A+ A A-

Ηλίας Μαγκλίνης: «Πρωινή γαλήνη» κριτική του Χρίστου Παπαγεωργίου

Ηλίας Μαγκλίνης: «Πρωινή γαλήνη» κριτική του Χρίστου Παπαγεωργίου


Είχαμε πολύ καιρό να διαβάσουμε ένα μυθιστόρημα δομημένο με τέτοιο γραμμικό τρόπο, με αρχή, μέση και τέλος, με αντιστοιχία των γεγονότων, με την χρονική διαδικασία. Πράγματι, ακόμη και οι τελευταίες εξήντα σελίδες, όπου ο ερευνητής, ο δημοσιογράφος ή εν πάση περίπτωση ο αφηγητής, φέρνει στο σήμερα μια ιστορία, που διαδραματίστηκε αρχές του '50, είναι τοποθετημένες με τέτοιο τρόπο, ώστε όλα να έχουν την συνέπεια μιας συνέχειας χρονικής, όλα να ερμηνεύονται με βάση το τι έγινε αργότερα, αφού δηλαδή ο ήρωας άφησε την τελευταία του πνοή, πολεμώντας για τον ελεύθερο κόσμο, Κινέζους και Βορειοκορεάτες στον εμφύλιο της Κορέας. Έτσι, παρακολουθούμε ένα παιδί από την Έδεσσα, που το όνειρό του είναι να πετάξει, να προσπαθεί να μπει στην Σχολή Ικάρων, μα μετά το ταξίδι στην Αμερική να κόβεται, να μπαίνει άνευ εξετάσεων στην Σχολή Ευελπίδων, να παίρνει τον βαθμό του ανθυπολοχαγού και να εκστρατεύει στην Κορέα για να πολεμήσει, και εκεί να σκοτώνεται ως γνήσιος Έλληνας, αφήνοντας ανοιχτούς λογαριασμούς τόσο με την οικογένειά του, όσο και με την ερωτική του σύντροφο, όπως επίσης και με την πατρίδα του εν γένει – μετά τα όσα σχόλια τα αποδοκιμαστικά έγιναν για την ανάγκη νεκρών σε έναν πόλεμο, απ’ τον οποίο η Ελλάδα δεν είχε να κερδίσει απολύτως τίποτα.

Προς το τέλος, ο αφηγητής βρίσκει τον αδελφό του αδικοχαμένου, πιλότος εκείνος, βρίσκει την Εύα, έρχονται στα χέρια του πολύτιμα αντικείμενα του πρωταγωνιστή, ενώ ο εξαφανισμένος σε όλη την διάρκεια της αφήγησης θείος Προκόπης κάνει την εμφάνισή του από τον τόπο της εξορίας, την Βουλγαρία, όπου κατέφυγε μετά την λήξη του εμφυλίου πολέμου, και κάνει άνω κάτω ολόκληρη την οικογένεια, χαρακτηρίζοντας ιμπεριαλιστικό τον πόλεμο στην Κορέα και κατηγορώντας τον ανιψιό και βαφτισιμιό του για λάθος επιλογή. Άρα, ο Μαγκλίνης δεν έχει σκοπό να μπερδέψει κανέναν, δεν φέρνει ούτε μια μέρα πίσω από την άλλη, με στόχο να διεκδικήσει κατασκευαστικές δάφνες, το αντίθετο, με εντελώς καθαρό τρόπο, με μια μέθοδο πλήρους διαφάνειας, πετυχαίνει να αφηγηθεί μια ιστορία, που και εύκολη δεν είναι, και παράλληλα απαιτεί γνώσεις πολλές, γύρω από την αεροπλοΐα, γύρω από τον πόλεμο, γύρω από εδαφολογικά και μετεωρολογικά φαινόμενα – πράγμα που παίρνει ίσως σάρκα και οστά καθώς τόσο ο πατέρας του όσο και ο αδερφός του, πιλότοι και οι δύο, τον ενέπνευσαν για να γράψει με τέτοια πειστικότητα το μυθιστόρημα Πρωινή γαλήνη, με τόσο ιδιαίτερο και αποδοτικό ένστικτο.

Ήπειροι, χώρες, πόλεις, τοποθεσίες γενικώς, ό,τι αφορά τους αεροπόρους αλλά κυρίως τους πεζικάριους που πραγματοποιούν πολλές και ποικίλες αποστολές, σχεδόν αυτοκτονίας, δίδονται με μια εκπληκτική ψυχραιμία συγγραφική, με μια νηφαλιότητα πεζογραφική, με μια ηρεμία λογοτεχνική, σαν να πρόκειται για ό,τι πιο απλό υπάρχει στον κόσμο, ενώ στην ουσία μιλάμε για απώλειες ανθρώπινων ζωών.

«Χώρα της πρωινής γαλήνης», λοιπόν, ονομάζεται η Κορεατική Χερσόνησος, στην οποία από το ’51 μέχρι το ’53 διεξήχθη ένας ανελέητος πόλεμος, ένας εμφύλιος, στον οποίο είχανε εμπλακεί όλες οι δυνάμεις του δυτικού κόσμου από την μια, και οι Κινέζοι από την άλλη, σ' έναν διχασμό που ισχύει ακόμη και σήμερα, όπου στο βόρειο τμήμα επικρατεί κουμμουνιστικό καθεστώς, ενώ στο νότιο καπιταλιστικό. Έτσι ο Δημήτρης, ο οποίος στην Ελλάδα δεν πρόλαβε την αιματοχυσία, βλέπει συντρόφους του να σκοτώνονται, σκοτώνει ο ίδιος, μάχεται με απαράμιλλη γενναιότητα, και στο τέλος χάνει την ζωή του σε μια μάχη σώμα με σώμα. Είναι τόσες οι λεπτομέρειες με τις οποίες ο Μαγκλίνης εμπλουτίζει το έργο του, ώστε δεν μας μένει η παραμικρή αμφιβολία για την τεράστια έρευνά του. Ήπειροι, χώρες, πόλεις, τοποθεσίες γενικώς, ό,τι αφορά τους αεροπόρους αλλά κυρίως τους πεζικάριους που πραγματοποιούν πολλές και ποικίλες αποστολές, σχεδόν αυτοκτονίας, δίδονται με μια εκπληκτική ψυχραιμία συγγραφική, με μια νηφαλιότητα πεζογραφική, με μια ηρεμία λογοτεχνική, σαν να πρόκειται για ό,τι πιο απλό υπάρχει στον κόσμο, ενώ στην ουσία μιλάμε για απώλειες ανθρώπινων ζωών. Χωρίς δηλαδή να λείπει το σασπένς, ιδίως το πολεμικό, το αρνητικό, το κακό, το άσχημο, το αποκρουστικό, ο Μαγκλίνης διαχειρίζεται το υλικό του με μια μαεστρία συγγραφική, ώστε να μη μείνουν αναγνωστικά τραύματα, να μην πέσουμε ως αναγνώστες στον τεράστιο θρήνο, όμοιο με εκείνων που έχασαν δικούς τους ανθρώπους σ’ αυτό το αποτρόπαιο αιματοκύλισμα.
Ηλίας Μαγκλίνης: «Πρωινή γαλήνη» κριτική του Χρίστου Παπαγεωργίου

Το μυθιστόρημα Πρωινή γαλήνη του Ηλία Μαγκλίνη επαναφέρει για μια ακόμη φόρα το άλυτο πρόβλημα για το πώς η λογοτεχνία διαχειρίζεται το ιστορικό γεγονός και παράλληλα για το πώς η βία της Ιστορίας εισέρχεται στον πεζό λόγο. Και επειδή όλοι συμφωνούν στο ότι ο καλλιτέχνης είναι εντελώς ελεύθερος να χειριστεί τα θέματα όπως ο ίδιος κρίνει, και επειδή άλλοι διαφωνούν, λέγοντας πως το ιστορικό συμβάν δεν επιδέχεται διαπραγμάτευση αφού αποτελεί ντοκουμέντο, ο συγγραφέας εδώ ακολουθεί έναν –παρότι μας ενημερώνει πως το έργο είναι καθαρά προϊόν μυθοπλασίας– δρόμο μιας μέσης οπτικής γωνίας: δηλαδή, δεν αντιστέκεται στην βία του πολέμου, δεν παραβλέπει πως υπάρχουν νεκροί, και δικοί τους που τους θρηνούν, υπάρχει όμως στα λόγια του μια υποκειμενική συνιστώσα, μια ατομική παράμετρος, που έχει να κάνει με μια αποστασιοποιημένη γραφή, η οποία δεν χάνει σε μαγεία, δεν χάνει σε λειτουργία, δεν χάνει σε λάμψη, το αντίθετο, γίνεται ευκολότερα αφομοιώσιμη, γίνεται πιο δίκαια μοιρασμένη, παρότι και στον ελληνικό εμφύλιο αλλά και στον εμφύλιο της Κορέας, στην άλλη άκρη της γης, η σκοπιά των πρωταγωνιστών είναι πάντα εκείνη του εθνικού στρατού, είναι αντίθετη με ό,τι αριστερό, τόσο στην χώρα μας, όσο και εκεί, μπόρεσε να δημιουργήσει, να δράσει, να προπαγανδίσει, να πολεμήσει, να αφοπλίσει. Έτσι γινόμαστε μάρτυρες αυτής της διαμέτρου, που για την χώρα μας ευτυχώς έχει πλήρως τελειώσει, για την Κορέα όμως αποτελεί ακόμη εμπόλεμη κατάσταση, ανάμεσα στα δύο τόσο διαφορετικά μεταξύ τους κράτη.

Διαβάζουμε την Πρωινή γαλήνη του Ηλία Μαγκλίνη όχι σαν κάτι που δεν μας αφορά, όχι σαν κάτι που πέρασε, όχι σαν ένα παραμύθι με ευτυχισμένο τέλος, αλλά με έντονο προβληματισμό για το πού μπορεί να οδηγήσει μια εμφύλια σύρραξη, για τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα, για το δράμα των αμάχων και όσων  έμειναν πίσω, για το τι μπορούν να προκαλέσουν οι βόμβες ναπάλμ, τέλος για το τι παίζεται στα επιτελεία των μεγάλων δυνάμεων, που ιδίως στην Κορέα πρωτοεμφάνισαν τους διεθνείς πολέμους, οι οποίοι και σήμερα έχουν όνομα, όπως Συρία, Ιράκ, Αφγανιστάν και λοιπά, με τους αμέτρητους νεκρούς και εκπατρισθέντες. Έτσι διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα που μιλά για πόλεμο χωρίς να τον υιοθετεί, χωρίς να τον προπαγανδίζει, χωρίς να τον διαφημίζει, αλλά παράλληλα και να μην τον αγνοεί, προκειμένου να γίνουμε όλοι συμμέτοχοι μιας μεγάλης σφαγής που δεν άφησε αδιάφορη μια μικρή χώρα, όπως η πατρίδα μας, η Ελλάδα. 

 

Πρωινή γαλήνη
Ηλίας Μαγκλίνης
Μεταίχμιο
472 σελ.
ISBN 978-618-03-0349-0
Τιμή: €17,70

001 patakis eshop

 

Εμφανίσεις: 570

Σπύρος Λ. Βρεττός: «Ένας αόριστος άνθρωπος» κριτική του Δημοσθένη Κερασίδη

Σπύρος Λ. Βρεττός: «Ένας αόριστος άνθρωπος» κριτική του Δημοσθένη Κερασίδη


Το πρώτο θύμα του ιστού της αράχνης είναι η ίδια η αράχνη, άρα και το πρώτο θύμα κάθε βιβλίου είναι ο συγγραφέας του – στη δική μας περίπτωση, ο Σπύρος Βρεττός, ο οποίος με αυτή τη συλλογή διηγημάτων περνά, σαν άλλος πρόσφυγας, τα σύνορα της ποίησης και βουτά στα νερά της πεζογραφίας, ενώ συνάμα «είναι» ένας αόριστος άνθρωπος, όπως ο Φλομπέρ, τηρουμένων των αναλογιών, «είναι» η Μαντάμ Μποβαρί...

Στον τρίλεκτο τίτλο της συλλογής αυτών των δώδεκα διηγημάτων το επίθετο είναι το ουσιαστικό. Το «αόριστος», ως κέντρο βάρους της φράσης, παραπέμπει εν ονόματι της ευδιάκριτης –όσο και υφέρπουσας– πολυσημίας στα εξής: «πρόσφυγας», «ανοριακός», «ασυνόρευτος», «απών», «κατά φαντασίαν», «πολύμορφος», «δυσδιάκριτος», «χωρίς ιδιότητες». Κι αυτό γιατί τα πρόσωπα στο εν λόγω βιβλίο είναι πλευρές του ανθρώπου της εποχής μας, ο οποίος ολοφάνερα βρίσκεται σε διαδικασία αποδυνάμωσης, περιστολής, απίσχνανσης στην προσωπική και στην κοινωνική του λειτουργία.

[Σημειωτέον: σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του ο Αξελός, όταν ρωτήθηκε για το ποια είναι η βασική διαφορά του σύγχρονου ανθρώπου από αυτόν των παλαιότερων γενιών, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Στην εποχή μας είναι αισθητή η μείωση στο φάσμα, στην ποικιλία των ανθρώπινων τύπων και χαρακτήρων».]

Σε αυτή τη σειρά των δώδεκα ιστοριών, ο συγγραφέας, σε ένα πρώτο επίπεδο, αλιεύει θέματα συνήθως ζοφερά, πολιτικού αλλά και προσωπικού τύπου, από την επικαιρότητα: παραδείγματος χάρη, ρεπορτάζ για τους πρόσφυγες και το δράμα τους, θέματα που σηματοδοτούν την κυριαρχία των ΜΜΕ ή την κρίση, αυτοκινητικά δυστυχήματα, ληστείες, πυρκαγιές σε πλοία, μια βομβιστική ενέργεια της Μαφίας, σχεσιακά αδιέξοδα, γενικώς μια σειρά γεγονότων που ανατρέπουν με βίαιο τρόπο την αρμονική ροή της καθημερινότητας. Αυτό το πρώτο επίπεδο θα το έλεγα «διάσταση του ορατού».

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο συγγραφέας πραγματεύεται θέματα που είναι ίσως συμπληρωματικά και συμμετρικά της επικαιρότητας, ωστόσο διαχρονικά στην ουσία τους, γιατί αφορούν διάφορα δίπολα, όπως είναι το αληθές και το ψευδές, το πραγματικό και το πλαστό, το ονειρικό και το ρεαλιστικό.

Στη συλλογή αυτή περιλαμβάνονται και δύο χαρακτηριστικά διηγήματα, που δεν αντλούν από την περιρρέουσα ειδησεογραφία υλικό έμπνευσης και λειτουργίας, όπως είναι το «Γκαλερί Ουφίτσι» και «Η κλοπή των ροδιών», στα οποία ο Βρεττός, παραφράζοντας τη θεματική του Ντόριαν Γκρέι του Όσκαρ Ουάιλντ, σχολιάζει τη λυκοφιλική σχέση τέχνης και ζωής. Αυτό το δεύτερο επίπεδο θα το ονόμαζα «διάσταση του αοράτου».

Παρακολουθούμε τελικά ένα ταξίδι μέσα στο ταξίδι, σαν ένα θέατρο μέσα στο θέατρο. Συνεπώς είναι δισδιάστατος ο τρόπος που τα πρόσωπα συναντούν τη ζοφερή πραγματικότητα, οπότε και φωλιάζουν στις αναρωτήσεις τους ώστε να αξιωθούν ίσως κάποια στιγμή να γίνουν παρόντες στη ζωή τους.

Όσο το πρώτο επίπεδο θα μπορούσε να θεωρηθεί βάση του βιβλίου, άλλο τόσο το δεύτερο επίπεδο είναι σίγουρα μια υπέρβαση.

Ο Βρεττός στο πρώτο επίπεδο θεμάτων του ανοίγεται σε ένα ταξίδι στα σύνορα χωρών, στην ενοχική κατακρήμνιση του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά και σε προβλήματα σχέσεων. Στο δεύτερο επίπεδο, στο οποίο περνάμε μέσω συνεχών εκπλήξεων και ανατροπών της αφηγηματικής συνέχειας, επιχειρεί ένα άλλο ταξίδι, στα όρια χώρων και υπαρξιακών καταστάσεων, όπως είναι το όνειρο, η φαντασία, ο χρόνος, η αγωνία.

Οι ανατροπές και οι εκπλήξεις, που λειτουργούν ως ήπιες μετωνυμίες του σοκ, εντείνουν τη ροή των ιστοριών του βιβλίου και σηματοδοτούν γενικά την αγωνιώδη πορεία του ανθρώπου από το γνωστό στο άγνωστο, ενώ συνάμα σημαδεύουν την ψυχή και τις περιπέτειες του πρόσφυγα που χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του και ζει ένα ζόρικο ριζικό, μιας και προσπαθεί, γκρεμισμένος πια, να ριζώσει σε μια άλλη γη, αλλά αναγκαστικά πέφτει στην ανταριασμένη θάλασσα. Ωστόσο πρόσφυγας είναι και ο αόριστος-αόρατος-απών άνθρωπος του σήμερα, είτε ως εξόριστος σε μια ξένη γη είτε ως εξόριστος μέσα του.

Οι εκπλήξεις λειτουργούν ως αρμοί ανάμεσα στα πρόσωπα και τα γεγονότα παρουσιάζοντας μια χαρακτηριστική ρευστότητα, ενώ συνάμα ερωτοτροπούν με τα όρια και την υπέρβασή τους. Προσωπικά μού θυμίζουν τον πίνακα του Νταλί «Η εμμονή της μνήμης», με τα εύπλαστα ρολόγια, που σηματοδοτούν (κάπως αινιγματικά, είν’ η αλήθεια) τη ροϊκότητα και τη σχετικότητα του χρόνου. Ως εκ τούτου, αυτά τα πρόσωπα σημαδεύουν σαν εσωτερικοί καθρέφτες τον αόριστο άνθρωπο, ως αρχετυπικό ήρωα του βιβλίου, ενώ, αξίζει να σημειωθεί, προβάλλονται με ένα στιλιζάρισμα σαφώς αφαιρετικό, θυμίζοντας πρόσωπα πινάκων του Εγγονόπουλου.

Εκτός από τα δύο επίπεδα που προανέφερα, διακρίνω κι ένα τρίτο, που είναι η «τοποθέτηση» του ποιητή Βρεττού προς το διήγημα ως λογοτεχνικό είδος. Εξηγούμαι ευθύς αμέσως. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μετάβαση από μια ποίηση με εμφανή ροπή στην προζαϊκότητα σε μια πρόζα με εμφανή ροπή στην ποιητικότητα. Κατ’ εμέ, είναι πρόδηλη η συμμετρία ως αναζήτηση αρμονίας του εκφράζεσθαι.

Θεωρώ ότι το ανά χείρας βιβλίο μάς εισάγει σε μια ιδιότυπη διηγηματογραφία, η οποία, εκτός των άλλων, τιμά την ποίηση, κι αυτό φαίνεται σε τέσσερις διαστάσεις:

Α) Ο αφηγηματικός χρόνος, ως επί το πλείστον, είναι μετέωρος· παρότι όλοι οι χρόνοι χρησιμοποιούνται, κατ’ ουσίαν δεν υπάρχει ενεστώτας, μιας και απουσιάζουν εντελώς τα εισαγωγικά τα οποία συνήθως καταδεικνύουν και ορίζουν τα διαλογικά μέρη και συνάμα «εγκαθιστούν» το εδώ και τώρα της αφήγησης.

Β) Ως απόρροια του παραπάνω, τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι εγκυστωμένα στον χώρο της ονειροφαντασίας, εφόσον τα διαλογικά μέρη ενσωματώνονται στον αφηγηματικό ιστό. Κυριαρχούν οι νοεροί μονόλογοι-διάλογοι, σε μια ατμόσφαιρα εσωτερικού ταξιδιού, πράγμα που σημαίνει ότι οι εξωτερικοί χώροι και η σχετική δράση είναι κατ’ ουσίαν προσχηματικοί.

Γ) Η αφήγηση πόρρω απέχει από το να υπηρετεί τις ανάγκες της ρεαλιστικής μυθοπλασίας, η οποία, παραδοσιακά, είναι εγγενές χαρακτηριστικό της διηγηματογραφίας. Ο συγγραφέας κινείται στη μεθόριο της ποιητικής πρόζας με διάφορους τρόπους: από το πώς χτίζει τις εικόνες του μέχρι το τι λόγια βάζει στο στόμα των ηρώων του.

Δ) Τα πρόσωπα εντέλει μοιάζουν με μορφές χωρίς σώμα ή με σώματα χωρίς μορφή, σαν «φυγάδες» από τα όποια χαρακτηριστικά τους, γι’ αυτό και δεν υποκύπτουν στην ανάγκη μιας συμβατικής νατουραλιστικής απεικόνισης και ρεαλιστικής λειτουργίας.

Παρά τις παραλλαγές που παρατηρούμε (λόγου χάρη, στον λόγο της πολεμικής ανταποκρίτριας στο «Ρεπορτάζ» όπου κυριαρχεί η θεματική των ψευδών ειδήσεων ή στην περίπτωση της γυναίκας του Θωμά στο διήγημα «Η πτώση»), ο Βρεττός χρησιμοποιεί συνήθως ως αφηγηματική στρατηγική τον παντογνώστη αφηγητή, στον λόγο του οποίου αφομοιώνονται λειτουργικά οι λόγοι των υπόλοιπων προσώπων των ιστοριών του. Σημειωτέον ότι σε αυτά τα διηγήματα είναι αρκετές οι ερωτηματικές προτάσεις ή οι αυτοερωτήσεις των βασικών προσώπων. Ανάγονται σε κεντρικά χαρακτηριστικά οι «παραστάσεις», τα «καμώματα», οι αλλαγές πορείας, ταυτοτήτων, ρόλων, εξού και η διαρκής ευπλαστότητα, οι εκπλήξεις, τα παιχνίδια… Παρακολουθούμε τελικά ένα ταξίδι μέσα στο ταξίδι, σαν ένα θέατρο μέσα στο θέατρο. Συνεπώς είναι δισδιάστατος ο τρόπος που τα πρόσωπα συναντούν τη ζοφερή πραγματικότητα, οπότε και φωλιάζουν στις αναρωτήσεις τους ώστε να αξιωθούν ίσως κάποια στιγμή να γίνουν παρόντες στη ζωή τους.

Σπύρος Λ. Βρεττός: «Ένας αόριστος άνθρωπος» κριτική του Δημοσθένη Κερασίδη

Ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

Από το διήγημα «Γυαλιά τύπου Ρέιμπαν»:

«Από το πρωί που ξύπνησε ο Κ. ήθελε να νιώσει καφκικά. Αν όχι να μεταμορφωθεί σε σκαθάρι, να του συμβεί κάτι πρωτόγνωρο που να του σφίγγει τη ζωή, να τον γεμίζει άγχος τι άλλο φοβερό θα ακολουθούσε. Ήθελε να του συμβεί κάτι σαν αυτό που συνέβη στον Κ., τον ήρωα της Δίκης του Κάφκα. Να κατηγορηθεί χωρίς να φταίει και να προσπαθεί μάταια να ξεμπλέξει. Ήθελε να δει τον βασικό του εφιάλτη να πραγματοποιείται. […] Ας είναι καλά αυτός που ανακάλυψε τον χρόνο που χάνεται».

Από το διήγημα «Γκαλερί Ουφίτσι»:

«Αφού δεν μπορούμε να αναγεννηθούμε μόνοι μας ούτε ως άτομα ούτε ως κράτος, ας πάμε εμείς στον τόπο της Αναγέννησης. […] Είναι μέσα στην πινακοθήκη και στέκεται μπροστά στο έργο του Τιτσιάνο ‘‘Η Αφροδίτη του Ουρμπίνο’’. […] Ο Νίκος έχει εισχωρήσει στον πίνακα. Είναι πλέον ο ζωγράφος που αποφασίζει να πλησιάσει την Αφροδίτη για να της τοποθετήσει καλύτερα τα μαλλιά και το αριστερό της χέρι. Κι όπως της πιάνει τα μαλλιά, χαϊδεύοντας και λίγο τους ώμους, μην ανησυχείς, της λέει. Οι γυναίκες αυτές στο βάθος δεξιά δεν υπάρχουν. Εγώ τις έχω ζωγραφίσει για να μην είσαι μόνη στον πίνακα αυτό. Στην πραγματικότητα, είσαι μόνη σου. Στην πραγματικότητα, είμαστε μόνοι μας».

Από το διήγημα «Η κλοπή των ροδιών»:

«Την ημέρα που ζωγράφιζε τη νεκρή φύση, λίγες ώρες μετά την κλοπή των ροδιών, στάθηκε έκπληκτος σαν είδε την αλλαγή των χρωμάτων στον πίνακα. […] Το χέρι του πλέον πήγαινε κι ερχόταν με δύναμη πάνω στον πίνακα, μετατρέποντας τη νεκρή φύση σε άνθρωπο που του ζητούσε βοήθεια».

Σε αυτά τα αποσπάσματα (και όχι μόνο…) φαίνεται το πώς ο συγγραφέας, εμμέσως πλην σαφώς, συνομιλεί με τρόπο διακειμενικό με τον Κάφκα, τον Πεσόα, τον Ουάιλντ, και έτσι γίνεται ευδιάκριτη η πορεία του από την εσωτερικευμένη εξωτερική κρίση στην πολλαπλότητα-πολυδιάσπαση-αμφιταλάντευση των προσώπων και έπειτα στον διάλογο μεταξύ τέχνης και πραγματικότητας, όπου χάνονται για μια ακόμα φορά τα όρια, εν ονόματι του θανάτου και της υπέρβασής του.

Αν κανείς ενδιαφέρεται να βρει, πιθανόν, με ποια περσόνα ταυτίζεται περισσότερο ο συγγραφέας, η δική μου διαίσθηση με οδηγεί στην «αράχνη». Αν και ιδιότυπη, εκφράζει, πιο χαρακτηριστικά ίσως, τον ρόλο του συγγραφέα ως προς τα υπόλοιπα πρόσωπά του.

Ο Βρεττός, σε τούτη την πρώτη του συλλογή διηγημάτων, εμβαπτίστηκε στο νερό για να αναδυθεί αναγεννημένος, σαν πρόσφυγας, αφού προηγουμένως κατέδειξε το ματωμένο-ματαιωμένο αυτοσυναίσθημα και την ενοχική αυτοπεριδίνηση των ηρώων του, καθώς και την προσπάθειά τους να γίνουν παρόντες και να σηκώσουν το βάρος της ύπαρξής τους. Αγάπησα τους ήρωές του κυρίως γιατί έχουν καταλάβει πως είναι πιο βαρείς απ’ το όνειρό τους, γι’ αυτό και αγαπούν πλέον το βάρος που τους κάνει να πέφτουν, για να παραφράσω τον Πιερ Ρεβερντί.

Υπάρχουν μερικά κείμενα που με το νερό τους διαπερνούν τους πόρους της ψυχής και υγραίνουν τα μάτια. Ένα από αυτά είναι και το βιβλίο Ένας αόριστος άνθρωπος.

 

Ο Δημοσθένης Κερασίδης είναι επιμελητής εκδόσεων.

 

Ένας αόριστος άνθρωπος
Σπύρος Λ. Βρεττός
Γαβριηλίδης
160 σελ.
ISBN 978-960-576-570-5
Τιμή: €10,60

001 patakis eshop

 

Εμφανίσεις: 589

Σπύρος Γιαννακόπουλος: «Το κορίτσι με το ξύλινο σπαθί» κριτική της Δήμητρας Μακροπούλου

Σπύρος Γιαννακόπουλος: «Το κορίτσι με το ξύλινο σπαθί» κριτική της Δήμητρας Μακροπούλου


Οπλιστείτε, πάρτε θέσεις

Ο εχθρός είναι παρών
Πάρτε ξίφη, Πάρτε τόξα
Ο εχθρός προ των πυλών

Στην παιδική λογοτεχνία τις περισσότερες φορές το κεντρικό πρόσωπο είναι αγόρι. Τα κορίτσια δεν καταλαμβάνουν συχνά πρωταγωνιστικούς ρόλους ή σε πολλές περιπτώσεις μένουν σε έναν ρόλο άτολμο. Αυτό είναι ίσως ένα πρώτο κίνητρο να διαβαστεί το βιβλίο του Σπύρου Γιαννακόπουλου Το κορίτσι με το ξύλινο σπαθί. Το κορίτσι με το ξύλινο σπαθί ονομάζεται Νεφέλη. Είναι ένα παιδί πραγματικά τολμηρό και γενναίο, έξυπνο και πολυμήχανο, ατρόμητο και εφευρετικό. Η Νεφέλη είναι μοναχοπαίδι, έχει όμως καλούς και πολύ στενούς φίλους στη μικρή επαρχία που ζει. Μαζί τους περνά όλες τις περιπέτειες, μοιράζεται τις περισσότερες ώρες της ημέρας και γι’ αυτό δεν βαριέται ποτέ ή…. σχεδόν ποτέ. Το καλοκαίρι εκεί κοντά στον Αύγουστο, που οι φίλοι της λείπουν σε διακοπές, η βαρεμάρα της βρίσκεται στον ύψιστο βαθμό βαρεμάρας και ο χρόνος της ανίας δεν κυλά με τίποτα. «Η Νεφέλη όταν έφυγαν οι φίλοι της έμεινε μόνη να φρουρεί την πόλη. Μόνη με το ξύλινο σπαθί της. Και βαριόταν. Βαριόταν. Βαριόταν πολύ». Αυτό λοιπόν το φαινομενικά πληκτικό καλοκαίρι η Νεφέλη θα περάσει τη μεγαλύτερη περιπέτεια που έχει ζήσει μέχρι στιγμής. Αφορμή η κλοπή ενός καπέλου και δόλωμα η ευγένεια του αδίστακτου Πέπε Ρουζ, ο οποίος απελπισμένος ζητά από τη Νεφέλη να τον βοηθήσει να πάρει πίσω το καπέλο του.

Οι προκλήσεις έρχονται απανωτές. Δεν είναι μόνο το καπέλο του Πέπε Ρουζ, που βρίσκεται στην κατοχή της ανενδοίαστης μάγισσας Έρσης, είναι επίσης η απαγωγή των γονιών της από αυτή την κακότροπη μάγισσα, που οδηγούν τη Νεφέλη να ακολουθήσει τον περίεργο πρίγκιπα. Η Νεφέλη, γεμάτη τόλμη και παίρνοντας μαζί της -μαθημένη από περιπέτειες- τα βασικά όπως ρούχα, σουγιά, πυξίδα, σπάγκο, μπαταρίες και, φυσικά, το ξύλινο σπαθί της θα μπλέξει σε μια ανατρεπτική περιπέτεια προσπαθώντας να σώσει τους γονείς της και να βοηθήσει να φτάσει το καπέλο στα σωστά χέρια. Ποια όμως είναι αυτά και μέχρι πού πρέπει να φτάσει η Νεφέλη για να σώσει την κατάσταση; Το ταξίδι και η περιπέτεια στη Γουανατόπια ξεκινά και η Νεφέλη, πέρα από τις αρχικές αιτίες του ταξιδιού, θα πρέπει να αναζητήσει τους αληθινούς συμμάχους της και τους πραγματικούς της νέους φίλους. Η τελική μάχη με ροζ περίεργα πλάσματα και μυστήριες δυνάμεις θα είναι σφοδρή και νικηφόρα.

Mεταφέρει το αναγνωστικό κοινό σε έναν φανταστικό χωροχρόνο, που μοιάζει να είναι μια μετάβαση σε κάτι οικείο που βρίσκεται δίπλα μας και όχι άγνωστο ή τρομαχτικό. «Αυτός είναι ο κόσμος μου. Μοιάζει σε πολλά με τον δικό σου, αλλά δεν είναι ίδιος. Εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά» λέει ο Πέπε Ρουζ στη Νεφέλη μόλις περνούν την παγερή υγρασία της σήραγγας που οδηγεί στη Γουανοτόπια.

Το βιβλίο του Σπύρου Γιαννακόπουλου Το κορίτσι με το ξύλινο σπαθί είναι ένα βιβλίο ολοκληρωμένο. Η γραφή του, λεπτοδουλεμένη, συνδυάζει αριστοτεχνικά αφηγήσεις και διαλόγους, εικόνες και περιγραφές που μεταφέρουν τον αναγνώστη στην καρδιά ενός κόσμου που απέχει από τον δικό μας τόσο λίγο αλλά και τόσο πολύ. Ο συγγραφέας ενισχύει την πλοκή με μικρές λεπτομέρειες της ζωής, πληροφορίες και γεγονότα της καθημερινότητας, αλλά ταυτόχρονα μεταφέρει το αναγνωστικό κοινό σε έναν φανταστικό χωροχρόνο, που μοιάζει να είναι μια μετάβαση σε κάτι οικείο που βρίσκεται δίπλα μας και όχι άγνωστο ή τρομαχτικό. «Αυτός είναι ο κόσμος μου. Μοιάζει σε πολλά με τον δικό σου, αλλά δεν είναι ίδιος. Εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά» λέει ο Πέπε Ρουζ στη Νεφέλη μόλις περνούν την παγερή υγρασία της σήραγγας που οδηγεί στη Γουανοτόπια.
Σπύρος Γιαννακόπουλος: «Το κορίτσι με το ξύλινο σπαθί» κριτική της Δήμητρας Μακροπούλου

Η δομή του βιβλίου διακρίνεται από συνεκτικότητα. Κανένα από τα πρόσωπα δεν αναφέρεται τυχαία ούτε και οι διάφορες συναντήσεις μ’ αυτά. Όλα έχουν κάποιο λόγο, συμβαίνουν και εξηγούνται σταδιακά κατά τη ροή της δράσης. Η αφήγησή του ζωντανή και παιχνιδιάρα, περιπαικτική και αστεία σε κάποια σημεία, σοβαρή και με ένταση σε κάποια άλλα. Το βιβλίο έχει ζωηράδα που ενισχύεται από τις περιγραφές συναισθημάτων ή τόπων, όπως η αναφορά στον διάσημο παραμυθά της πόλης Λουδοβίκου Κλάιβ ή στον οπλοποιό Πατρίκιο, που κάνουν τον κόσμο του και το ταξίδι σε αυτόν όχι μόνο να είναι ευχάριστος αλλά και να μοιάζει πραγματικός. Δεν είναι όμως μόνο το περιεχόμενο του κειμένου η δύναμη του βιβλίου. Είναι τα τραγούδια και οι στίχοι του, είναι η δημιουργία ηρώων που είναι ισάξιοι με τους ήρωες του Clive Staples Lewis (Νάρνια) ή του Roald Dahl (Τσάρλυ, Ματίλντα).

Το βιβλίο του Σπύρου Γιαννακόπουλου Το καρότσι με το ξύλινο σπαθί, όπως και τα προηγούμενα βιβλία του Πορτοκαλάδα με ανθρακικό και Ο Τρύφωνας από τη Δρακολανδία, είναι βιβλία που απευθύνονται στη φαντασία του παιδιού χωρίς διδακτισμό, χωρίς να κουνούν το δάχτυλο, αλλά καταφέρνουν να φτιάχνουν ήρωες που γίνονται φίλοι των μικρών αναγνωστών κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Ενδιαφέρουσα είναι η έλλειψη εικονογράφησης, η οποία δεν ατονεί τη δύναμη της ιστορίας αλλά αντίθετα ενδυναμώνει την ποιότητα της γραφής, της κατασκευής των χαρακτήρων και της δράσης.

 

Η Δήμητρα Μακροπούλου είναι φιλόλογος με μεταπτυχιακό στη Συγκριτική Φιλολογία και Πολιτισμό από το Πανεπιστήμιο Brunel

 

Το κορίτσι με το ξύλινο σπαθί
Σπύρος Γιαννακόπουλος
Πατάκης
254 σελ.
ISBN 97-960-16-6881-9
Τιμή: €10,70

001 patakis eshop

 

Εμφανίσεις: 1395

Χέρο Χόκβερντα: «Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Χέρο Χόρκβεντα: «Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ


Ο συγγραφέας του βιβλίου Χέρο Χόκβερντα είναι Ολλανδός και μεταφραστής του έργου Το διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή. Η μεταφραστική του εργασία το 1979 στα Ολλανδικά του έδωσε το έναυσμα της περαιτέρω μελέτης, η οποία τον οδήγησε στην εκπόνηση μιας διδακτορικής διατριβής. Το βιβλίο περιλαμβάνει οχτώ κεφάλαια, Βιβλιογραφία και Παράρτημα αντιπαραβολής κειμένων από τη μια έκδοση στην άλλη, όπου επισημαίνονται οι εκφραστικές ή άλλες μικροδιαφορές.

Εκείνο που γίνεται αμέσως αντιληπτό από τον αναγνώστη είναι η φιλοτιμία του επιστήμονος συγγραφέα να αποδώσει με την εργασία του «το ενδιαφέρον και την αγάπη (του Χατζή) για τον Νεο-ελληνισμό, την επιστημονική του μελέτη αφιερωμένη στο θέμα αυτό, τον αγώνα του (στο πλαίσιο του αριστερού κινήματος) για ένα καλύτερο μέλλον της Ελλάδας, και την έκφραση που ήθελε να δώσει σ’ αυτό μέσα από το λογοτεχνικό του έργο». Διευκρινίζει ότι Το διπλό βιβλίο δεν είναι ένα βιβλίο νοσταλγίας ενός Έλληνα που ζει στο εξωτερικό, ότι το έργο έχει ιδεολογικό-μαρξιστικό χαρακτήρα, χωρίς βαθιές αναλύσεις αλλά διαπιστώσεις μόνον, όπως ο ταξικός αγώνας στο Τέλος της μικρής μας πόλης ή η απόρριψη του δυτικού, αστικού τρόπου ζωής, όπως φαίνεται στο Διπλό βιβλίο. Εξακολουθεί να υφίσταται το θέμα της ελληνικής παράδοσης, ταυτότητας και ιδεολογίας.

Η επιστροφή του χαιρετίστηκε με μεγαλοστομία «από μια ορισμένη μερίδα του πολυκέφαλου ‘‘αριστερισμού”, γιορτάστηκε σαν την είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα […] κι η τόσο καλόβολη αυτή μορφή […] στράφηκε προς το μεγάλο κοινό μ’ ένα καλόβολο χαμόγελο, όμως χαμόγελο λίγο θλιμμένο, λίγο μελαγχολικό, σα να ήθελε να αποσκεπάσει μέσα του ένα προσωπικό δράμα».

Στη μεγάλη Εισαγωγή που προτάσσει ο συγγραφέας στο έργο δίνει πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Χατζή, για την εξορία του μετά το 1949 στις χώρες του Ανατολικού μπλοκ, τη διαμονή του στο Βουκουρέστι, στο Βελιγράδι, τις εκπομπές του στο ραδιόφωνο, τα σχόλια που έκανε στα δελτία ειδήσεων που έρχονταν από την Αθήνα. Παράλληλα έγραφε το δικό του έργο και ζούσε σαν ερημίτης. Αργότερα εργάστηκε στο πανεπιστήμιο, στο Σπουδαστήριο Ελληνικής Φιλολογίας, όπου δίδαξε αττική γραμματική, μεσαιωνική και νέα ελληνική φιλολογία και επιμελήθηκε βιβλία Ελλήνων λογοτεχνών που μεταφράστηκαν στα ουγγρικά. Ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος τον παρότρυνε να καταγράψει την προσωπική του ιστορία αλλά εκείνος δεν ήθελε. Το 1971 μπορούσε να διδάξει στο Παρίσι αλλά γραφειοκρατικά προβλήματα τον εμπόδισαν, είχε αλληλογραφία με τον Φίλιππο Ηλιού, εργάστηκε εναντίον της χούντας, συνεργάστηκε με τον γλύπτη Μέμο Μακρή στη Βουδαπέστη και στον Σύλλογο Επιστημόνων στη Δυτική Ευρώπη δίδαξε Ερωτόκριτο. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1974. Η επιστροφή του χαιρετίστηκε με μεγαλοστομία «από μια ορισμένη μερίδα του πολυκέφαλου ‘‘αριστερισμού”, γιορτάστηκε σαν την είσοδο του Ιησού στα Ιεροσόλυμα […] κι η τόσο καλόβολη αυτή μορφή […] στράφηκε προς το μεγάλο κοινό μ’ ένα καλόβολο χαμόγελο, όμως χαμόγελο λίγο θλιμμένο, λίγο μελαγχολικό, σα να ήθελε να αποσκεπάσει μέσα του ένα προσωπικό δράμα» γράφει μεταξύ άλλων ο Ανδρέας Καραντώνης. Τον Νοέμβριο του 1975 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας ως επισκέπτης καθηγητής.

Τις απόψεις του για τη νεοελληνική παράδοση ο Χατζής τις εξέθεσε στο λογοτεχνικό αλλά και στο εξωλογοτεχνικό του έργο. Με έμφαση υποστηρίζει ότι η νέα ελληνική οντότητα είναι διακριτέα από την αρχαία και κυρίως από τη βυζαντινή, η οποία αποτελεί τον ελληνικό Μεσαίωνα που συνεχίζεται και μετά το 1453. Όλες τις εκφάνσεις του ελληνισμού τις εξετάζει από την άποψη του πόσο συνέβαλαν στη δημιουργία της νεοελληνικής, αναγεννησιακής παράδοσης. Τάσσεται υπέρ της ολοκλήρωσης υπό το πρίσμα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας απέβλεπε σε μια σοσιαλιστική Ελλάδα αλλά μακράν του παλαιότερου κομμουνισμού, χωρίς όμως να απομακρύνεται και από την έννοια του αντικαπιταλισμού.
Χέρο Χόρκβεντα: «Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Φωτεινό παράδειγμα για τον Χατζή υπήρξε πάντα η Ευρώπη του Διαφωτισμού. Κάνει σχόλια πάνω στην αναμόρφωση της Ελλάδας. Η λογοτεχνία πρέπει να ασχολείται με τον σημερινό άνθρωπο, αλλά ο λογοτέχνης πρέπει να είναι ανοιχτός σε ό,τι συμβαίνει και στον έξω κόσμο. Ο ίδιος έγραφε για τη νεοελληνική παράδοση και ιδεολογία, μέσα από τη μαρξιστική κοσμοθεωρία και, φυσικά, αποκλίνει από τις τάσεις της γενιάς του τριάντα. Στο έργο του είναι φανερή η αριστερή του ιδεολογία, αλλά χωρίς να περιορίζεται από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Έργα στα οποία δεν φαινόταν ο πολιτικός, κοινωνικός μετασχηματισμός δεν τον ενδιέφεραν. Δεν τον ενδιέφεραν επίσης οι μοντέρνες πεζογραφικές μορφές, ο υπαρξισμός, ό,τι κι αν σήμαινε αυτός. Προσπαθούσε εν ολίγοις η πεζογραφία να μη διακρίνεται από ακοινωνικές τάσεις που επεσήμαινε στη σύγχρονη πεζογραφία, όπου υπάγεται και ο υπαρξισμός.

Ο Χατζής μπορεί να σχηματοποιεί ή να απλοποιεί τη νεοελληνική παράδοση και κοινωνία από τον δωδέκατο αιώνα που την παρακολουθεί μέχρι το 1980, λέει ο καθηγητής Χέρο Χόκβερντα, ωστόσο, παρακολουθώντας τις εξελίξεις στον κόσμο και θεωρώντας την ελληνική πραγματικότητα επιφαινόμενο της παγκόσμιας, παρά τις αντίθετες απόψεις του με τη Δύση, τις λαϊκίστικες απόψεις και νοσταλγικές τάσεις, η θέση του στη λογοτεχνία είναι ξεχωριστή. Και παρά την αντικαπιταλιστική του θέση και το σοσιαλιστικό του όραμα, τάσσεται υπέρ της Δύσης του Ουμανισμού, του Διαφωτισμού και της Αναγέννησης και, τέλος, παρά την όποια κρίση, ελπίζει σε μια Ελλάδα που μπορεί να πετύχει κάτι καλύτερο.

Τελικώς στο βιβλίο του Χόκβερντα, ο αναγνώστης θα βρει το έργο του Χατζή πλασμένο και διαμορφωμένο μέσα στα πολιτικά συμφραζόμενα της διεθνούς πολιτικής σκηνής, οπότε η περιδιάβαση στο έργο είναι και περιδιάβαση στην πολιτική της Ευρώπης και της Ελλάδας της εποχής του.

 

Μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος
Νεοελληνική παράδοση και ιδεολογία στο έργο του Δημήτρη Χατζή
Χέρο Χόκβερντα
Καλλιγράφος
676 σελ.
ISBN 978-960-9568-45-6
Τιμή: €26,50

001 patakis eshop

 

Εμφανίσεις: 440

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr