GILDA

GILDAτης Χαράς Σιώμου

Είχαν περάσει ώρες. Η σειρήνα του ασθενοφόρου βούιζε ακόμη μέσα στο κεφάλι της. Καθόταν σε μια πλαστική καρέκλα. Τα γόνατά της έτρεμαν αυτονομημένα. Στο μυαλό της η εικόνα του κατεστραμμένου αυτοκινήτου, λίγα τετράγωνα από το σπίτι τους.

Σηκώθηκε. Έκοβε βόλτες, μετρώντας τις ψηφίδες στο μωσαϊκό, καρφώνοντας στιγμιαία το βλέμμα στο ρολόι του αχνοπράσινου τοίχου. Βασανιζόταν από αναπάντητα ερωτήματα. Γιατί δεν άνοιξαν οι αερόσακοι; Γιατί της τηλεφώνησε στο κινητό της, ενώ πάντα το απέφευγε όταν ήξερε ότι οδηγούσε; Αν δεν της είχε μιλήσει, δε θα είχε ακούσει τη σύγκρουση, τις λαμαρίνες να συνθλίβονται στην άλλη άκρη της γραμμής. Έβαζε τα νύχια στο στόμα της θέλοντας κυριολεκτικά να τα ξεκολλήσει απ’ το πετσί τους. Πέρναγε τα δάχτυλα στα κοντά μαύρα μαλλιά της κι έξυνε το κεφάλι της με μανία. Τα μαύρα στενά ρούχα που φόραγε την έδειχναν ακόμα πιο αδύνατη απ’ την αγωνία. Η μάσκαρα, νερωμένη απ’ τα δάκρυα, μουτζούρωνε το κατάχλωμο πρόσωπό της.

Η Ζωή στεκόταν σε κάποια απόσταση από τους συντετριμμένους γονείς της Άννας. Κουλουριασμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, στις καρέκλες που βρίσκονταν πιο κοντά στα χειρουργεία. Σε μια άλλη αίθουσα χαροπάλευε ο νεαρός οδηγός που παραβίασε το στοπ και καρφώθηκε πάνω της. Έβλεπε τα χαρακωμένα από την αγωνία πρόσωπά τους. Οι τύψεις είχαν αρχίσει να μεγεθύνονται. Τι στο διάολο ήθελε να της πει; Αν περίμενε ένα λεπτό, μπορεί να μην είχε συμβεί τίποτα. Θα είχε φτάσει σπίτι τους. Ασφαλής.

Μέσα σε έξι μήνες το αποφάσισαν. Να μοιράζονται κάθε ξημέρωμα μαζί.

Το μόνο που προβλημάτιζε την Άννα ήταν πώς θα το ανακοίνωνε στους δικούς της. Της φαινόταν αδιανόητο να μιλήσει στους παλαιών αρχών γονείς της για τα προσωπικά της. Σε αυτό το θέμα πάντα διαφωνούσαν, αλλά η μία σεβόταν την άποψη της άλλης. Η Ζωή το είχε πει στην οικογένειά της από τα είκοσί της, δίνοντάς τους χρόνο να το αποδεχτούν. Τι κι αν δεν το κατανόησε ποτέ η μάνα της με τη λογική της, η αγκαλιά της δε μίκρυνε καθόλου, την τύλιγε πάντα όπως τότε που ήταν παιδί και αυτό της έφτανε. Επέμενε ότι δε θέλει να λέει ψέματα σε αγαπημένους της ανθρώπους. Είναι σαν να θες να δεις ένα φίλο σου ύστερα από καιρό και να σταματάς στα μισά του δρόμου, κοιτώντας τον από μακριά, χωρίς να τον πλησιάζεις. Η Άννα υποστήριζε πως το τι κάνει στο κρεβάτι της δεν αφορά κανέναν. Κατέληξε να τους πει ότι συγκατοικούν για οικονομία.

Βλέποντας το χειρουργό στην πόρτα πετάχτηκε σαν στρατιώτης στο «παρουσιάστε» του διοικητή. Έκανε μισό βήμα. Πάγωσε. Διάβαζε τα χείλη και παρακολουθούσε τις εκφράσεις των τριών προσώπων να καταλάβει. Η ίδια πόρτα ξανάνοιξε και ο γιατρός χάθηκε πίσω της. Πιασμένοι αγκαζέ, γύρισαν για λίγο προς το μέρος της. Η μάνα της Άννας κάτι πήγε να πει, αλλά δεν το είπε. Δεν μπορούσε να κατανοήσει το βλέμμα τους. Ξανακάθισαν στο θρόνο της απόγνωσης παρηγορώντας ο ένας τον άλλον.

Ένιωσε να πνίγεται, χρειαζόταν αέρα. Σύρθηκε ως την έξοδο και πέρασε από το παγωμένο κλίμα του νοσοκομείου στους δέκα βαθμούς του Γενάρη. Δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι θα βίωνε κάτι τέτοιο. Άναψε τσιγάρο. Περπάτησε σαν υπνωτισμένη ως τη μηχανή της. Στηρίχτηκε στο τιμόνι και κοίταζε τα φώτα του νοσοκομείου. Μια λάμπα ξεψυχούσε σπινθηρίζοντας στην κόρη των ματιών της. Κάποια κουρτίνα τραβήχτηκε πίσω από ένα παράθυρο. Σε ένα από αυτά τα δωμάτια, βρισκόταν ξαπλωμένη η αγαπημένη της και δεν μπορούσε να την αγκαλιάσει. Να ξαπλώσει πλάι της, να της χαϊδέψει τα μαλλιά, να αυτοσχεδιάσει ιστορίες σαν αυτές που της έλεγε κάθε φορά που δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σκέφτηκε να φύγει. Δεν άντεχε αυτή τη μούγγα των γονιών της Άννας. Όμως, πού να πήγαινε; Το σπίτι της ήταν εκεί. Εκεί κατοικούσε εδώ και πέντε χρόνια. Μέσα στην Άννα.

Είχαν γνωριστεί ένα βράδυ σε ένα μπαράκι. Το ξημέρωμα τις βρήκε καθισμένες στις ίδιες θέσεις να μιλούν για κινηματογράφο και βιβλία. Η Άννα ήρθε στην πιο μοιραία στιγμή της ζωής της. Λίγο καιρό πριν είχε χάσει τον αδερφό της. Είχε αδειάσει. Τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να τη φέρει σε επαφή με το μέσα της. Εκείνη τη νύχτα χώρεσαν δύο ζωές σε μία. Τη στιγμή που κοιτάχτηκαν, ακουγόταν το τραγούδι Amado mio στο μαγαζί. Έκτοτε τη φώναζε Γκίλντα, αφού της εξήγησε γελώντας ότι αυτή είναι η σωστή προφορά κι όχι Τζίλντα που λένε συνήθως. «Θα είναι το μυστικό μας», συμφώνησαν. Θυμήθηκε την κουβέντα μιας σοφής γριάς σ’ ένα χωριό όπου πήγαν την πρώτη τους εκδρομή με την Άννα: «Παιδί μου, δυο άνθρωποι γίνονται ζευγάρι μόλις φτιάξουν το πρώτο ολόδικό τους μυστικό». Και πόσα μυστικά δεν έφτιαξαν από τότε…

Ψάχνοντας στο μυαλό της να μιλήσει σε κάποιον, της ήρθε η φίλη τους, η Μαρία. Πάτησε στο κινητό τον αριθμό της, μα τελευταία στιγμή μετάνιωσε. Δεν είχε κουράγιο να μιλήσει. Κοιτάζοντας τη συσκευή στην παλάμη της, ένιωσε να τρελαίνεται. Γιατί της τηλεφώνησε; Πέταξε το κινητό σε ένα δέντρο. Το είδε να διαλύεται.

Απέναντι από το νοσοκομείο διανυκτέρευε ένα σνακ μπαρ. Παράγγειλε έναν διπλό ελληνικό σκέτο και κάθισε έξω, στην παγωνιά. Μια ξεχασμένη γιρλάντα από χριστουγεννιάτικα φωτάκια αναβόσβηνε υποτονικά στο απέναντι μαγαζί. Ταξί σταματούσαν ξεβράζοντας ταλαιπωρημένες φιγούρες. Στα χέρια τους πλαστικές τσάντες και ξεθωριασμένα σακ βουαγιάζ. Στέκονταν για δευτερόλεπτα περιμένοντας να πάρουν άδεια νυχτερινού επισκέπτη. Ένα αμάξι φορτωμένο βαλίτσες στην οροφή πέρασε από μπροστά της.

Θυμήθηκε τα ταξίδια με την Άννα. Πάντα στο εξωτερικό, εκεί όπου περπάταγαν πιο ελεύθερες. Έκαναν οικονομίες και πήγαιναν στο αεροδρόμιο τελευταία στιγμή ν’ αγοράσουν εκπτωτικά εισιτήρια, διαλέγοντας την πτήση που έφευγε πρώτη. Ιδέα της Άννας. Περιπετειώδης και πρωτότυπη, σκεφτόταν πάντα απίθανα πράγματα για να ξεφεύγουν από τη ρουτίνα. Ακόμα και οι τσακωμοί τους ήταν πρωτότυποι. Στην τελευταία διαφωνία τους, μέσα στο τρένο για Θεσσαλονίκη, η Άννα είπε: «Μπορώ τώρα να φιλήσω τη γυναίκα που ερωτεύομαι κάθε μέρα όλο και περισσότερο;» και την αποστόμωσε με ένα παθιασμένο φιλί.

Τινάχτηκε απότομα κοιτάζοντας το ρολόι της. Πήγε στην τουαλέτα του σνακ μπαρ να ρίξει νερό στο πρόσωπό της. Μύριζε το άρωμα της Άννας λες και βρισκόταν κολλημένη πίσω της, αγκαλιάζοντάς τη σφιχτά από τη μέση. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Το είδωλό της αγριεμένο, έξαλλο. Έψαξε στις τσέπες της για χαρτομάντιλα να σκουπιστεί. Το νερό έτρεχε στο λαιμό της. Χαρτομάντιλα πουθενά. Έβγαλε ένα φέιγ βολάν με τη Ρίτα Χέιγουορθ σε ασπρόμαυρο φόντο. Ένα αφιέρωμα στις ταινίες της. Η μνήμη της επανήλθε επιθετική. Ήταν γι’ απόψε, στο σινεμά «Αστέρια».

Διαολόστειλε τον εαυτό της που ξεχάστηκε. Ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά του ΚΑΤ. Λαχανιασμένη έφτασε στον όροφο της εντατικής. Έκπληκτη είδε ότι είχε μαζευτεί κόσμος. Όλοι αγκαλιασμένοι. Έκλαιγαν παραμιλώντας το όνομα της Άννας.

Κοίταζε βουβή. Μέχρι που το σώμα της άρχισε να καταλαβαίνει. Μούδιασε. Παραδόθηκε. Η ζωή λύγισε στα γόνατα.

Η Χαρά Σιώμου γεννήθηκε το 1976. Είναι απόφοιτη της Γυμναστικής Ακαδημίας κι έχει δουλέψει ως γυμνάστρια και προπονήτρια. Την τελευταία πενταετία διατηρούσε δικό της βιβλιοπωλείο που έκλεισε λόγω κρίσης πρόσφατα. Σπουδάζει Δημιουργική Γραφή και γράφει το πρώτο της μυθιστόρημα.

 

ΦΙΛΙΚΑ SITE

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr