ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗ Δ.

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗ Δ.της Νατάσας Ζαχαροπούλου

«Ποιο γράμμα σού αρέσει;» ρώτησα τη Δ. ένα πρωί.

«Δύο μου αρέσουνε πολύ: το Α και το Μ… και… και το Ω!»

Το «Μ» με ξένισε, είναι η αλήθεια. Ωστόσο πριν ακόμα τη ρωτήσω ήμουν σίγουρη, είχα ήδη ακούσει την απάντησή της μέσα μου για το «Α» και το «Ω». Η αρχή και το τέλος. Ταίριαζε γάντι στην ψυχοσύνθεση, την κοσμοθεωρία της Δ. Η ζωή και ο θάνατος γι’ αυτήν καθώς και οι περί αυτών αναζητήσεις περνούσαν, συνδέονταν κι εξαρτιόνταν από μία και μοναδική σχέση όπου η ίδια θα ήταν για τον άλλον το Α και το Ω. Και για κείνην φυσικά ο άλλος. Τι σχέση όμως είχε το «Μ»; Καθώς το σκεπτόμουν, ναι, είπα, το «Μ» δε θα μπορούσε με τίποτα ν’ απουσιάζει από το ιδεολογικό της σύμπαν. Ήταν η κύρια παράμετρος, ο βασικός κρίκος στην αλυσίδα των προϋποθέσεων προκειμένου η Δ. να επιβεβαιώνει πως όχι μόνο αξίζει, αλλά ότι πράγματι υπάρχει.

Το «Μ» – η μέση, το ακριβές ή το περίπου ακριβές σημείο της μέσης. Βρίσκεσαι με κάποιον στη ζωή, στο «Α», ξεκινάς, κι όσο τα χρόνια της κοινής πορείας συνεχίζονται προς το «Ω», έχεις την αίσθηση πως περπατάς πάνω σε μια «μέση» διαρκώς, σ’ ένα μεσαίο σημείο το οποίο ακατάπαυστα διαστέλλεται, ενώ η κατάσταση που βιώνεις όλο και παρατείνεται. Μοιάζει λόγω της διαστολής του να γίνεται ολόκληρη οδός, η μέση οδός, ωστόσο όπως κι αυτή είναι ένα τεντωμένο σκοινί. Βαδίζεις πάνω, προσπαθείς να ισορροπείς. Δοκιμάζεις τις αντοχές σου, εκείνες του άλλου, αναρωτιέσαι συχνά αν το διακύβευμα είναι η σχέση ή ο εαυτός, ώσπου, δίχως να το πάρεις είδηση, το «Ω» –ο θάνατος– είναι γεγονός.

Εντούτοις Α. ή Ω. δε θα την πω. Θα την ονομάσω Δ. Γραμμένο με τον ίδιο τρόπο που θα επιχειρούσε κάποιος με τρεις λέξεις, τρεις γραμμές, να περιγράψει, ν’ απεικονίσει τον εαυτό του σ’ ένα λευκό χαρτί ή σ’ όποια επιφάνεια όπου θα μπορούσε απροσχημάτιστα και δίχως υπεκφυγές, δικαιολογίες και αναστολές να το βλέπει κατάντικρυ ξεκάθαρα. Θα σχημάτιζε μάλλον τότε ένα τρίγωνο ισοσκελές. Αν και την ώρα που θα το ζωγράφιζε, σ’ ένα βαθμό η απόσταση ανάμεσα σ’ αυτόν και το σχήμα δε θα υπήρχε, την ίδια ακριβώς στιγμή, σ’ άλλες πλευρές της συνείδησής του θα ήταν βιωτή ωθώντας τον ν’ αυτοκρίνεται, παρακινώντας τον συνάμα να επιθυμεί, και οπωσδήποτε να ευελπιστεί πώς θα ‘θελε να φαίνεται και να είναι ο ίδιος, και σαν αποτέλεσμα αυτών να μπορούσε να σχηματίσει ένα ωραίο, αψεγάδιαστο ισόπλευρο τέτοιο, αναγνωρίζοντας συγχρόνως πως τις περισσότερες φορές έχει υπάρξει σκαληνός, αμβλυγώνιος, ορθογώνιος, εν γένει ανισοσκελής.

Σε γενικές γραμμές καμιά διαφορά ως εδώ ανάμεσα σ’ όλους εμάς τους υπόλοιπους και τη Δ. Αν πάντως κάτι τη χαρακτήριζε διαφοροποιώντας την εν μέρει, αυτό ήταν ένα ιδιόρρυθμο πείσμα. Δεν πείσμωνε με τα ίδια όπως οι περισσότεροι. Της συνέβαινε μ’ ένα φαγητό που δεν της πέτυχε το οποίο βαλνόταν ξανά και ξανά να μαγειρεύει, μ’ ένα σπόρο που φύτεψε και δεν έπιασε, με μιαν έκπληξη που μηχανεύτηκε να στήσει για κάποιον που αγαπούσε κι από μια αιφνίδια συγκυρία πάνω στο έτοιμο χάλασε. Όταν κάποια στιγμή, πολύ νωρίς κι απολύτως απροετοίμαστη, στήθηκε στο Πέρασμα περιμένοντας τον Βαρκάρη, δεν ήταν το πείσμα για ζωή που της επέτρεψε να δώσει τη θέση της σε άλλους, ματαιώνοντάς της στο τέλος τη βαρκάδα. Δεν αντιστάθηκε τότε σ’ εκείνο το απρόσμενο κάλεσμα, ούτε και παραιτήθηκε. Απλώς αποδέχτηκε την κατάσταση, τη συντεταγμένη πορεία που φαινόταν να την οδηγεί στο τετελεσμένο, χωρίς παράπονο, χωρίς θυμό, με την εντύπωση πως, αν και θ’ άφηνε κάτι πολύτιμο πίσω, το οποίο δε φρόντισε, δεν τίμησε όσο έπρεπε, κάτι εξίσου πολύτιμο την περίμενε μπροστά.

Έτυχε να γνωριστούμε λίγο καιρό μετά, κι αφού η περιπέτειά της είχε λάβει τέλος. Συνέβη σ’ ένα φιλικό σπίτι κατά τη διάρκεια μιας κοινωνικής εκδήλωσης. Παρόλο που ανάμεσα σε κουβέντες γενικού ενδιαφέροντος μοιραστήκαμε, παραδόξως από μιαν εμπιστοσύνη κινούμενες, ορισμένα από τα εσώψυχά μας, εντούτοις, καμιά από τις δυο δεν επιδίωξε δεύτερη συνάντηση. Λίγο καιρό αργότερα, μέσω ενός τρίτου, έπεσε στα χέρια της κάποιο μου βιβλίο. Το ξεκοκάλισε, όπως μου είπε, προκειμένου να καταλάβει τι σόι άνθρωπος ήμουν αναφορικά με την εντύπωση που αρχικά είχε αποκομίσει, κι ενώ δεν το συνήθιζε, αποφάσισε να μου τηλεφωνήσει. «Είχα πάντα την περιέργεια και τη σφοδρή επιθυμία να γνωρίσω ένα συγγραφέα», παραδέχτηκε. Έκτοτε το νερό μπήκε στ’ αυλάκι.

Όλα τα σχετικά ζητήματα με το συγγραφιλίκι η Δ. τα ’χε περί πολλού. Γι’ αυτό και παρ’ όλες τις ανάγκες της συχνά μου άφηνε χώρο ν’ αποτραβιέμαι στο σπήλαιο της πένας. Κατά καιρούς ωστόσο εξέφραζε ένα παράπονο, όμοια με την επωδό σε δημοτικό τραγούδι: «Δε γράφεις τίποτα για μένα. Δε γράφεις σ’ εμένα…» Άλλες φορές το εκστόμιζε καθαρά, τις περισσότερες όμως το ένιωθα παρόν, να επικρέμαται μεταξύ μας, όταν της κοινωνούσα διάφορα γραπτά μου. «Τίποτα, ποτέ για μένα». Αντιλαμβανόμουν τότε πως τη διέλυε η στεγανότητα της ιδέας του «Α» και του «Ω» που διαπερνούσε τη ζωή της. Το έβλεπα στα μάτια της καθώς αιφνιδίως πρόβαλλε η ιδιότυπη εκείνη θλίψη, η οποία διαστέλλει την ίριδα από ένα κλάμα που χορεύει όπως οι φυσαλίδες του νερού όταν φτάνουν στο σωστό σημείο βρασμού, χωρίς όμως να ξεπερνούν ποτέ το σημείο «Μ», τ’ οριακό πριν από την υπερχείλιση, να χύνονται, να ξεσπούν σε δάκρυα. Το αφουγκραζόμουν στη φωνή της που έπεφτε με τον ίδιο επικίνδυνο τρόπο όπως ένα μικρό παιδί κατρακυλάει στη μεγάλη τσουλήθρα, κινδυνεύοντας να υποστεί το ατύχημα αν δεν προσέξεις, αν δεν προλάβεις να βρίσκεσαι εκεί, στην άκρη της πτώσης του.

Έχω την εντύπωση πως η Δ. δεν πίστευε απλώς, όπως ίσως από κάποια κρυφή φιλοδοξία όλοι μας, πως η αναφορά σ’ εκείνην σ’ ένα κείμενο, μια αφιέρωση, θα σήμαινε μ’ έναν τρόπο αθανασία. Δεν την απασχολούσε επίσης να τη μάθουν οι άλλοι, να εισχωρήσουν στις σχέσεις της και τη ζωή της, αφού η ίδια μπορούσε να φροντίσει μια χαρά γι’ αυτό. Ειδικότερα μετά την ίασή της, δεν κρατούσε πράγματα για τον εαυτό της. Όπως μοίραζε τ’ αντικείμενα που θεωρούσε περιττά από κάποια παράξενη αντίληψη κι ερμηνεία της γενναιοδωρίας, έτσι ξεφορτωνόταν κι όσα τη στρίμωχναν, καταστάσεις και πρόσωπα που την έκαναν να δυσανασχετεί, να δυστροπεί, που την ανάγκαζαν με διάφορες φανερές ή υπόγειες μεθόδους τρόπον τινά να τους πάρει στην πλάτη της, να τους κουβαλήσει.

Από την άλλη, είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει πάμπολλες φορές ότι γραπτά, βιβλία που άξιζαν, τα κατάπινε αμάσητα η αφάνεια, συγγραφικούς φελλούς και φληναφήματα τα έστεφε ως τα κατεξοχήν λογοτεχνικά τεχνουργήματα η απαιδευσία, η άρνηση, η έλλειψη αντοχής και η αντίσταση των ημερών στην αντικειμενικότητα σε κάθε κανόνα, κόπο, την αξία.

Η Δ., όχι μόνο από ένα βαθύ ένστικτο, ήξερε πως το παραγόμενο προϊόν του όποιου τεχνίτη δε συνιστά απαραιτήτως τέχνη, επειδή μπορεί λόγου χάρη τυχαία ή κι επισταμένα να προϋποθέτει κάποιους από τους κανόνες της ή να τυγχάνει ως το αποτέλεσμα της φωτεινής εξαίρεσης μιας ιδιαίτερης και σ’ ένα βαθμό προσοντούχας προσωπικότητας. Είχε τη δυνατότητα, πίσω και πέρα από τα όποια υλικά έχουν χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία αυτού του προϊόντος, ν’ αντιλαμβάνεται, συχνά πολύ καλύτερα κι από εμένα, την ύπαρξη ή την έλλειψη μιας βασικής συνισταμένης: την τέλεια ενότητα ανθρώπου, ζώου, φυτού, πέτρας και πηγής, της ζωής και του θανάτου, της ομάδας και του ατόμου, τα οποία όλες τις εποχές προϋποθέτουν και συνιστούν κάθε μαγική τελετουργία. Τι είναι η τέχνη χωρίς τη μαγεία; απορούσε με κάθε αφορμή που ένα τέτοιο αντικείμενο έπεφτε μπρος στα μάτια της, σκουντούσε την αφή της, διαπερνούσε την ακοή, αναστάτωνε τη γεύση, την όσφρηση, ταλάντωνε την ψυχή της. Περί τίνος είδους τέχνη πρόκειται με την απουσία της ιερότητας;… συμπλήρωνε, δίνοντας στ’ αποσιωπητικά το βάρος μίας και μόνης, απόλυτης απάντησης. Άλλες φορές: Ποια η ανάγκη να υπάρξει αυτό; Από ποιαν αναγκαιότητα προέκυψε; Σ’ εμένα ως αποδέκτη ποιαν ανάγκη τώρα, ποιαν αναγκαιότητα γεννάει; Έπεφταν βροχή τα ερωτήματα.

Η αμεσότητά της που ακροβατούσε στα όρια του κυνισμού με προβλημάτιζε, με τρόμαζε. Ωστόσο πίσω από αυτό, διαισθανόμενη κυρίως τη Δ. παρά με ακρίβεια γνωρίζοντας, διέκρινα αμυδρά πως η αθανασία που στην πραγματικότητα την ενδιέφερε ήταν εκείνη στην ψυχή του γράφοντα. Κατ’ αυτήν την έννοια πίστευε παραδόξως πως ένα συγκεκριμένο κείμενο που θα την αφορούσε αποκλειστικά αφιερωμένο σ’ εκείνη, θα ’ταν η ανεξίτηλη επιβεβαίωση πως όντως έχει υπάρξει, πως είναι το «Α και το Ω» της ζωής του στον αιώνα.

Πολλοί άνθρωποι των οποίων οι χαρακτήρες, οι πλοκές των συγκυριών που μας έφεραν κοντά ή μας απομάκρυναν, η σημασία της παρουσίας, καθώς και η επιρροή τους στη ζωή μου, υπήρχαν εμφανώς ή κατακερματισμένοι στις υποθέσεις κειμένων, στους χαρακτήρες και στις πράξεις των ηρώων που κατά τα λοιπά έμοιαζε πως επινοούσα, παρόλο που στην επιφάνεια της συνείδησής μου αρχικά δεν είχε προκύψει η πρόθεση τόσο οι ίδιοι όσο και ορισμένα από τα χαρακτηρολογικά συστατικά τους να συμπεριληφθούν.

Το παράξενο ήταν πως οι περισσότεροι από αυτούς έτρεμαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ήμουν βέβαιη πως ενδόμυχα εύχονταν να μην τους συναντούσε ποτέ ο εσωτερικός μου προβολέας, ο οποίος φωτίζοντάς τους θα τους έδινε βορά τρόπον τινά σε άγνωστες ψυχοσυνθέσεις, σε υγιείς ή νοσηρές φαντασίες. Τέτοιου είδους φωτογραφίσεις, σκιαγραφήσεις η πάρε δώσε μαζί μου επ’ ουδενί ήθελαν, επειδή ένιωθαν μια διαρκή κλήση σ’ απολογία εξαιτίας της απροσδόκητης έκθεσης στις ανεξέλεγκτες εικασίες τρίτων.

Κάπως έτσι φυσικά, διάσπαρτη, σε διάφορα γραπτά μου υπήρχε και η Δ. Ωστόσο δεν της αρκούσε. Επεδίωκε το συγκεκριμένο, την απόλυτη προφάνεια. Δεν ξέρω αν επρόκειτο για δείγμα ή άσκηση θάρρους, στην οποία ήθελε να υποβάλλει τον εαυτό της από μιαν αλλόκοτη εμμονή να δοκιμάζει ώρες ώρες τις δικές της αντοχές όπως και των άλλων απέναντί της. Έχω όμως την αίσθηση (με τον κίνδυνο που εμπεριέχουν λόγω της ρευστής τους φύσης οι αισθήσεις), ότι στην ουσία μού ζητούσε να σκάψω, να διερευνήσω και να της ομολογήσω, παραδεχόμενη και η ίδια, την πραγματική αιτία, τον άλλο λόγο, ο οποίος, αφού όρισε την κατ’ αρχήν συνάντησή μας, φαίνεται να συνιστά και να προϋποθέτει ακόμη την ανάγκη να είμαστε μαζί.

Καθώς τώρα το σκέπτομαι, με τη Δ. γνωριζόμαστε περισσότερα από είκοσι χρόνια. Θα μπορούσα να πω ότι καταλήξαμε καθεμιά να είναι η εξ απορρήτων της άλλης. Πολλές φορές δε χρειάζεται να μιλήσουμε. Αν κάποια απορία σχηματίζεται στο νου της μιας, η απάντηση εμφανίζεται στο στόμα της άλλης, μάλιστα όταν αυτό έχει συμβεί ορισμένες φορές παρουσία τρίτων μοιάζει σαν να παρακολουθεί κανείς θέατρο του παραλόγου. Το μόνο στο οποίο δεν έχω ακόμη ενδώσει είναι η συγκατοίκηση, αν κι έχει συμβεί διήμερα ή κι εβδομάδες ολόκληρες να μ’ έχει φιλοξενήσει σπίτι της ή εγώ στο δικό μου. Γιατί αλήθεια αρνούμαι; Εμμένω στην ψευδαίσθηση της ελευθερίας; Μάλλον, υποθέτω, απολαμβάνω να παραδίδομαι στα θέλγητρα της απομόνωσης, μολονότι ορισμένως ακόμα και οι τοίχοι της τρύπας μου μου φαίνονται πολύ, την ίδια στιγμή που αναγνωρίζω την έκβαθη ανάγκη μου για παχύτερους, ψηλότερους τοίχους. Η Δ. από την άλλη δείχνει να μην αντέχει επ’ ουδενί οτιδήποτε περίκλειστο κι απομονωτικό, αν και όταν βρισκόμαστε μαζί κυρίως, επιδεικνύει μιαν άκρα αντικοινωνικότητα και τάσεις έντονης εσωστρέφειας, την ίδια ώρα που εξωτερικά δείχνει να ανέχεται και να υποδαυλίζει την ύπαρξη και την παραμονή διάφορων άλλων φίλων και γνωστών γύρω μας. Στην ουσία, μου έχει εξομολογηθεί, αυτή η παράλογη συμπεριφορά συμβαίνει από την πλευρά της επειδή μαζί μου βρίσκεται συχνά έξω από τα νερά της, κι απεγνωσμένα ψάχνει να δει σε ποιο σημείο, σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να μου είναι απαραίτητη. Αυτή είναι η κύριά της έγνοια.

Αλήθεια, τι μου είναι απαραίτητο από εκείνη; Ποιαν ανάγκη μού γεννάει, αναρωτιέμαι με τον δικό της τρόπο, αφού κάθε άνθρωπος είναι ο ίδιος έργο τέχνης, η συνεύρεση, η συμπόρευση Τέχνη ολόκληρη.

Ίσως και να μην τα καταφέρω να γράψω τίποτε αποκλειστικά για τη Δ. παραδέχομαι. Την παρατηρούσα που κυνηγιόταν από την έκβαθη ανάγκη της να είναι απαραίτητη, και διαπίστωνα πόσο ακόμα και στην ίδια αυτή η ενστικτώδης καταδίωξη όξυνε ό,τι ήθελε ν’ αποφεύγει: τη χωριστικότητα και την οδύνη που αυτή συνιστά. Κι ανάμεσά μας: πώς πορεύεσαι, πώς τα βγάζεις πέρα με τη συνειδητοποίηση ότι και πάλι η ενότητα είναι μια απωλεσμένη αίσθηση, όταν τα ίδια πράγματα, έστω κι από την εντελώς αντίθετη πλευρά σε φέρνουν κοντά, τόσο κοντά που πιο πολύ δε γίνεται, στον άλλον, ενώ την ίδια στιγμή σε κρατούν μακριά; Αυτός είναι άραγε ο δικός μας τόπος; διερωτήθηκα. Μια κάποιου είδους, όχι πάντως τετριμμένη συζυγία των ομοίων, όπου μέσα της επωάζουν και καρπίζουν οι σπόροι κάθε λογής αντιθέτων;

Αίφνης άκουσα το παρατεταμένο χτύπημα του κουδουνιού. Η Δ. γεμάτη ανησυχία, άγχος κι αναστάτωση φάνηκε στο άνοιγμα της πόρτας. «Χτυπάω επί ένα δεκάλεπτο», μου είπε σφυρίζοντας από τα νεύρα της. Ως συνήθως, ένας παράλογος φόβος που είχε διαρκώς για τη ζωή, την υγεία μου κι ό,τι με αφορούσε, μετατράπηκε σε θυμό. Την έβλεπα να βράζει και να ψάχνει ευκαιρία για καβγά. Όλα της φταίγαν. Δεν έδωσα σημασία. Γι’ άλλη μια φορά την άφησα να μαλώνει μόνη της.

Συμπλήρωσα τον τίτλο, τύπωσα το κείμενο, τη ρώτησα αν ήθελε κάτι να πιούμε, κι αφού αρνήθηκε εγκλωβισμένη στο κράτος της έντασης ακόμη, της το ’δωσα. Κάτι καινούργιο, της είπα. Ξεκίνησε να διαβάζει, την έβλεπα να σμίγει τα φρύδια, να μισοκλείνει τα μάτια, ορισμένες φορές να κοιτάζει το κενό. Στη δεύτερη σελίδα σηκώθηκε, πήγε στο ψυγείο, άνοιξε μια μπίρα, πράγμα σπάνιο γι’ αυτήν – ήπιε απ’ το μπουκάλι.

Τελειώνοντας την ανάγνωση δε μου ‘πε τη γνώμη της, πρώτη φορά δε ρώτησε «από ποιαν αναγκαιότητα προέκυψε, ποια ανάγκη της γεννάει», ωστόσο, «το Μ, να ξέρεις, είναι για μένα όπως λέμε μου…, Μάνα…, μένω εδώ!» ομολόγησε.

H Νατάσα Ζαχαροπούλου γεννήθηκε στη Λειβαδιά Βοιωτίας και σπούδασε Δημοσιογραφία. Βιβλία της που έχουν εκδοθεί: Να σ’ έχω, Ποιήματα, 1995 (Λύχνος), Κι ας με ταξιδεύεις όπου, Διηγήματα, 1995 (Λύχνος), Ίχνος κραγιόν η νύχτα, Μυθιστόρημα, 1996 (Ανατολικός), Όπου ορίζει το φιλί, Διηγήματα, 1999 (Ανατολικός), Ατμός, Ποιήματα, 2008 (Ανατολικός), Η ζωή είναι εδώ, Μυθιστόρημα, 2009 (Ανατολικός), Ρέικι, η Ατραπός της Καρδιάς, 2009 (Ανατολικός), 2η έκδοση: Σεπτέμβριος 2010. Δημοσιεύσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά: Νέα Σκέψη, Ομπρέλα, Περίπλους, Ανατολικός, Λογοτεχνικά Επίκαιρα, Βακχικόν, Στιχοδρόμιο, Joyfullife, Σοδειά, Φιλοσοφία και Παιδεία κ.ά.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr