A+ A A-

ΜΑΛΑΜΑΤΕΝΙΟΣ ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΝΤΙΣΕΝΙΟ ΧΤΕΝΙ

της Ελένης Σαραντίτη

«Μεγάλωσα με παραμύθια και τραγούδια. Από τα παραμύθια προτιμούσα τους αρχαιοελληνικούς μύθους και από τα τραγούδια τα δημοτικά. Και τα δυο είχαν την αμεσότητα που με κέρδιζε, τότε ακόμα δεν ήξερα γιατί. Αργότερα κατάλαβα πόσο φιλοσοφημένη ερμηνεία του κόσμου και της ανθρώπινης φύσης αποτελούσαν…» προλογίζει η συγγραφέας, μεταφράστρια και θεατρολόγος Μαρία Παπαλέξη. Και η Βαλεντίνα Παπαδημητράκη, ερμηνεύτρια, επιμελήτρια και σκηνοθέτρια του παρόντος έργου, καθώς και άλλων, η οποία δημιούργησε και το «Θέατρο του παπουτσιού πάνω στο δέντρο», εξομολογείται: «Αφέθηκα στα νήματα να με παρασύρουν… τραγούδια του αργαλειού, παραλογές, αρχαιοελληνικοί μύθοι, λαϊκά παραμύθια… Ξεχώρισα την παραλογή “Της νύφης που κακοτύχησε”, που σαν στημόνι, αποτελεί τον κρυφό καμβά της παράστασης».

Στα Δημοτικά τραγούδια του Νικολάου Πολίτη συναντάμε (σελ. 145) το υπέροχο «Της νύφης που κακοτύχησε». Ελάχιστα μόνον σπαράγματα, για να το θυμηθούμε:

Η κυρα-Ρήνη του Κριτού, του Δούκα η θυγατέρα,

χρόνους τής γράφουν τα προικιά, χρόνους τα πανωπροίκια,

και τα κρυφά της μάνας της λογαριασμούς δεν έχουν.

Της δίνει κι ο πατέρας της καράβι αρματωμένο,

της δίνουν και τ’ αδέρφια της αμάξι φορτωμένο. […]

Μα ήρθε ο καιρός ο δίσεχτος, χρονιά κατακαημένη,

πήραν τα χρέγια τα προικιά, πήρε τα πλούτη η αρρώστια,

και μπήκε ο άντρα πιστικός κι η νύφη ξενοϋφαίνει…

Κρατώ στα χέρια μου ένα βιβλιαράκι-κομψοτέχνημα και το χαίρομαι όπως είχα χαρεί και το προηγούμενο, Ήθελα να σ’ αντάμωνα, και όπως, εύχομαι, θα απολαμβάνω κάθε καινούργιο έργο της ευφάνταστης και δημιουργικής ομάδας.

Είν’ εδώ, λοιπόν, στις φωτογραφίες μια όμορφη νέα γυναίκα, η Ρηνιώ. Βαστά ένα μωρό στην αγκαλιά της. Το νανουρίζει, «Νάνι το μωρό μου, νάνι, να του πλύνω το φουστάνι». Το πρόσωπό της, καθώς κοιτά το βρέφος της, είναι σαν εικόνισμα. Έπειτα του μιλά: «…δε φεύγω, μη φοβάσαι, θα κάνω παρέα στα όνειρά σου. Να, θα πιάσω να υφάνω το χαλάκι σου, να κάθεσαι να παίζεις όταν μεγαλώσεις». Και υφαίνοντας και γλυκομιλώντας αρχίζει τα παραμύθια… «που μπορεί να ’ναι αλήθεια». Μια φορά κι έναν καιρό, ήρθε στον κόσμο ένα παιδάκι. Κοριτσάκι. Την τρίτη νύχτα από τη γέννησή του, όπως γίνεται παντού στον κόσμο γιατί έτσι έχει οριστεί, το επισκέφθηκαν οι τρεις Μοίρες. Αυτές, απ’ αιώνος, ρυθμίζουν το πεπρωμένο του καθενός. Πατούν αθόρυβα, μιλούν ψιθυριστά και φεύγουν σαν σκιές ή σαν αέρας. Γυρνούν στην κατοικία τους που είναι στην ερημιά, στα ψηλά, απρόσιτα βουνά. Στάθηκαν κι οι τρεις πάνω από το λίκνο του νεογέννητου. Η μεγαλύτερη από τις τρεις, η Κλωθώ, που κρατά ρόκα και γνέθει (κλώθει) το νήμα της ζωής, κοίταξε το μικράκι και δήλωσε: «Αυτό το κορίτσι θα έχει μυαλό που πατά στη γη και φαντασία που αγγίζει τον ουρανό. Θα μάθει την τέχνη του αργαλειού και θα υφαίνει τόσο όμορφα, όσο η Άνοιξη όταν στρώνει το χώμα λουλούδια». Έπειτα μίλησε η μικρότερη, η Άτροπος (Αναπότρεπτη), αυτή που κρατά ψαλίδι για το νήμα και, όπως ήταν λιγόλογη, «Θα ζήσει πολλά χρόνια» είπε ξερά. Η μεσαία, η Λάχεση, που ορίζει τα της ζωής, αυτή με το αδράχτι, μίλησε για τη μεγάλη ευτυχία που το παιδί θα απολαύσει και για την ομορφιά και τη χάρη της. Πρόσθεσε, όμως, ότι ο πλούσιος νέος που θα αγαπήσει και θα παντρευτεί, θα καταντήσει σχεδόν πένητας. Αυτά είχαν να πουν κι ύστερα τις κατάπιε η νύχτα. Στην κούνια του μωρού είχε μπλεχτεί ένα χνούδι από το νήμα της Κλωθώς. Καλό σημάδι… Και όπως είχε αποφασιστεί, έτσι κι έγινε. Μεγάλωνε μες στη χαρά και λουλούδιαζε η Ρηνούλα. Κι έμαθε, χάρη στη σπουδαία γιαγιά της, την τέχνη του αργαλειού. Κάθονταν, ύφαιναν και τραγουδούσαν κιόλας: «Μαλαματένιος αργαλειός και φιλντισένιο χτένι/ κι ένα κορμί αγγελικό κάθεται και υφαίνει./ Μεταξωτό είναι το πανί κι ολόχρυσο το υφάδι…» Στιγμές αγάπης, θεϊκές στιγμές.

Την όμορφη Ρηνούλα την ερωτεύθηκε «ένας πραματευτής τρανός, όμορφος και δυνατός» και ζήτησε να την παντρευτεί, μια και η γλυκιά υφάντρα του είχε ήδη δώσει την καρδιά της. Την είχαν ξεσηκώσει και τα λόγια του, «Πάρε, Ρηνιώ, τη ρόκα σου κι έβγα στο φράχτη φράχτη/ βάσανα που τα ’χει η αγάπη». Εκεί στα ξένα στην αρχή ευημερούσαν κι απολάμβαναν αγάπη και πλούτη, αλλά «για να ανατραπεί η ανθρώπινη τύχη χρειάζεται τόσος χρόνος όσο διαρκεί το πέταγμα της μύγας από το ένα σημείο στο άλλο» είχε εκφρασθεί ο Σιμωνίδης ο Κείος (556- 468 π.Χ.) σε ένα από τα θρηνητικά ποιήματά του. Να την τώρα τη Ρηνούλα να χτυπά την πόρτα του πατρικού της, «πάρτε με στη δούλεψή σας, είμαι ικανή υφάντρα» ικέτεψε τη μάνα που δεν την είχε αναγνωρίσει. Μα εκείνο το χνουδάκι που είχε μείνει από το νήμα της Κλωθώς χάιδεψε τα μαλλιά του άντρα της, και «Επιστρέφει» ψιθύρισε. Χαρές μεγάλες και δάκρυα ανακούφισης. Και «Μαλαματένιος αργαλειός και φιλντισένιο χτένι/ να ’χετε την αγάπη μας μαζί σας να πηγαίνει!» τελειώνει το παραμύθι της η νεαρή μητέρα. Στην παραλογή «Η νύφη που κακοτύχησε», η μάνα διατάζει όταν αναγνωρίζει την κόρη της: «Αλλάχτε τη, στολίστε τη την πρώτη τη στολή της/ και να βαρέσουν τα όργανα και τα γλυκά παιχνίδια».

Το μουσικό παραμύθι Μαλαματένιος αργαλειός και φιλντισένιο χτένι είναι, όπως επιγράφεται στο εξώφυλλο, «από κλωστή». Κλωστή όμως μεταξένια και πολύτιμη μια και με το έργο τους, όλοι οι συντελεστές, με τον πιο γλυκό και πρόσχαρο τρόπο προσφέρουν στα παιδιά αγωγή ψυχής και προτάσεις ήθους και αντοχής.

Και για να θυμηθούμε, ο αργαλειός είναι αρχαιότατο εργαλείο, γνωστό και πριν από την εποχή του Ομήρου. Προστάτιδα της υφαντικής ήταν η Αθηνά η Εργάνη. Πολλά δημοτικά τραγούδια έχουν ως θέμα τους τον αργαλειό. Από ευρήματα δε στις αιγυπτιακές πυραμίδες φαίνεται η ικανότητα των Αιγυπτίων στην κατασκευή λεπτών και στέρεων υφασμάτων, παρόμοιων με τις σημερινές μουσελίνες. Οι Βαβυλώνιοι ύφαιναν βελούδινα υφάσματα και ας μην ξεχνάμε πως στην αρχαία Κρήτη γινόταν χρήση πολύχρωμων υφασμάτων.

Ηλικία: Πρώτες τάξεις του δημοτικού.

diastixo.gr Μαλαματένιος αργαλειός και φιλντισένιο χτένι Ένα μουσικό παραμύθι από κλωστή… Μαρία Παπαλέξη Κέδρος 72 σελ. Τιμή € 14,00 Σκηνοθεσία, Μουσική επιμέλεια, Ερμηνεία: Βαλεντίνα Παπαδημητράκη.  Φωτογραφίες: Στέλιος Τσίκας, Κατερίνα Αρβανίτη, Γιοχάννα Βέμπερ κ.ά.  Σκηνικά και κοστούμια: Νάντια Μολλέ.  Παραγωγή: Θέατρο του παπουτσιού πάνω στο δέντρο.  CD με μουσική και τραγούδια από την παράσταση.Μαλαματένιος αργαλειός και φιλντισένιο χτένι
Ένα μουσικό παραμύθι από κλωστή…
Μαρία Παπαλέξη
Κέδρος
72 σελ.
Τιμή € 14,00
Σκηνοθεσία, Μουσική επιμέλεια, Ερμηνεία: Βαλεντίνα Παπαδημητράκη.
Φωτογραφίες: Στέλιος Τσίκας, Κατερίνα Αρβανίτη, Γιοχάννα Βέμπερ κ.ά.
Σκηνικά και κοστούμια: Έμμα Μολλέ.
Παραγωγή: Θέατρο του παπουτσιού πάνω στο δέντρο.
CD με μουσική και τραγούδια από την παράσταση.

 

Εμφανίσεις: 2384

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ Ι. ΣΥΚΟΥΤΡΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ (1922-1924)

του Θάνου Φωσκαρίνη

Θαυμάζουμε τον Συκουτρή από τις μεταφράσεις και τις μελέτες του για την αρχαία ελληνική γραμματεία. Ένας λαμπρός φιλόλογος, που η τύχη δεν του επέτρεψε να έχει την εξέλιξη που προέβλεπαν οι συγκαιρινοί του. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για τον χαρακτήρα, τη ζωή, τα βιώματά του που τον οδήγησαν τελικά στην αυτοκτονία. Η έκδοση της αλληλογραφίας του με την Όλγα Κομνηνού-Κακριδή ανήκουν στην περίοδο 1922-1924, όταν ο Συκουτρής δίδασκε ως καθηγητής φιλόλογος στο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας και η παραλήπτρια ήταν η φίλη-συνδεσμος με τους φοιτητές της παρέας του – την κλίκα, όπως την αποκαλούσε. Πρόκειται για 15 επιστολές που βρέθηκαν στα κατάλοιπά της και ο γιος της Φάνης Ι. Κακριδής επιμελήθηκε την έκδοσή τους με εισαγωγικό κείμενο, σημειώσεις και επιμέρους πληροφορίες. Μέσα απ’ αυτές τις επιστολές, γραμμένες όλες τους σε άψογη καθαρεύουσα, αναδύεται η προσωπικότητά του που είναι αυτή ενός ανθρώπου σε θέση μάχης. Και πώς αλλιώς, άλλωστε, εφόσον έχουμε να κάνουμε με μια ιστορική περίοδο κρίσιμων γεγονότων για τον ελληνισμό, την υπόθεση της Μικρασίας, την πολιτική αστάθεια στον ελλαδικό χώρο, τον αναβρασμό που υπήρχε στην αγγλοκρατούμενη τότε Κύπρο.

Ο Συκουτρής, που υπογράφει στις επιστολές με το ψευδώνυμο Αντιφών, τα βάζει με όλους και δεν διστάζει να τα βάλει και με τον εαυτό του. Αυτοκατηγορείται για ψυχρότητα και αναισθησία, αυτοχαρακτηρίζεται μισόκοσμος, υπερβολικός, κακός και καχύποπτος. Είναι αλήθεια όμως ότι αγωνίζεται να επιβιώσει εν μέσω ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουν την αξία του, η δε κατάσταση στο Ιεροδιδασκαλείο δεν είναι καθόλου ευχάριστη. Αναγνωρίζει ότι «οι μαθηταί, πρωχοί οι περισσότεροι, είναι πολύ φρόνιμοι και ευπειθείς: έχουν όρεξιν πολλήν να μάθουν και επιθυμίαν να γνωρίσουν πολλά, τα οποία ημιγιγνώσκοντες φαντάζονται υπερθαυμαστά και υπέρλαμπρα […] Δυστυχώς ως επί το πολύ δεν είναι παρά όρεξις μόνον. Όχι ότι απαισιοδοξώ, αλλά επί του παρόντος δεν μένω ευχαριστημένος. Και τούτο διότι δεν εργάζονται και ως εκ της φυγοπονίας και ραθυμίας όλων εδώ των Κυπρίων, όπως παρετήρησα, και διότι δεν εσυνήθισαν να εργάζονται ή μάλλον τους εσυνήθισαν να μη εργάζονται, διότι ποτέ δεν τους εζήτησαν να εντείνουν τας δυνάμεις των». (σελ. 52)

Η επιφυλακτικότητά του είναι εμφανής σε πολλά σημεία, κυρίως στα πρώτα γράμματα, όπου φαίνεται ότι θέλει να κρατά τις αποστάσεις και τους τύπους. Ο πολύς συγχρωτισμός δεν τον ενθουσιάζει, για να υποχωρήσει βαθμιαία όταν πετυχαίνει να κερδίσει τους μαθητές του. Αλλά δεν είναι μόνον οι μαθητές, είναι και οι συνάδελφοι και οι τοπικοί παράγοντες που ασκούν την επιρροή τους, όχι πάντα ευεργετική. Το γεγονός αποσπά όλη την προσοχή του και συνάμα τον εμποδίζει να ασχολείται με τα ενδιαφέροντά του: την αρχαιολογία, την επιγραφική, τη γλωσσολογία.

Ο αναγνώστης των επιστολών του Συκουτρή αρχικά αιφνιδιάζεται με την καθαρεύουσα που χρησιμοποιεί, η οποία εκείνη την εποχή ήταν επιβεβλημένη σε γραπτό και προφορικό λόγο για τους φιλολόγους καθηγητές (σε ορισμένα σημεία παρουσιάζονται νεολογισμοί, π.χ. συνδέσποτος – σελ. 128, δασκάλωμα – σελ. 145, Επέρασα φίλοι μου αθλιοχώρια – σελ. 151 ή γράφει Λευκοσία αντί Λευκωσία, επ’ ίσης αντί επίσης κ.λπ.), αλλά στη συνέχεια εξοικειώνεται και αφήνεται στον εξομολογητικό τόνο του αποστολέα. Εισχωρεί έτσι στην ατμόσφαιρα της δασκαλικής κοινότητας της Μεγαλονήσου και στην ψυχολογία του ευαίσθητου επιστήμονα που αναζητά την κατανόηση από τους φίλους και την προσοχή, τη μελέτη και την υπευθυνότητα από τους διδασκόμενους. Το μάθημα για τον ίδιο δεν είναι απλώς μια παράδοση διδακτέας ύλης, αλλά διαρκής προετοιμασία, γι’ αυτό και ζητά από την παραλήπτρια να του στείλει βιβλία από την Ελλάδα, ώστε να «παρασκευασθεί» σωστά. Γενικά τον απασχολεί η σκέψη και η συμπεριφορά των μαθητών του. «Περισσότερον θα ωφεληθούν από το παράδειγμα της ζωής μου, παρά αν τους παρουσιασθώ με σοβαρολογίας και ηθικολογίας. Έπειτα, το ζήτημα είναι να κερδίσω την εμπιστοσύνην των ως νέος και όχι ως καθηγητής. Από τον καθηγητήν περιμένουν βέβαια ηθικολογίας και σοβαρότητα αλλ’ από τον νέον όταν ιδούν σοβαρότητα τους κάμνει εντύπωσιν.» (σελ. 74)

Ο Συκουτρής εξομολογούμενος καταθέτει εδώ την ψυχολογία κάθε καθηγητή, η οποία δεν έχει αλλάξει έκτοτε. Η ωραία φροντισμένη έκδοση συνοδεύεται από φωτογραφίες εποχής με συναδέλφους του Συκουτρή, καθώς και φωτογραφίες περιοχών της Κύπρου από τις καρτ ποστάλ της αλληλογραφίας του.

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ Ι. ΣΥΚΟΥΤΡΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ (1922-1924) επιμέλεια: Φάνης Ι. Κακριδής Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης diastixo.gr Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή από την Κύπρο (1922-1924)
επιμέλεια: Φάνης Ι. Κακριδής
Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
227 σελ.
Τιμή € 18,34

 

Εμφανίσεις: 1529

O XΑΡΤΗΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

της Χλόης Κουτσουμπέλη

Η αφήγηση, αυτή η μαγική τελετουργία γύρω από τη φωτιά, αφήγηση μύθου ή παραμυθιού, ο Αίσωπος, ο Όμηρος, ο Βοκκάκιος, ο Βαρόνος Μινχάουζεν, η Σεχραζάντ, παντού και πάντα στους αιώνες του ανθρώπινου πολιτισμού ένας άνθρωπος αφηγείται ένα παραμύθι, αυτό είναι η παραμυθία, η παρηγοριά μας δηλαδή απέναντι στο κενό του θανάτου, στο απρόβλεπτο της ζωής, στην ημερομηνία λήξης. Ο αφηγητής είναι ο μάγος της φυλής. Γιατί με οδηγό αυτόν ζούμε πολλές ζωές στη διάρκεια της δικής μας, γνωρίζουμε άλλους τόπους, άλλους ανθρώπους, άλλες εποχές. Όσο πιο καλός ο αφηγητής, τόσο πιο πολύ μας δένουν τα μάγια του. Η Κατερίνα Καριζώνη είναι αφηγήτρια και μάγισσα.
Γιατί κατέχει άριστα τους κανόνες της τέχνης της αφήγησης. Γιατί είναι ποιήτρια και αυτό της δίνει μία εξαιρετική αίσθηση της γλώσσας και του ρυθμού και κεντάει με αριστοτεχνικό τρόπο την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία κινούνται οι ήρωές της. Κάποια μυθιστορήματά της σκεπάζονται από ομίχλη και ψάχνεις μέσα τους τα γράμματα, άλλα ξετυλίγονται σε πόλεις γοητευτικές, όπως η Αλεξάνδρεια και η Θεσσαλονίκη, άλλα μαυροντυμένα περιέχουν μία ιστορία εκδίκησης και βεντέτας στην ασκητική Μάνη. Νιώθεις έντονα τις γεύσεις, τις μυρωδιές, βλέπεις τα χρώματα, είτε πρόκειται για μια ερωτική ιστορία, είτε για ένα τσάι με τον Καβάφη, είτε για μία ιστορία βαλς φόνου και μυστηρίου – η Κατερίνα Καριζώνη κατέχει όλες τις αρχέγονες τεχνικές μίας ιεροτελεστίας.
Από την άλλη πλευρά όμως η Καριζώνη ερευνά, διαβάζει, ψάχνει. Ανήκει στις μυθιστοριογράφους που πιστεύουν στη σκληρή δουλειά. Έτσι, τα μυθιστορήματά της είναι άψογα και συνεπή χωρίς ανακολουθίες και χάσματα, πλήρως ενταγμένα στην εποχή όπου διαδραματίζονται και την οποία ξαναπλάθει μαγικά. Συνθέτει χίλιες μικρές λεπτομέρειες των οποίων η περιγραφή φαίνεται αβίαστη, αλλά που για τον εντοπισμό τους έχει προηγηθεί σκληρή δουλειά και μελέτη.
Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το τελευταίο της βιβλίο, το Χάρτη των ονείρων. Υπάρχει μέσα σ’ αυτό η περιγραφή της κουζίνας ενός αρχοντικού στην Πάρο τον δέκατο έκτο αιώνα. Γράφει η Κατερίνα Καριζώνη: «Η κουζίνα των Ραγούσηδων ήταν ένας τεράστιος χώρος στο ισόγειο του σπιτιού, όπου βρίσκονταν ο φούρνος και το μαγειρείο. Γύρω γύρω υπήρχαν μακρόστενοι πάγκοι και ράφια γεμάτα πήλινα σκεύη, τσίγκινα ταψιά, τεντζερέδες, κόσκινα, λεκάνες και πιάτα από λευκή πορσελάνη. Στη μέση ένα μακρύ τραπέζι με τα σύνεργα και τα υλικά της μαγειρικής. Σύννεφα αλεύρι σηκώνονταν κάθε τόσο στον αέρα και ξανακάθονταν στα ασπρόμαυρα πλακάκια του πατώματος». Σ’ αυτό το απόσπασμα είναι φανερό πόσο πειστικά πλάθει η συγγραφέας την εικόνα, πώς μας μεταφέρει ξαφνικά σ’ αυτή την κουζίνα και πόση μελέτη προϋποθέτει αυτή η τόσο ακριβής περιγραφή. Και, τέλος, πόση ποίηση κρύβουν αυτά τα σύννεφα αλεύρι που ξανακάθονται στα ασπρόμαυρα πλακάκια του πατώματος.
Ένα άλλο γενικό χαρακτηριστικό σε όλα της τα μυθιστορήματα είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί, που και αυτή είναι προϊόν μελέτης και σκληρής δουλειάς. Χρησιμοποιεί λοιπόν πάντα τους ιδιωματισμούς, τη διάλεκτο και την ιδιόλεκτο της εποχής, της περιοχής, του χώρου και του χρόνου και συνήθως υπάρχει επεξηγηματικό γλωσσάριο στα βιβλία της.
Η Κατερίνα Καριζώνη διαθέτει δύο πολύ μεγάλα προσόντα. Πρώτον, είναι ποιήτρια και αυτό κατακλύζει πάντα τα μυθιστορήματά της, ξέρει να δίνει την κατάλληλη πινελιά και να μας απογειώνει. Δεύτερον, είναι από τις πιο αφοσιωμένες εργάτριες της τέχνης την οποία υπηρετεί. «Όταν γράφω ένα μυθιστόρημα», λέει η ίδια, «εξαφανίζομαι από τον κόσμο, είμαι μέσα σ’ αυτό και δεν μπορώ να βγω». Ίσως λοιπόν αυτή να είναι και η συνταγή επιτυχίας της.
Σ’ αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο, ο χάρτης των ονείρων, ο χάρτης της ουτοπίας, ο ού τόπος, όπως αναφέρει και η ίδια, είναι ο χάρτης της ζωής μας, εκεί που σχεδιάζουμε όλα τα ανέφικτα όνειρά μας, είναι μία υγρή διαδρομή, ένας πλους προς την εκπλήρωση.
Η Κατερίνα επιλέγει να μας ταξιδέψει στον κόσμο του δέκατου έκτου αιώνα. Είναι μία γοητευτική εποχή γιατί, όπως και στη δική μας εποχή, κάτι τελειώνει και κάτι αρχίζει. Οι Βενετοί που ως τότε κυριαρχούσαν στο Αρχιπέλαγος αρχίζουν σιγά σιγά να χάνουν τη δύναμή τους και να παρακμάζουν, οι μέρες της δόξας της Βενετίας έχουν περάσει. Πειρατές λεηλατούν τις θάλασσες, οι περισσότεροι χάρτες έχουν λατινικά ονόματα. Οι Οθωμανοί με τη βοήθεια του Μπαρμπαρόσα αρχίζουν να κυριαρχούν στο Αιγαίο, ο Μαγγελάνος κάνει τον περίπλου του κόσμου, το εμπόριο αλλάζει ρότες και οι νέες χώρες γίνονται το επίκεντρο του ενδιαφέροντος.
Χώρος όπου εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα είναι η Πάρος με τις Βενετσιάνες κόμισσες, τους δούκες του Αιγαίου, τους ξανθούς ιππότες αλλά και τους φτωχούς ψαράδες. Οι δύο κύριοι ήρωες είναι ο Νικόλας Μοστράτος, γιος φτωχού ψαρά που σχεδιάζει χάρτες, περιπλανιέται με το σαπιοκάραβο του πατέρα του στο Αιγαίο και στη συνέχεια σημειώνει τις ακτές, τα νησιά, τις βραχονησίδες, τους κόλπους, τα λιμάνια, τους βυθούς, πλάνης ταξιδευτής στη σοφία της ζωής, θα φτάσει μέχρι τη Βενετία της Αναγέννησης και η μοίρα θα του παίξει περίεργα παιχνίδια.
Από την άλλη πλευρά έχουμε την αρχοντοπούλα Ευγενία Ραγούση, από αριστοκρατική πλούσια οικογένεια του νησιού, που αρχικά πρόκειται να παντρευτεί έναν κόμη. Τον Νικόλα και την Ευγενία χωρίζει όλο το ρήγμα ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις της εποχής. Τη μέρα του γάμου της, η Πάρος πέφτει στα χέρια των Οθωμανών και του Μπαρμπαρόσα, και η γοητευτική περιπέτεια συνεχίζεται.
Από τις γνωστές και άγνωστες μορφές της Ιστορίας που περνούν μέσα από το βιβλίο είναι και ο Μπαρμπαρόσα, σουλτάνος στο Αλγέρι, ναύαρχος του Οθωμανικού στόλου που καταλαμβάνει ένα ένα τα νησιά και την Πάρο. Στο βιβλίο αυτό τον συναντάμε στα εβδομήντα του χρόνια, μάχιμο και ετοιμοπόλεμο.
Ανάμεσα στην αφήγηση, όπως γίνεται και με τα χορικά στις αρχαίες τραγωδίες, παρατίθενται ποιητικά κείμενα είτε υπό τη μορφή ονείρων, όπως το προφητικό όνειρο που βλέπει ο Νικόλας για την Ευγενία και που αποτελεί προοικονομία γι’ αυτό που πρόκειται να συμβεί, ή το περιστατικό με τον νεκρό πατέρα που έρχεται για να ανάψει τον φάρο. Αυτή η μεταξωτή περιοχή που πλάθει η Κατερίνα ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό είναι ένα ακόμα από τα πολύ γοητευτικά χαρακτηριστικά της αραχνοΰφαντης και αλαφροΐσκιωτης γραφής της.
Δεν θέλω να μιλήσω άλλο για το μυθιστόρημα. Δεν θέλω να σας πω για την αιφνιδιαστική έκπληξη του τέλους, ούτε για τον ρυθμό της αναπνοής που επιτυγχάνει η συγγραφέας στη διήγησή της. Ας μας οδηγήσει μόνος του ο χάρτης των ονείρων στη χώρα της Κατερίνας Καριζώνη.

 

Ο χάρτης των ονείρων Κατερίνα Καριζώνη Καστανιώτης diastixo.grΟ χάρτης των ονείρων
Κατερίνα Καριζώνη
Καστανιώτης
183 σελ.
Τιμή € 10,65

 

Εμφανίσεις: 1400

ΦΩΝΕΣ

της Ανθούλας Δανιήλ

Η τέταρτη ποιητική συλλογή του Βασίλη Ρούβαλη, Φωνές, απαρτίζεται από τέσσερις «λόγους» και τρία «ιντερμέδια», «πρόλογο» και «επίλογο», και ακολουθούν τα «παροράματα» με τρία συνοδευτικά κείμενα. Ο ποιητής μάς πληροφορεί ότι ακολουθεί τη δομή του κρητικού θεάτρου, άττο και ιντερμέδιο, πράξη και διάλειμμα, επεισόδιο και χορικό, ας πούμε, σύμφωνα με την ελληνική τραγωδία.

Τίτλος της συλλογής, λοιπόν, Φωνές. Το θέμα είναι, τίνος οι φωνές; Ποιος μιλάει; Στον πρόλογο ο Χάροντας και στον επίλογο ο Έρωτας, μας λέει ο ποιητής. Ο πρώτος συνοψίζει σε λίγες προτάσεις το μάταιο της δόξας, του πλούτου, της διασημότητας. Ο δεύτερος όμως σαν να ανατρέπει αυτή τη ιδέα, δίνει στον Έρωτα το λόγο, για να μιλήσει για την «έκταση του κόσμου» και για την αιώνια «μουσική των σφαιρών». Σαν να λέμε πως το μικρό εξαφανίζεται στο μέγα, αλλά το μέγα επιβιώνει αφομοιώνοντας το μικρό. Να μισοκρύβεται εδώ «Αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας» του Οδυσσέα Ελύτη;

Και πάμε στους «Λόγους». Σε δεύτερο πρόσωπο, άγνωστο ποιο, απευθύνει το λόγο του ο ποιητής. Και ο «Λόγος» αυτός, όπως και οι τέσσερις, βεβαίως, συντίθενται από ένα μωσαϊκό πραγμάτων και ιδεών, συναισθημάτων και εντυπώσεων, ένα σύνολο εικόνων και αισθήσεων, γεγονότων και μύθων, που η κυριαρχική αίσθηση της μνήμης έχει αποταμιεύσει, για να αξιοποιήσει τώρα και να αναδείξει τα πράγματα ή καλύτερα να υπενθυμίζει ποια έχουν τη μεγαλύτερη, ή είναι η μεγαλύτερη, αξία.

Αξίες λοιπόν: το μητρικό γάλα, το χάδι, το φιλί, η αραβική θηλιά στον αλογίσιο λαιμό, το νερό από το ίδιο ποτήρι, μια τσαλακωμένη φωτογραφία, ένας φόβος παιδικός, ένα μπαντονεόν, το φως, η μυρωδιά του χώματος, η γλώσσα, τα παιδιά, τα δέντρα. Αυτά είναι μερικά από τα πολύτιμα ενθυμήματα. Πράγματα πανάκριβα της ψυχής που καμιά αξία δεν έχουν στο χρηματιστήριο αξιών των κοινών θνητών.

Στα ιντερμέδια, ο ποιητής κατά μέτωπον στον αναγνώστη του, σαν εξομολόγηση, καταθέτει «τις φωνές, τις φωνές, τις φωνές» και ορίζει την αλήθεια που προκύπτει από ό,τι έψαυσε και ό,τι ο νους συνέλαβε:

«ορίζω ξανά την αλήθεια – αυτήν που πίστευα μόνο με τα δάχτυλα

και το νου»

(σεφερική κληρονομιά, θα λέγαμε). Φωνές που χάθηκαν τα ίχνη τους, έμεινε όμως η ουσία τους, φωνές πολλές και ποικίλες. Γιατί οι φωνές δεν βγαίνουν μόνο από ανθρώπων στόματα αλλά και από τα ίδια τα πράγματα, που και αυτά μιλούν και λένε την ιστορία τους ή εκφράζουν στοχασμούς απλούς και σύνθετους και σπουδαίους:

«Οι άγιοι στους τοίχους, έτοιμοι για την αναμέτρηση».

Οι «φωνές» του Ρούβαλη δίνουν την αίσθηση ότι προεκτείνουν τις «αγαπημένες φωνές» του Καβάφη, όμως ο Ρούβαλης δεν ακούει μόνο τις φωνές των ανθρώπων, όπως ο Καβάφης, αλλά και τις φωνές των πραγμάτων, τη φωνή της γης και του σύμπαντος, όπως ο Σικελιανός και ο Ρίτσος. Και αυτά είναι απλά, αλλά πολύτιμα επί της ουσίας υλικά για να συνθέσει την ποίησή του. Το μυστικό σύμπαν που ανακαλούν οι στίχοι του μοιάζει με ανταπόκριση στη δική του αγωνία και επιθυμία, «Η αγωνία ταιριάζει στην επιθυμία», μας βεβαιώνει.

Ο ποιητής κάνει επιλογές, έχει τα δικά του εσωτερικά ερείσματα. Τις δικές του μνήμες. Και οι μνήμες του εξακτινώνονται σε κείμενα και εικόνες από την ελληνική και ξένη δημιουργία. Δεν μπορώ να μη συνδέσω το «μπαντονεόν», το απομακρυνόμενο από τον επόμενο στίχο, «Για ν’ απομακρύνεται η σιωπή», με την καβαφική «τελευταία απόλαυσι τους ήχους, τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου» («Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον») στην Αλεξάνδρεια που φεύγει ή που χάνει ο Αλεξανδρινός ποιητής. Όπως δεν μπορώ να μη συνδέσω το στίχο «ανάμεσα σε κόκαλα» με το στίχο «ανάμεσα στα κόκαλα εδώ» από το ομώνυμο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη, ούτε μπορώ να μην αναγνωρίσω τον «Αυτοτιμωρούμενο» του Σαρλ Μποντλέρ, «είμαι η πληγή και το μαχαίρι!/ το μάγουλο κι ο ραπισμός του!/ η ρόδα και τ’ αποκομμένο χέρι!/ τ’ αθώο θύμα κι ο δήμιός του» (μετάφραση Γ. Σημηριώτη), στο στίχο του Ρούβαλη «Είσαι αγκάθι και δάχτυλο τρυπημένο».

Και φτάνουμε στα «παροράματα», όπου ο ποιητής αξιοποιεί δημιουργικά τα έργα της ύστερης βυζαντινής περιόδου της κρητικής αγιογραφίας (Γεώργιος Κλόντζας, Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Αντώνιος Βασιλάκης), αποκαλύπτοντας τη μυστική, εσωτερική σύνδεση με τις αφετηρίες της έμπνευσής του και τις μυστικές διαδρομές του. Ας λέει ο ποιητής ότι η «Via dellAmore δεν οδηγεί πουθενά», εν αντιθέσει με την «Ville dAvray» του Ελύτη (Δυτικά της Λύπης) με τις «ευρείες λεωφόρους» και τις «ποδηλάτισσες». Και η μία και η άλλη οδηγούν στην ψυχή, στη «νοσταλγία», στο «θαύμα ενός ήλιου βυθισμένου στα σύννεφα», στη «συγκίνηση», στην «ομορφιά απροσδιόριστη» και «τη γενναιοδωρία». Μας αρκεί ο στίχος

«Οι προσόψεις των σπιτιών είναι μάρτυρες της ιστορίας».

Γιατί η ιστορία, όπως και η σύγχρονη πια συνήθεια, απέδειξαν του στίχου το αληθές, τα τεράστια γράμματα στους τοίχους είναι η φωνή κάθε καταπιεζόμενου. Το «χέρι» στο Άξιον Εστί που «με μπογιά θα γράψει * στους μεγάλους τοίχους ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», είναι κι αυτό μια φωνή.

Έχω την αίσθηση ότι ο Ρούβαλης, με αστραπές της μνήμης του εκλεκτικές, επιθυμεί να εντάξει στη συλλογή του τον ελληνικό και παγκόσμιο πολιτισμό, ως στοιχείο αναγνωρίσιμο από τον αναγνώστη αλλά και ως στοιχείο υπαινιγμών μιας εσωτερικότητας πλούσιας με ποικίλες εξακτινώσεις και συμπαραδηλώσεις. Η ματιά του εκκινεί από τα πράγματα, τη φύση, τις εικόνες και τα αισθήματα για να κατευθυνθεί προς τις ιδέες. Από τα αισθητά στα νοητά, ακολουθώντας, νομίζω, την πλατωνική οδό προς τον κόσμο τον ιδανικό. Τον κόσμο της ουτοπίας, που ο ποιητικός λόγος έχει τη δύναμη να πραγματώνει με τα δικά του μέσα. Σ’ αυτόν το λόγο υποφώσκει διακριτικά μια, με την ευρεία έννοια, θρησκευτικότητα, γι’ αυτό και ο βηματισμός της πρότασής του, του δικού του «Λόγου» και της δικής της «φωνής» είναι τελετουργικός, ιεροτελεστικός και, σεμνά, αισιόδοξος:

«Όταν η μνήμη δεν ξεθωριάζει, τα πρόσωπα κοιτάζονται

κι ανάμεσα φωτίζεται η έκταση του

κόσμου· αφουγκράζονται τη μουσική των σφαιρών

έως το τέλος των αιώνων».

Φωνές Βασίλης Ρούβαλης Γαβριηλίδης diastixo.grΦωνές
Βασίλης Ρούβαλης
Γαβριηλίδης
37 σελ.
Τιμή € 7,46

 

Εμφανίσεις: 1330

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr