A+ A A-

Η ΣΑΛΛΥ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΕΤΑΝΟΗΣΕ

Η ΣΑΛΛΥ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΕΤΑΝΟΗΣΕτου Αλέκου Κιτζίρη

Ήθελε να μείνει για λίγο μόνος. Σεπτέμβρης και έκανε ζέστη στο μαγαζί. Η νύχτα έμοιαζε με καλοκαιρινή, το κλιματιστικό ζοριζόταν. Χαιρέτησε μ’ ένα νόημα και βγήκε. Κατηφόρισε τη Γούναρη, πέρασε την πλατεία Ναυαρίνου και από εκεί έφτασε στην παραλία. Ένιωσε τη δροσιά της θάλασσας, κυμάτιζε ελαφρά. Το φεγγάρι έριχνε ασημένιες ανταύγειες. Μια απαλή αύρα από το βάθος του κόλπου έφερνε αποπνικτική μπόχα. Ζέχνει ο Θερμαϊκός, σκέφτηκε, αργοπεθαίνει χωρίς ελπίδα. Μια θλίψη, μια μελαγχολία… Πού και πού συναντούσε και άλλους να κάνουν μόνοι τους βόλτα. Οι περισσότεροι σκυθρωποί, χαμένοι στον κόσμο τους. «…Τον τύλιξαν συλλογισμοί, τέκνα της μοναξιάς…» Ζόρισε τον εαυτό του να θυμηθεί τίνος ποίημα ήταν τ’ απόσπασμα, αλλά δεν του ερχόταν στο μυαλό. Και ξεκινούσαν εξετάσεις σε λίγες μέρες… Έφτασε στο Μακεδονία Πάλας, ήταν στολισμένο με γαλάζια φώτα, σμαράγδια θύμιζαν. Ένα μακρύ πάρκο άρχιζε μετά, με πυκνούς θάμνους. Πάνω από την παραλιακή λεωφόρο υψωνόταν η εκκλησία Κυρίλλου και Μεθοδίου. Ερημιά γύρω, κανείς. Πήγε σ’ ένα παγκάκι. Από μακριά τα πορτοκαλιά φώτα της πόλης τρεμόσβηναν αδιάκοπα, πυγολαμπίδες που έψαχναν με αγωνία ταίρι. Έκανε παράξενες σκέψεις… Το βλέμμα του στάθηκε σ’ ένα διπλανό φανοστάτη. Η λάμψη του τραβούσε νυχτοπεταλούδες. Αυτές πετούσαν γύρω του μαγεμένες. Αποκαμωμένες μερικές κάθονταν πάνω στη λάμπα και καίγονταν. «Μια μοιραία ηδονή», ψιθύρισε στον εαυτό του, «που οδηγεί σε αναπόφευκτο θάνατο».

Έμεινε ώρα στο ξύλινο παγκάκι. Το μυαλό του έπλαθε εικόνες, φανταζόταν. Πλοία μπαινόβγαιναν στον κόλπο. Άκουγε τις σειρήνες τους και ονειρευόταν ότι θα ταξίδευε μαζί τους σ’ εξωτικά μέρη. Θ’ άφηνε πίσω τα πρέπει και τα γιατί, τη βαρετή ρουτίνα, τις αιχμηρές αναμνήσεις…

Σίμωσε στο πέτρινο γείσο της προκυμαίας, η θάλασσα ήταν σκοτεινή. Μια γυναίκα πέρασε αργά από δίπλα του. Μόλις που του έριξε ένα αδιάφορο βλέμμα. Άφησε άρωμα πίσω της. Βάδιζε με χάρη. Ένας απαλός άνεμος κυμάτιζε το γαλάζιο της λεπτό φόρεμα. Ακολούθησε κι αυτός από κάποια απόσταση. Αυτή κοντοστάθηκε σε μια προεξοχή της παραλίας – στον Όμιλο των Φίλων της Θάλασσας. Έδειχνε χαμένη στον κόσμο της, αγνάντευε τον σκοτεινό ορίζοντα. Η παρουσία της τον μάγευε. Θα ήθελε να της μιλήσει. Έκανε λίγα αργά βήματα, αργά, προς το μέρος της, πλησίασε, ψάχνοντας να βρει τα σωστά λόγια. Ντρεπόταν. Αφουγκραζόταν την καρδιά του να χτυπά γρήγορα, άταχτα. Ήταν όμορφη και ας πλησίαζε τα σαράντα. Ήταν η ηλικία των γυναικών που τον γοήτευε… Δεν του άρεζαν οι νεαρές, τις έβρισκε επιπόλαιες, ίσως και άμυαλες. Οι ώριμες ήξεραν να φέρονται, να υπομένουν, ιδίως να προσφέρουν. Παλιά είχε βαλθεί να εξηγήσει την κλίση του. Ως και Φρόιντ διάβασε, αλλά ταράχτηκε απ’ όσα εκείνος αράδιαζε και τα παράτησε. Όσοι δηλαδή ονειρεύονταν τις νύχτες την Κιμ Μπάσιντζερ στα σαράντα, έπρεπε σώνει και καλά να είναι ερωτευμένοι υποσυνείδητα με τη μητέρα! Και το ξεπέρασε…

Τον πρόσεξε κι εκείνη. Έριχνε φευγαλέες ματιές προς το μέρος του, κάποια σημάδια ταραχής. Να ήταν από περιέργεια ή από φόβο; Αυτός θα προτιμούσε να ήταν από ενδιαφέρον. Ήταν φυσικό πάντως ν’ ανησυχεί, μόνη, δίπλα σ’ έναν άγνωστο, αργά μες στη νύχτα σ’ ένα σχεδόν ερημικό μέρος. Έπρεπε να ενεργήσει γρήγορα, αλλιώς ίσως χαλούσε η μαγεία της στιγμής – αν βέβαια εκείνη ένιωθε σαν και αυτόν. Τα πράγματα έδειχναν να κρέμονται από μια κλωστή. Μεσολάβησαν στιγμές αμηχανίας… Πήρε μια ανάσα τελικά, να πάρει θάρρος, και πήγε κοντά της.

«Έχει δροσιά δίπλα στη θάλασσα. Το καλοκαίρι φεύγει με γλυκές νύχτες…» Τα έβαλε με τον εαυτό του, αλλά δεν το κράτησε μέσα του. «Χαζομάρες βρήκα πάλι να πω. Τα χάνω κάποιες φορές…»

«Με τις γυναίκες; Δεν πειράζει πάντως, γιατί έδιωξες το φόβο μου… Είναι ερημιά εδώ. Μου έχουν τύχει και άντρες που ξεκίνησαν με πολύ χειρότερο τρόπο».

«Δηλαδή;»

«Με θράσος ή και χειρονομίες…»

Συστήθηκαν και η γνωριμία συνεχίστηκε με νυχτερινή βόλτα στην προκυμαία. Περπατούσαν συζητώντας. Δεν άφησαν και τίποτα! Από πολιτική και Ιστορία, ως και τα κοινωνικά και τις τέχνες. Μπορεί αυτός να πήγαινε στη Φιλοσοφική, αλλά ούτε και η Εύα υστερούσε. Είχε απόψεις ξεκάθαρες. Περισσότερο του έκανε εντύπωση ότι είχε πληροφορίες για ζητήματα που οι εφημερίδες ούτε καν ανέφεραν…

Λίγο λίγο δημιουργήθηκε μεταξύ τους οικειότητα… Η ώρα πέρασε. Εκείνη έριξε ένα βλέμμα στο ρολόι της. «Η νύχτα φεύγει γρήγορα», είπε. Τα μάτια της για μια στιγμή μισόκλεισαν, τον κοίταξε διστακτικά. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Απομακρυνθήκαμε. Τι θα έλεγες για ένα ποτό σπίτι μου;» Σαν να έχανε λίγο τα λόγια της. «Είναι αργά βέβαια, αλλά μπορούμε να πάρουμε ταξί…»

«Τέτοια ώρα πού να βρούμε;»

«Στο Κυβερνείο θα έχει».

«Ποιο είναι πάλι αυτό;»

Της ξέφυγε ένα γέλιο, μετά σοβάρεψε. «Από εδώ είσαι και δεν ξέρεις! Σπουδάζεις και στη Φιλοσοφική!» Ξεκίνησε και την ακολούθησε. Διέσχισαν το πάρκο και βγήκαν στην παραλιακή λεωφόρο. Περπάτησαν αντίθετα στο ρεύμα των αμαξιών. Πλησίασαν ένα φωτισμένο μες στη νύχτα κτίριο, με διώροφο σκεπαστό εξώστη. Στην πρόσοψη υπήρχαν λευκοί κίονες και κόκκινοι πλίνθοι.

«Το λαογραφικό μουσείο, εννοείς!»

«Το είπα με το παλιό όνομα. Φυσικά, πού να ξέρεις. Εσύ είσαι νεαρός…»

«Θα έπρεπε να ξέρω, αλλά η συνήθεια καταστρέφει τη μνήμη», δικαιολογήθηκε. Στάθηκαν σε μια γωνιά και περίμεναν ταξί.

«Σωστά! Οι Αθηναίοι για παράδειγμα ξέρουν λιγότερα από τους ξένους για την Ακρόπολη. Ίσως επειδή δεν είμαι βέρα Θεσσαλονικιά, γι’ αυτό και έδωσα μεγάλη σημασία στα μνημεία της πόλης. Λατρεύω τα παλιά κτίρια. Στις αρχές του αιώνα το Κυβερνείο ήταν σπίτι κάποιων πλούσιων Εβραίων – των Μοδιάνο. Το σχέδιο έκανε ένας από τους γιους του ιδιοκτήτη, που είχε σπουδάσει μηχανικός στο Παρίσι. Γι’ αυτό και έχει γαλλική επίδραση…»

Στη βεράντα φυσούσε δροσερή αύρα. Εκείνη έφτιαξε ένα κοκτέιλ από χυμούς και λίγη βότκα. «Είναι αργά για δυνατό ποτό». Η ύφος της δεν άφηνε περιθώρια.

Τα λόγια της του θύμιζαν τη μάνα του, τις αιώνιες συμβουλές της. Αλλά αυτή τη φορά του άρεζαν, δεν τον πείραξαν, δεν ένιωσε καμιά καταπίεση. «Εντάξει!» μουρμούρισε μόνο. «Έχεις δίκιο».

Μιλούσαν μέχρι το πρωί. Μια ατμόσφαιρα ερωτισμού, αλλά ως εκεί. Η Εύα κράτησε αποστάσεις, μια έμπειρη γυναίκα δεν πέφτει αμέσως… Και έχοντας να κάνει μ’ έναν άπειρο ντροπαλό νεαρό, πήρε εύκολα την υπεροχή. «Το φλερτ αρέσει σε όλες μας», είπε. «Αλλά απ’ εκεί και πέρα…»

Ούτε κι αυτός βέβαια ήθελε να φανεί λιγούρης. Έκανε τάχα τον αδιάφορο, να την ξεγελάσει. Δεν τα κατάφερε, θα ήταν παράξενο να συνέβαινε. Όλα έμοιαζαν ρευστά, όταν χώρισαν ξημερώματα. Και οι δυο έδειχναν να μη βιάζονται, στην ουσία όμως εκείνη ήταν που έλεγχε την κατάσταση…

(Απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα)

Ο Αλέκος Κιτζίρης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1950. Εκεί μεγάλωσε και πέρασε τα μαθητικά χρόνια. Σπούδασε Φυσική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της πόλης. Έφυγε και εργάστηκε καθηγητής σε σχολεία της Κωνσταντινούπολης, της Θράκης, της Γερμανίας και της Θεσσαλονίκης. Στην τελευταία ζει και σήμερα.

Βιβλία του: Δίδυμα τείχη, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Κέδρος 2000, Η Ανατολική εποχή, άστρα έπεσαν στην Πόλη, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Κέδρος 2002.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr