A+ A A-

ΣΑΝ ΒΓΑΙΝΕΙ Ο ΧΟΤΖΑΣ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ

ΣΑΝ ΒΓΑΙΝΕΙ Ο ΧΟΤΖΑΣ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙτου Δημοσθένη Παπαμάρκου

Ο μπαρμπα-Κώτσος ήταν του βλάμη μου παππούς. Από κει τον ήξερα. Ωραίος άντρας. Όχι στη φάτσα, όχι. Όχι ότι ήταν άσκημος. Δε θέλω να πω αυτό. Ωραίος θέλω να πω στο φέρσιμο. Λεβέντης, που λένε. Πάντα με το χαμόγελο και το καλαμπούρι. Και, υπόψη, κουβαρντάς από τους λίγους. Είχανε να λένε στο χωριό. Ακόμα και μ’ εμάς που ’μασταν μικροί δε βαρυγκόμαγε ούτε μας τροκίμαγε σαν κάτι άλλους. Όπου μας έβρισκε όλο είχε κι από κάτι να μας δώσει. Κάνα μαντολάτο, καμιά νάσκο. Όταν πηγαίναμε στο σπίτι του βλάμη μου, θυμάμαι μας μάζευε από κάτω, εκεί που ’χει τώρα ο Γιάννης το γκαράζ, εκεί ήταν το σπίτι του, και μας έφτιαχνε φέτα με ζάχαρη και καθόμασταν και μας έλεγε όλο ιστορίες από τον πόλεμο. Είχε προλάβει να πολεμήσει και στον Πρώτο Παγκόσμιο και στη Μικρασία, ίδια σειρά με τον δικό μου τον παππού – ο μπαρμπα-Κώτσος του ιππικού, ο δικός μου πεζικό. Αλλά ο παππούς μου δε μίλαγε. Ήταν σκληρός πολύ, κι ειδικά απ’ αυτά δεν του 'παιρνες κουβέντα. Ο μπαρμπα-Κώτσος όμως τα ’λεγε και τα ’λεγε κι ωραία.

Όταν ήτανε στη Θεσσαλονίκη, λέει, ήτανε σε άδεια μια μέρα κι είχανε πάει βράδυ σ’ ένα καμπαρέ κάπου κοντά στο λιμάνι – θυμάμαι που τον είχε ρωτήσει ο Γιάννης τι είναι το καμπαρέ, γιατί πού να ξέραμε εμείς τότε μικροί, και του είχε πει, ότι να, σαν ταβέρνα, αλλά πάνε και γυναίκες. Βικτώρια, λέει, το λέγανε το μαγαζί. Είχανε πάει που λες αυτός κι άλλοι πέντ' έξι που ’τανε μαζί από τη μονάδα, όλοι τους εδώ απ’ το χωριό, γιατί τότε έτσι έπαιρνε ο στρατός, όλους απ’ το ίδιο μέρος τους βάζανε και πολεμάγανε μαζί. Που λες, πάνε στο μαγαζί και κάθονται δίπλα σε μια παρέα με Εγγλέζους, γιατί ήτανε στον Πρώτο Παγκόσμιο τότε και πολεμάγανε κι οι Εγγλέζοι μαζί, κι εκεί ποιος ξέρει τι έγινε, ένας από τους Εγγλέζους τού έχυσε ένα ποτήρι μπίρα ενός δικού μας. Εγώ σκέφτηκα, έτσι όπως μου το είχε πει τότε, ότι θα είχε γίνει χαμός, γιατί οι δικοί μας τώρα τους βλέπεις πώς είναι, φαντάσου τότε. Όχι, μου λέει ο μπαρμπα-Κώτσος. Δεν είπαμε κουβέντα, σηκωθήκαμε κύριοι, βγήκαμε έξω, σταθήκαμε στην πόρτα και πλακώσαμε με τις χειροβομβίδες και τα κάναμε όλα λαμπόγυαλο μέσα στο μαγαζί. Δεν έμεινε κουλουμπηθρόξυλο. Έγινε μετά χαμός. Ψάχνανε όλο το βράδυ να μας βρούνε. Τι Εγγλέζοι, τι Ιταλιάνοι, τι Γάλλοι. Εμείς σιγά μην περιμέναμε εκεί. Κινήσαμε κατά κει που ’ταν το τάγμα το δικό μας και για καλή μας τύχη τρακάραμε ένα ελληνικό περίπολο. Πού ’στε, ρε, μας λένε, και σας ψάχνουνε όλη τη νύχτα. Μπέστε δω από πίσω. Και μπήκαμε έτσι από πίσω, σαν να λέμε ήτανε οι γραμμές στο περίπολο πέντε και μπήκαμε κι εμείς, έξι, δήθεν ότι είμαστε του περιπόλου. Κι έτσι σωθήκαμε, γιατί αλλιώς θα μας κρεμάγανε. Και δε φοβηθήκατε; του ’χα πει. Τι να φοβηθούμε, ρε; Μας περνούσε κι απ’ το μυαλό νομίζεις; Μόλις φτάσαμε στο τάγμα, μας πιάσανε τα γέλια με τα Εγγλεζάκια.

Μια άλλη φορά, μας είχε πει που είχανε βρει έναν μπέη στη Σμύρνη. Ήταν μόλις που είχε μπει ο στρατός ο δικός μας στην πόλη κι ήτανε σε περιπολία μαζί με κάτι άλλους. Βλέπουνε, που λες, έναν μπέη πάνω σ’ ένα μουλάρι, άσπρο, ωραίο. Τον θυμάμαι που μου ’χε πει, τέτοιο ωραίο γομάρι, Γιωργάκο, δεν είχα ματαδεί. Σου λέω άλλο πράμα, άσπρο κι αψηλό. Τέλος πάντων. Λένε, που λες, του μπέη, δώσε μας το μουλάρι. Όχι, τους λέει αυτός. Ρε, δώσε μας το μουλάρι. Όχι, πάλι. Ρε καλέ μου, ρε χρυσέ μου. Τίποτα. Ε, τραβάω μια, μου λέει, με το σπαθί και του το ανοίγω το κεφάλι στα δύο. Και το πήραμε το μουλάρι. Και τι το κάνατε; του λέω. Ξέρω και γω; μου λέει. Μάλλον το παρατήσαμε κάπου. Μας ψάχνανε πάλι μετά και άμα το ’χαμε μαζί θα μας βρίσκανε. Αλλά έτσι βλέπεις, κύριοι μετά. Σάμπως, ρε παιδί μου, και τι θα το κάναμε το μουλάρι, μου είχε πει. Θα το φέρναμε πίσω; Αλλά να, το ’χα δει εκείνη την ώρα και μ’ άρεσε, αλλά πιο πολύ με είχε νευριάσει ο άλλος ο πούστης, όχι και όχι. Ε, ρε και να τον έβλεπες μετά τον κερατά. Πολύ γούστο το ’κανα.

Χρόνια πολλά μετά, θυμάμαι, ήμουνα με το βλάμη μου έξω και πίναμε στην ταβέρνα του Γκίκα. Είχα μόλις πιάσει δουλειά εγώ τότες στο εργοστάσιο του Σμπώκου, δεν το πρόλαβες εσύ, κι ο βλάμης μου στο πανεπιστήμιο φοιτητής και του ’χα πει, έλα να σε κεράσω για το μιστό. Έτσι, εκεί που καθόμασταν, πιο αργά, περνάει ο μπαρμπα-Κώτσος, αυτός είχε αλλού το στέκι κι εκείνη την ώρα πήγαινε για το σπίτι. Ογδόντα και, πατημένα, αλλά ακόμη λεβέντης, γύρναγε. Πού ’στε, ρε χαμένα, μας λέει. Πάντα έτσι μας έλεγε, «χαμένα». Τι κάνετε αυτού; Κάτσε, μπαρμπα-Κώτσο να σε κεράσω, του λέω, που πήρα τον πρώτο μιστό. Άι να κάτσω, τότε, μου λέει. Κάθεται, τσουγκρίζουμε και μια κείνο, πόσο είναι ο μιστός, μια τ' άλλο, έχεις βρει καμιά καλή νύφ’, ρε χαμένο, ξαναφέρνει την κουβέντα στον πόλεμο. Και να, μας λέει, κοιμόμασταν μια φορά έξω από ’να χωριό πάλι κοντά στη Σμύρνη. Μέναν Τούρκοι εκεί. Πρωί, αχάραγα, μας ξυπνάει ο χότζας, ιμπί-αλά-μπιμπί. Λέω, νταξ, θα σταματήσει. Αλλά δώσ’ του ο πούστης κι όλο και δυνάμωνε. Ιμπί-αλά-μπιμπί και ιμπί-αλά-μπιμπί. Έτσι είσαι; λέω. Όπως ήμουν ξαπλωτός, γυρνάω μια, πιάνω το όπλο και μπαμ του ρίχνω μία. Και τον βλέπεις, Γιωργάκη, πάρ’ τον κάτω σαν πουλάκι. Έτσι ε, δίχως να σηκωθώ καθόλου – καλά, ήμουνα σκοπευτής από τους πρώτους.

Τον ρώτησα τότες. Του λέω έτσι να τον πειράξω: ρε μπαρμπα-Κώτσο, όλο γι’ αυτά μιλάς. Τόσο πολύ σου λείπουνε; Τόσο τα λαχταράς;

Έσκυψε και μου λέει: Πιο κι από γυναίκα.

Χαμογέλασε κι ανατρίχιασα.

Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος γεννήθηκε στη Μαλεσσίνα Λοκρίδας το 1983. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα: Η Αδελφότητα του Πυριτίου, εκδόσεις Αρμός, Ο Τέταρτος Ιππότης, εκδόσεις Κέδρος. Για το πρώτο του μυθιστόρημα του απονεμήθηκε το βραβείο Νεανικός Ικαρομένιππος. Το 2012 δημοσίευσε τη συλλογή διηγημάτων ΜεταΠοίηση, εκδόσεις Κέδρος, υποψήφια για το βραβείο Διηγήματος 2012 του περιοδικού «Ο Αναγνώστης».
Είναι υποψήφιος διδάκτορας Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου και διαμένει.

 

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr