A+ A A-

ΧΑΡΤΙΝΟ ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΚΙ

της Θεοδώρας Πασαχίδου

«Και τι δουλειά έχουν μικρά παιδιά να μαθαίνουν πώς γίνεται το γυαλί!» αναφωνεί και ενίσταται η θεία Δέσποινα στο πολυδιαβασμένο και ανεπανάληπτο Καπλάνι της βιτρίνας της Άλκης Ζέη. Είναι το ξεκίνημα της σκοταδιστικής δικτατορίας, όταν η γνώση θεωρείται επικίνδυνη για το καθεστώς, όταν καίνε τα βιβλία.

Στον αντίποδα του σκοταδισμού, η Σοφία Ζαραμπούκα –φίλη, άλλωστε, με την Άλκη Ζέη– καταπιάνεται να μάθει στα παιδιά την ιστορία του χαρτιού και της χαρτοποιητικής με το βιβλίο της Χάρτινο το καραβάκι: Η ιστορία του χαρτιού, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αιώρα.

Βασισμένη στην επιστημονική μελέτη Ιστορία του χαρτιού των Μαρίνου Βλέσσα και Μαρίας Μαλακού (Εκδόσεις Αιώρα, 2010), η Ζαραμπούκα αφηγείται με λίγα λόγια και πλούσιες γλαφυρές ζωγραφιές τη μαγική πορεία του χαρτιού στο χώρο και στο χρόνο. Πιάνει το νήμα από την πρώτη εμφάνιση και παραγωγή χειροποίητου χαρτιού στην Κίνα και ξετυλίγει το μίτο της ιστορίας σταματώντας σε πολιτισμούς και χρονολογίες-σταθμούς που συνέβαλαν στην εξέλιξή του.

Από την Κορέα και την Ιαπωνία με τους εξωτικούς πολιτισμούς, στους Άραβες της Βαγδάτης και στη Συρία, το χαρτί ταξιδεύει και εξελίσσεται. Διαδίδεται στην Ισπανία και στην Ιταλία, όπου οι τεχνίτες του Φαμπριάνο προσθέτουν τα υδατόσημα. Στο Μεσαίωνα και στην Αναγέννηση το χαρτί αποκτά νέες χρήσεις και τη σκυτάλη παίρνει η Βενετία και στη συνέχεια η Γερμανία. Το χαρτί συναντά τον Γουτεμβέργιο και την τυπογραφία. Εκατό χρόνια αργότερα, τα καράβια και οι κατακτητές φέρνουν το χαρτί στον Νέο Κόσμο, ενώ στην Ευρώπη εμφανίζονται οι πρώτες μηχανές. Η ιστορία συνεχίζεται...

Λίγα ιστορικά θέματα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν, όχι μόνο στα παιδιά αλλά σε όλους μας, τόση τροφή για σκέψη. Η εξέλιξη του χαρτιού συνδυάζει την Ιστορία με τη Γεωγραφία, μας συστήνει διάσημα ιστορικά πρόσωπα –από τον Κινέζο Τσάι Λουν μέχρι τον Γουτεμβέργιο, τη βασίλισσα Ελισάβετ και τον Μεγάλο Πέτρο, όλοι αποκτούν όψη και φωνή–, αλλά και ανώνυμους πρωταγωνιστές της Ιστορίας όπως οι Άραβες πολεμιστές και γραφιάδες, οι τεχνίτες του Φαμπριάνο, οι Ισπανοί θαλασσοπόροι, οι Ολλανδοί εφευρέτες και οι Γάλλοι επαναστάτες.

Ακονίζει την κριτική σκέψη των παιδιών όταν με τόσο λεπτό τρόπο τούς μιλάει για τον πόλεμο ως γρανάζι της Ιστορίας, για τα πνευματικά έργα και πώς διαδόθηκαν μέχρι τις μέρες μας, για τις εξερευνήσεις σε άγνωστους τόπους και τις πολιτισμικές ανταλλαγές, εντέλει για το πώς μακραίνει, εμπλουτίζεται και διακλαδώνεται κρίκο κρίκο η ιστορική αλυσίδα.

Η χαρά όμως δεν σταματά στην ανάγνωση. Στο τέλος της αφήγησης, η Σοφία Ζαραμπούκα πρόσθεσε ένα μικρό θεατρικό έργο σε έμμετρο στίχο. Τα παιδιά γίνονται ηθοποιοί και αφηγούνται, παίζουν ρόλους και ζουν την ιστορία. Μαθαίνουν πια με μια διαφορετική διαδικασία, αυτή του θεατρικού παιχνιδιού. Παράλληλα δίνεται και η μαγική συνταγή του χαρτιού και οι μικροί αναγνώστες μπορούν να ασχοληθούν με τη δημιουργία χειροποίητου χαρτιού.

Αναγνωρισμένη συγγραφέας και εικονογράφος, η Σοφία Ζαραμπούκα γοητεύτηκε από την ιστορία του χαρτιού και αποφάσισε να τη διηγηθεί στα παιδιά, μέσα από τον δικό της δίαυλο. Της αρέσει να παίρνει μια πραγματική ιστορία και να τη λέει με πιο διασκεδαστικό, πιο ψυχαγωγικό τρόπο, με λόγια και εικόνες. Φέρνει ένα περίπλοκο θέμα στα μέτρα των παιδιών. Δεν έχει διδακτικό ύφος. Δοκιμάζει –και πετυχαίνει– ένα διαφορετικό ανέβασμα σαν άλλος σκηνοθέτης. Με το δικό της ύφος και με δουλεμένο τρόπο μετουσιώνει την πληροφορία σε γνώση και αποδεικνύει ότι όντως η γνώση είναι –πνευματική– δύναμη.

ΧΑΡΤΙΝΟ ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΚΙΧάρτινο το καραβάκι
Σοφία Ζαραμπούκα
εικονογράφηση: Σοφία Ζαραμπούκα
Αιώρα
70 σελ.
Τιμή € 12,00

 

Εμφανίσεις: 1936

Ο ΡΕΠΟΡΤΕΡ ΤΗΣ ΕΜΙΓΚΡΑΤΣΙΑΣ

του Γιώργου Βότση

Υπάρχει ένα ερώτημα, που σίγουρα δεν έχει απασχολήσει τους πολλούς. Γιατί η λαϊκή αντίσταση στη στρατιωτική δικτατορία δεν υπήρξε πηγή έμπνευσης για τη λογοτεχνία μας, και γενικότερα για την τέχνη, αν και πέρασε από τότε μισός περίπου αιώνας;

Στις μετρημένες στα δάχτυλα εξαιρέσεις, τα «εξόριστα κείμενα» του Βασίλη Βασιλικού, που παρουσιάζονται σε δύο πολυσέλιδους τόμους υπό τον συμβολικό τίτλο , αποτελούν χρήσιμη κοινωνικά προσφορά των Εκδόσεων Παπαζήση: στον ιστορικό του μέλλοντος, στους εραστές της ιστορικής αλήθειας, της νέας, κυρίως, γενιάς και ευρύτερα στη συλλογική ιστορική συνείδηση. Καθότι αυτά τα έργα στην πρώτη και εξόχως πρωτότυπη έκδοσή τους εκείνα τα χρόνια, με εκδότη τον ίδιο το συγγραφέα, υπό τον τίτλο και τότε, με διάσπαρτα τα λιγοστά αντίτυπα, κινδύνευαν να χαθούν και θα ’ταν απώλεια.

Έτσι όπως η χούντα μάς έκανε κοσμοπολίτες, το ’φερε η μοίρα να βοηθήσω τον έκτοτε φίλο μου Β.Β. να εκδώσει στη διετία 1969-1970 τις ολιγοσέλιδες ποιητικές συλλογές του, που δεν περιλαμβάνονται ατόφιες στους τωρινούς δύο τόμους με «τις πρόζες, τις μυθοπλασίες, τα ντοκουμέντα» κατά τον υπότιτλο. Σταχυολογώντας, πάντα, και μάλιστα το ίδιο εξαίρετο ποίημα στις δυο παραλλαγές του, από τη συλλογή λάκα-σούλι, που προβάλλεται στα οπισθόφυλλα των δυο τόμων.

Διαβάζω του δεύτερου τόμου:

Όλα θα ξεχαστούν. Μια μέρα

αγκαλιασμένοι θα βρεθούμε

οι απόδημοι κ’ οι εδώδιμοι,

οι αντιστασιασθέντες κ’ οι νεκρόφιλοι.

Θα πούμε: «Ό γέγονε, γέγονε·

ο νεκρός κείται στον πάνω όροφο».

Κ’ εσύ, πτωματολόγος εξ επαγγέλματος,

θα σκύψεις ξανά πάνω στα εξόριστα

κείμενα, ξανά αγνοώντας

την απόδημη οδύνη

για την ενδημική συμφορά.

Μετακινούμενος τότε από το Παρίσι στη Ρώμη και τούμπαλιν, ο Β.Β. στην εναγώνια αναζήτηση εκδοτικού μηχανισμού έφθασε κι ως το τυπογραφείο της ελληνοκυπριακής εφημερίδας Το Βήμα, στις φτωχογειτονιές του ανατολικού Λονδίνου, όπου εργαζόμουν περιστασιακά για την επιβίωση. Καθισμένοι δυο μεσημέρια σε μια παμπ, κάναμε μαζί τις τελικές διορθώσεις στα τυπογραφικά δοκίμια και επιλέξαμε τα στοιχεία για τους τίτλους και το χρώμα του χαρτονιού για τα εξώφυλλα.

Τόσος, λοιπόν, μόχθος, χρόνος και έξοδα για να τυπωθούν τα βιβλιαράκια των εκδόσεων , που κυκλοφορούσαν συνηθέστατα χέρι με χέρι.

Ο διευθυντής του Βήματος Γιώργος Πεύκος, που καμάρωνε ότι ήταν στέλεχος, όχι του ΑΚΕΛ, με την ευρύτατη επιρροή στην Κύπρο, αλλά του Βρετανικού Κ.Κ., που σε ολομέλεια χωρούσε σ’ ένα γήπεδο, είχε επιφυλάξεις: «Δεν καταλαβαίνω, κουμπάρε, τι σόι αντίσταση υπηρετεί αυτός ο Βασιλικός και γιατί θεωρείται αριστερός, αφού πουθενά δε μιλάει για το κόμμα-οδηγητή, που θα ξεσήκωνε το λαό».

«Κουμπάρε» με προσφωνούσε, γιατί δεν άξιζα προφανώς το «σύντροφε», παρά τις διώξεις, την «παρανομία» στην Αθήνα και τις ερήμην καταδίκες, αφού ούτε εγώ ανήκα στο Κόμμα.

Δεν ήταν μόνο που δεν πρόβαλλε το Κόμμα ο Βασίλης. Στα κείμενά του αποκαλύπτεται και επικίνδυνος αιρετικός, καθότι ανένταχτος κομματικά και επίμονα αντιδογματικός στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς. Δεν έχανε ευκαιρία να μιλάει για την Πράγα του 1968 και τη Βουδαπέστη του 1956, για τα δεινά των αντιφρονούντων ανάμεσα στους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες και για τις προκλητικά φιλικές σχέσεις με το χουντικό καθεστώς των κρατών του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Με ευαίσθητες κεραίες για όσα συγκλόνιζαν τότε την ανθρωπότητα –σε πρώτο πλάνο, το ανεπανάληπτο έπος του Βιετνάμ και η ένοπλη αντίσταση στα πρότυπα του Τσε Γκεβάρα, στις στυγνές δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής– ο Β.Β. μόνος απρόσβλητος και από την πλημμυρίδα του μαοϊσμού, που χρωμάτισε έντονα τον Γαλλικό Μάη του ’68 και ατόνησε από τα αδιέξοδα της εξέγερσης κι αναχαιτίστηκε από την παλινόρθωση του γαλλικού αυταρχισμού.

Αεικίνητος στην Ευρώπη ο Β.Β., στα κείμενά του δεν φανατίζεται και δεν θεωρητικολογεί. Αφουγκράζεται, παρατηρεί, φωτογραφίζει και καταγράφει με εκπληκτική διεισδυτικότητα και αμεροληψία, προσωποποιημένη και πολυπρόσωπη τη μίζερη μοίρα της ελληνικής εμιγκράτσιας – διευρυμένης, ώστε μαζί με τους αυτοεξόριστους της δικτατορίας να περιλάβει και τους μετανάστες μας στην Πράγα και στη Γαλλία, στο Βέλγιο και στις σκανδιναβικές χώρες, και τους πολιτικούς πρόσφυγες που αναζήτησαν καταφύγιο στη Δύση.

Ακαταπόνητος και επιμελής χρονικογράφος, ο Β.Β. αναδεικνύεται έτσι στον κορυφαίο ρεπόρτερ της εμιγκράτσιας. Παρότι τα γεγονότα συχνά είναι αλλοιωμένα και τα πρόσωπα με ψευδώνυμα. Ο ιστορικός θα δυσκολευτεί ίσως να αναγνωρίσει τον Φιλίνη πίσω από τον Ζήση και την αφεντιά μου σαν Γλαύκο, αλλά όχι και να δει τον Μίκη Θεοδωράκη σαν Ρωμανό το Μελωδό, τη Μαρία Φαραντούρη σαν ψάλτρια και το μαραγκό της Καισαριανής Αντώνη Καλογιάννη σαν πρώτο μπουζούκι.

Το ιδεολογικό στίγμα του Β.Β. στην τότε χαοτική πανσπερμία της Αριστεράς –όπου όσο μακρύτερα από την Ελλάδα, τόσο πιο αδιάλλακτος επαναστάτης, χωρίς επίγνωση ότι όσο αριστερά κι αν βρίσκεσαι, πάντα θα υπάρχει κάποιος αριστερότερα– δεν είναι δύσκολο να ανιχνευτεί στα κείμενά του. Με τις επιλογές, πρωτίστως, των ντοκουμέντων: το μεγαλείο του Αλέκου Παναγούλη, μέσα από το πορτρέτο του συντρόφου του Νίκου Ζαμπέλη, και ένα μεγάλο τμήμα από το δοκίμιο του Ρεζίς Ντεμπρέ Μαθαίνοντας από τους Τουπαμάρος. «Δεν είχα τον απαραίτητο χρόνο να μεταφέρω ολόκληρο το βιβλίο, γιατί θεωρούσα επείγον να υπάρξει η πεμπτουσία του», γράφει ο Βασιλικός, αποκαλύπτοντας την ενδόμυχη ελπίδα του να βρουν και στην Ελλάδα μιμητές οι Τουπαμάρος, για τους οποίους η επαναστατική διαδικασία δεν είναι φλυαρία και ηρωικές εξάρσεις, αλλά ταυτίζεται με την καθημερινότητα και γίνεται τρόπος και σκοπός ζωής. Αλλά και με την προβολή της ανοικτής πάλης στα προδρομικά πολιτικά θρίλερ του (κυριαρχούν τώρα στη λογοτεχνική αγορά) με τους τίτλους Το ψαροντούφεκο και Δολοκτονία.

Η απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα, γιατί η αντίσταση επί χούντας δεν ενέπνευσε τη λογοτεχνία, αναδύεται γλαφυρά και πειστικά από τη θλίψη που διαχέεται στα «εξόριστα» κείμενα του Β.Β. Διότι, παρά τις μυριάδες των διαδηλωτών στις μεταδικτατορικές επετείους του Πολυτεχνείου, παρά τις Νομικές και τα Πολυτεχνεία, παρά τα πλήθη στις κηδείες του «Γέρου» και του Σεφέρη, παρά τις χιλιάδες των βασανισμένων, των φυλακισμένων και των εξορίστων, παρά τις σποραδικές έστω βόμβες και τον ηρωισμό των ομάδων της ένοπλης πάλης, παρά τον μεγάλο Αλέκο Παναγούλη και παρά τις αντιστασιακές οργανώσεις όλου του φάσματος, μαζική αντίσταση στη στρατιωτική δικτατορία δεν υπήρξε. Και πολύ περισσότερο αντίσταση «παλλαϊκή» και «πανεθνική», όπως τη θέλησε η μυθοπλασία της κομματικής προπαγάνδας.

Ποιος ξέρει, λέει και ενδεχομένως θα ’λεγε και στο σημερινό μας χάλι, ο διανοούμενος του προλεταριάτου και ο προλετάριος της διανόησης, όπως τον θέλει ο Β.Β, ποιος ξέρει, αν έχει γεράσει το κύτταρο της φυλής μας και γι’ αυτό ο λαός μας δεν ξεσηκώνεται.

Ο ΡΕΠΟΡΤΕΡ ΤΗΣ ΕΜΙΓΚΡΑΤΣΙΑΣ
Πρόζες, μυθοπλασίες, ντοκουμέντα: 1968-1970
Βασίλης Βασιλικός
επιμέλεια: Κώστας Θ. Καλφόπουλος
Παπαζήση
421 σελ.
Τιμή € 19,17

 

 

 

 

 

Ο ΡΕΠΟΡΤΕΡ ΤΗΣ ΕΜΙΓΚΡΑΤΣΙΑΣ
Πρόζες, μυθοπλασίες, ντοκουμέντα: 1971-1973
Βασίλης Βασιλικός
επιμέλεια: Κώστας Θ. Καλφόπουλος
Παπαζήση
447 σελ.
Τιμή € 19,17

 

Εμφανίσεις: 1639

ΛΕΠΡΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ

του Ιγνάτη Χουβαρδά

Οι «Λεπρές Ισορροπίες» του Γιάννη Στρούμπα, η δεύτερη ποιητική του συλλογή, είναι ένα παιγνιώδες βιβλίο. Το πνεύμα αναζητά τις αναλογίες του στην πόλη, σε μια μάχη φαινομενικά χαμένη. Η θλίψη κι ο θυμός από την ιδιότυπη αυτοεξορία της ευαισθησίας από τη ρηχή πραγματικότητα δεν οδηγούν στην απόλυτη άρνηση αλλά στο φίνο χιούμορ, την ειρωνεία, το σαρκασμό κάποτε, όπως επίσης και σε μια καλά μελετημένη ανακατανομή εννοιών και μορφών με μια διάθεση αποδεικτική: ο ποιητής αναζητά την κρυμμένη αλήθεια, το νόημα που είναι θαμμένο, τη συγκίνηση που θα μπορούσε ή θα έπρεπε να υπάρχει.

Το σχόλιο και το σκωπτικό χιούμορ, η παρατηρητικότητα στα σπάργανα της αστικής ζωής, το βαθύτερο ηθικό αίτημα μιας σωστής ιεράρχησης των αξιών (όπου το πνεύμα θα καθορίζει την ύλη κι όχι ανάποδα) εικονογραφούν στα ποιήματα της συλλογής έναν ψυχισμό λόγιο, αλλά όχι ακαδημαϊκό. Η κίνηση του ποιητικού υποκειμένου να αναζητά μια φόρμουλα αρμονικής συμβίωσης στην πόλη, με σκοπό να διαφυλαχθεί το κρυφό μαργαριτάρι του νοήματος, θα μπορούσε να θεωρηθεί μια στάση αμυντική, ένας μηχανισμός άμυνας. Όμως κάποιες λεπτές αποχρώσεις στους στίχους (για να αποκαταστήσω τον τίτλο του βιβλίου) δημιουργούν μια συνθήκη που ξεφεύγει από τη νομοτέλεια του αιτήματος μιας ανώτερης ποιότητας ζωής – κατά κάποιον τρόπο ο ποιητής, ενώ σχολιάζει και παρατηρεί, παράλληλα αργά αλλά σταθερά δημιουργεί ένα κλίμα ανατρεπτικό. Αυτό εντοπίζεται κυρίως στη νοερή αλλά διαρκώς παρούσα σκηνική παρουσία ενός κόσμου παλιομοδίτικου, ένα φάσμα θα έλεγα φαναριώτικο, η αύρα μιας ξεχασμένης ευγενικής καταγωγής με αυστηρούς κώδικες δεοντολογίας και κρυμμένους θησαυρούς που από τη φύση τους έχουν ένα χαρακτήρα ιδιωτικό και απόκρυφο.

Ο Στρούμπας διαθέτει ενέργεια και ύφος. Το ποίημα «Κάδος Απορριμμάτων», δυναμικό και αντιπροσωπευτικό του βιβλίου, είναι νομίζω ο καλύτερος επίλογος γι' αυτή τη σύντομη παρουσίαση:

ΚΑΔΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

Ξέρει τα μυστικά της γειτονιάς

λεπτομέρειες φαινομενικά ασήμαντες

που αποκαλύπτουν όμως ποιότητες·

τι και πόσο τρώει ο καθένας

τι εσώρουχα φορά

πόσο λιωμένες είναι οι κάλτσες του

ποια η ερωτική ζωή του.

Και ψυχολογεί. Βαθιά·

πόσο καταδεκτικός είν’ ο ρακοσυλλέκτης

και πόσο ξιπασμένοι οι άλλοι, οι καθωσπρέπει

που μορφάζουν με αηδία όπως τον πιάνουν.

Όταν τον πλησιάζουνε με καθωσπρέπει αηδία

κλείνει τη μύτη του

για να γλιτώσει από την μπόχα τους.

ΛΕΠΡΕΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣΛεπρές ισορροπίες
Γιάννης Στρούμπας
Γαβριηλίδης
58 σελ.
Τιμή € 7,46

 

Εμφανίσεις: 1513

«ΑΝΤΕΘΝΙΚΩΣ ΔΡΩΝΤΕΣ…»

του Φίλιππου Φιλίππου

Ο δημοσιογράφος Χρίστος Ζαφείρης (Κρανιά Ελασσόνας, 1945), πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, έχει γράψει εννιά βιβλία ιστορικής έρευνας για τη Θεσσαλονίκη και τον μείζονα ελληνισμό. To παρόν βιβλίο του –συνέχεια του βιβλίου του Εμείς του ’60 οι εκδρομείς (Εξάντας, 2000)–, ολοκληρώνει τη δραματική περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας του 1967 στη Θεσσαλονίκη. Ως υπότιτλο φέρει τη φράση «1971-1974: Η Θεσσαλονίκη στα χρόνια της χούντας και η εξέγερση του Πολυτεχνείου της». Στην ενδιαφέρουσα αφιέρωση της αρχής του βιβλίου διαβάζουμε: «Αφιερώνεται στους τίμιους και συνεπείς αγωνιστές της γενιάς του Πολυτεχνείου που δεν αντάλλαξαν ούτε φύλλο από τις δάφνες τους με τις πολιτικοοικονομικές σειρήνες». Στα περιεχόμενα του βιβλίου, το οποίο συνοδεύεται από σπάνιες φωτογραφίες –και μόνο γι’ αυτές θα πρέπει να μπει σε κάθε σπίτι–, καθώς και από ντοκουμέντα, αποκόμματα εφημερίδων και πλούσια βιβλιογραφία, διαβάζουμε τα εξής θέματα: την προσωπική μαρτυρία του συγγραφέα από την εφημερίδα Θεσσαλονίκη, τις μυστικές ανταποκρίσεις στον Τύπο και στα ραδιόφωνα του εξωτερικού, τον χουντικό μηχανισμό στην πόλη και την παραδοσιακή μορφή αντίστασης, τους συνεργάτες της χούντας στο φοιτητικό χώρο και την εφημερίδα Φοιτητής, το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα στη Θεσσαλονίκη, πριν από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, τη φοιτητική κατάληψη της Πολυτεχνικής Σχολής Θεσσαλονίκης, την περίοδο από το «Πολυτεχνείο» ως την αποκατάσταση της δημοκρατίας, το μύθο του «Πολυτεχνείου», μετά τη μεταπολίτευση, τη Δίκη του και την ατελέσφορη αποχουντοποίηση. Στα παραπάνω θέματα περιλαμβάνονται ενότητες για τη νόμιμη μορφή του αντιδικτατορικού αγώνα, τη δράση των τοπικών φοιτητικών συλλόγων, τα ονόματα των φοιτητών του ΑΠΘ που καταδικάστηκαν από τα έκτακτα στρατοδικεία, τον αγωνιστή φοιτητή Θωμά Βασιλειάδη (1946-1985), την οργάνωση και τη λειτουργία της κατάληψης του Πολυτεχνικής Σχολής, τον ραδιοφωνικό σταθμό της κατάληψης, τα κείμενα, τα συνθήματα και τις πολιτικές της κατάληψης, τη στάση της ΦΕΑΠΘ, της Συγκλήτου και του πρύτανη Ευάγγελου Σδράκα (του επονομαζόμενου «πρύτανη των τανκς», επειδή πήρε την πρωτοβουλία να καλέσει την αστυνομία και τα άρματα μάχης για να επιβάλλουν την τάξη), την εκκένωση του Πολυτεχνείου, την επόμενη μέρα και την τύχη των συλληφθέντων.

   Στην ουσία, από το βιβλίο περνάει ολόκληρη η εποχή της δικτατορίας, όπως την έζησε ο συγγραφέας, ο οποίος τον Ιανουάριο του 1971 απολύθηκε από το στρατό και άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Μέσω φίλων και γνωστών, προσλήφθηκε στην κριτικά ως προς τη χούντα Θεσσαλονίκη, όπου εργάστηκε αρχικά ως συντάκτης ύλης και στη συνέχεια ως υπεύθυνος της σπουδαστικής σελίδας της εφημερίδας, η οποία είχε μεγάλη κυκλοφορία και σημαντική απήχηση στους φοιτητές. Για τα γραπτά του που δεν συμβάδιζαν με τις επιθυμίες της χούντας, κλήθηκε στο γραφείο της τοπικής ΚΥΠ, όπου του έγιναν συστάσεις να προσέχει τι γράφει, διότι αλλιώς αυτός και οι φίλοι του, οι αντεθνικώς δρώντες, θα συλλαμβάνονταν. Τελικά, τον Μάρτιο του 1973, απολύθηκε από την εφημερίδα του Βελλίδη (του ιδιοκτήτη και της Μακεδονίας), μαζί με τον συνάδελφό του Κλέαρχο Τσαουσίδη, κατ’ εντολή του 2ου γραφείου του Γ΄ Σώματος Στρατού. Πήρε το πτυχίο του το 1974 και εργάστηκε ως φιλόλογος καθηγητής σε ιδιωτικό γυμνάσιο. Αυτό το διάστημα, τα τελευταία δύο χρόνια της δικτατορίας, συνέχισε να στέλνει μυστικές ανταποκρίσεις με ρεπορτάζ αντιδικτατορικού περιεχομένου στον ξένο Τύπο. Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, επανήλθε στη δημοσιογραφία ως ανταποκριτής της Αυγής και αργότερα των Νέων, ενώ για μικρό διάστημα δούλεψε στις Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις. Κάτι που τονίζει ο Χρίστος Ζαφείρης στο βιβλίο του είναι το ότι σχεδόν κανένας πρωταγωνιστής της εξέγερσης του Πολυτεχνείου της Θεσσαλονίκης δεν αξιοποίησε στην κεντρική πολιτική σκηνή την εμπλοκή του στα αντιδικτατορικά δρώμενα. Εξού και η αφιέρωση της αρχής.

«ΑΝΤΕΘΝΙΚΩΣ ΔΡΩΝΤΕΣ…»«Αντεθνικώς δρώντες...»
1971-1974: Η Θεσσαλονίκη στα χρόνια της Χούντας και η εξέγερση του Πολυτεχνείου της
Χρίστος Ζαφείρης
πρόλογος: Δημήτρης Α.Φατούρος
Επίκεντρο
362 σελ.
Τιμή € 18,00

 

Εμφανίσεις: 1699

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr