα νυχιών σε σχολικό πίνακα. Ο λαιμός του στεγνώνει. Ούτε όλο το ποτό του κόσμου δε φτάνει για να ξεπλύνει τη στυφή γεύση από το στόμα του. Λαχταράει να ακούσει μουσική. Τον παρηγορητικό ήχο του βιολιού και τη γλύκα που αναδύεται από το χάιδεμα των πλήκτρων του πιάνου.

Τέλος διαδρομής. Τα φώτα αρχίζουν και σβήνουν. Η αυλαία κατεβαίνει. Τα πουλιά παύουν να τραγουδάνε. Μια απόφαση μένει τώρα. Αλλά πρέπει να είναι αληθινή.

Και ο Μιχάλης Δρούγκας ανοίγει τα μάτια του αποφασισμένος να αντέξει άλλη μια μέρα, ενώ ταυτόχρονα στριμώχνει κι άλλο τα αποκτήματα στο ράφι του και τοποθετεί το αυτοκινητάκι δίπλα τους όλο περηφάνια.

O Χάρης Πολονύφης γεννήθηκε στην Αθήνα το Μάρτιο του 1977 και σπούδασε οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων. Παρακολούθησε σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο ΕΚΕΒΙ και το περιοδικό Διαβάζω. Όταν δεν κάνει θεματικές ραδιοφωνικές εκπομπές στο music society, διαβάζει τις ιστορίες του Θαφόν και του Κάρβερ και βυθίζεται σε σκοτεινές αστυνομικές υποθέσεις, σκανδιναβικές και μη.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr