A+ A A-

Paul Auster: «Σάνσετ Παρκ» κριτική της Βιβής Διακογιάννη

Paul Auster: «Σάνσετ Παρκ» κριτική της Βιβής Διακογιάννη


Έπος μιας χαμένης γενιάς, «εγχειρίδιο» στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, δοκιμή στο «ζην ολιγαρκώς και επικινδύνως», αλλά και μια «καταλογογράφηση της εγκατάλειψης», κυρίως μέσα από φθαρμένα αντικείμενα και κτίρια, αποτελούν ορισμένους από τους χαρακτηρισμούς που θα μπορούσαν να αποδοθούν στο μυθιστόρημα Σάνσετ Παρκ του Πολ Όστερ. Και όλα αυτά, εν μέσω διακειμενικών αναφορών σε ταινίες, λογοτεχνία, μπέιζμπολ, εν μέσω θραυσμάτων από την αμερικάνικη Ιστορία, που αποτελούν διάσπαρτα στοιχεία μιας υπόθεσης, η οποία κυρίως επικεντρώνεται στην έννοια μιας πολυδιάστατης φθοράς, της χρεοκοπίας και της κοινωνικής παρακμής.

Στο βιβλίο του, ο Όστερ ανατέμνει την Αμερική, μια Αμερική μέσα στα συντρίμμια των αναμνήσεων, ανθρώπινων σκέψεων, συναισθημάτων, σπιτιών. Σε ένα τέτοιο, άλλωστε, εγκαταλελειμμένο σπίτι μένουν οι τέσσερις από τους βασικούς ήρωες του μυθιστορήματος. Τα συντρίμμια αυτού του παρατημένου κτιρίου θα προσπαθήσουν οι ιδιότυποι καταληψίες να αναστήσουν και μέσω αυτών θα επιδιώξουν την ανασύσταση της δικής τους ζωής. Διάχυτη, λοιπόν, είναι η έννοια της εγκατάλειψης και φθοράς, όχι όμως τόσο μέσα από το φιλοσοφικό υπόβαθρο, αλλά δοσμένη μέσα από την καθημερινή πρακτική.

Άλλωστε, πέρα από την ιδιαίτερη τεχνοτροπία μιας αριστουργηματικής και ανεπιτήδευτης αφήγησης, αυτό που κερδίζει τον αναγνώστη του Σάνσετ Παρκ είναι ακριβώς ο ρεαλισμός με τον οποίο περιγράφεται και ιχνογραφείται η πορεία των βασικών προσώπων, μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία κάθε φορά, μέσα από τις σκέψεις του κάθε ήρωα. «Έγραψα το βιβλίο τοποθετώντας το μεγαλύτερο μέρος της δράσης μέσα στο μυαλό των ηρώων· το γεγονός γίνεται μέρος της σκέψης τους»: τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα μαρτυρούν τις προθέσεις του, αλλά και δικαιολογούν το γεγονός ότι η φωνή του είναι ανύπαρκτη ή τουλάχιστον αδιόρατη, εφόσον η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, πολυεπίπεδη. Και αυτή η αλήθεια της αφήγησης, η «απόσυρση» του συγγραφέα, η γλυκόπικρη αίσθηση της παρακμής, η υφέρπουσα τραγικότητα των προσώπων, που δίνεται όμως με έναν αποδραματοποιημένο τόνο, καθορίζουν την αξία του μυθιστορήματος Σάνσετ Παρκ.

 

Εμφανίσεις: 984

Περισσότερα...

Ιβ Μακίς: «Το κουτί των αναμνήσεων» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Ιβ Μακίς: «Το κουτί των αναμνήσεων» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ


Ένα αφηγηματικό πιγκ πογκ αρχίζει ανάμεσα στη γιαγιά Μαριάμ, το 1915, στην Τουρκία, η οποία χτυπάει την πρώτη μπαλιά, και στην εγγονή Κατερίνα, το 1985, στην Αγγλία, που ανταποδίδει. Σαν να λέμε πως η Ιβ Μακίς, που είναι Αγγλίδα κυπριακής καταγωγής, καταγράφει την ιστορία της οικογένειας στο δικό της κουτί της Πανδώρας, Το κουτί των αναμνήσεων, και αυτό είναι το τέταρτο βιβλίο της. Το πιγκ πογκ θα ολοκληρωθεί σε τριάντα εννέα κεφάλαια, με κάθε ένα να παίρνει τον τίτλο του είτε από τη μία είτε από την άλλη παίκτρια, με μικρή παραλλαγή και παρεμβολή άλλου προσώπου, όπως του Γκαμπριέλ στο 18ο κεφάλαιο, που είναι και ο πρώτος και ο μόνος άντρας-τίτλος.

Φυσικά, εύκολα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως πρόκειται για μια μοιρασμένη στα δύο αυτοβιογραφία που παίρνει τη μορφή μυθιστορήματος και το οποίο, λόγω της δομής του, πηγαινοέρχεται στον χρόνο –τότε (1915) και τώρα (1985)– για να δούμε τις ρίζες και τους καρπούς του γενεαλογικού δέντρου της.

Και επειδή κάποια αφορμή πρέπει να έχει κανείς για να δώσει τον δυναμικό εκείνο κλότσο στο κουβάρι την αναμνήσεων και να αρχίσει να εκτυλίσσεται η ιστορία, η Κατερίνα, που σήμερα είναι δημοσιογράφος, άρα την ενδιαφέρει η έρευνα και η αλήθεια, σαν να λέμε πως το «γνώθι σαυτόν» καθορίζει τα κίνητρά της, δράττεται από την εμμονή της γιαγιάς Μαριάμ να μη θέλει να μιλήσει για τη ζωή της. Αυτό από μόνο του είναι στοιχείο, ωστόσο, που εξάπτει την περιέργεια της Κατερίνας, έχει όμως ο καιρός γυρίσματα και όταν η Μαριάμ θα κλείσει τα μάτια στον μάταιο κόσμο τούτο, όλα όσα δεν μπόρεσε να πει με το ίδιο της το στόμα θα τα πει με το χέρι της, που κατέγραφε κάθε δυνατή συγκίνηση που άγγιξε το πνεύμα και τη ζωή της γενικώς.

 

Εμφανίσεις: 768

Περισσότερα...

Erri De Luca: «Το βάρος της πεταλούδας» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Erri De Luca: «Το βάρος της πεταλούδας» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ


Το μικρό, ευσύνοπτο, ενδιαφέρον, παράξενο και συναρπαστικό βιβλίο του Erri De Luca αποτελείται από δύο κείμενα. Το εκτενέστερο, «Το βάρος της πεταλούδας», και το ευσύνοπτο, «Επίσκεψη σ’ ένα δέντρο». Αυτό που κυρίως συναρπάζει είναι η ιδέα της επιλογής των ηρώων· ο κυνηγός και ο βασιλιάς αγριόγιδος.

Στο πρώτο, ο άντρας κυνηγάει στα βουνά αγριόγιδα. Απέναντί του έχει τον βασιλιά των αγριόγιδων, που χρόνια τον κυνηγάει και που ο συγγραφέας καταφέρνει, τεχνηέντως, να βάλει και τους δύο στη θέση του θύτη αλλά και του θύματος. Ο βασιλιάς των αγριόγιδων και τα δικαιώματά του επί της αγέλης, από τη μια, ο άντρας και η μοναξιά του, από την άλλη, βίοι παράλληλοι, καθένας βασιλιάς στο είδος του και οι δύο στο τέλος της ζωής τους, ώριμοι και σοφοί και γεμάτοι από μνήμη και εμπειρίες. Ο βασιλιάς, όπως και όλα τα ζώα, ξέρουν την ώρα του θανάτου τους. Ποτέ πριν δεν σκέφτονται τον χρόνο. Μόνο οι άνθρωποι τον σκέφτονται.

Ο συγγραφέας μάς δίνει πληροφορίες πάνω στο πώς επιβάλλεται στον αντίπαλο και στην ομάδα ο βασιλιάς, κάνοντας μια αρκετά καλή εισαγωγή πάνω στην κοινωνία και νοοτροπία των αγριόγιδων. Ο ήρωας μοιάζει να είναι και ο ίδιος ένα αγριόγιδο. Πρόκειται για άντρα που έζησε «ανάμεσα σε επαναστάτες», που «ξεστράτισε ολότελα», που κυνηγάει λαθραία, που είναι υπερήφανος και δρα μόνος, που ξέρει το βουνό καλύτερα από τους ορειβάτες. «Γι’ αυτόν η αναρρίχηση ήταν μια τεχνική στην υπηρεσία του κυνηγού». Ένας ζωοκλέφτης, που σκαρφαλώνει χωρίς σχοινιά, παράνομος θηρευτής που κυνηγά αγριόγιδα για το δέρμα αλλά και για το κρέας τους.

 

Εμφανίσεις: 1951

Περισσότερα...

Αντρέα Καμιλλέρι: «Ακτίνα φωτός» κριτική του Φίλιππου Φιλίππου

Αντρέα Καμιλλέρι: «Ακτίνα φωτός» κριτική του Φίλιππου Φιλίππου


Ο Αντρέα Καμιλλέρι (γεννήθηκε το 1925 στο Πόρτο Εμπέντοκλε της Σικελίας) όσο περνάει ο καιρός γίνεται πιο τολμηρός στις εκφράσεις του. Πάντα τρυφερός, πάντα με χιούμορ, ο συγγραφέας βάζει τον ήρωά του, τον θρυλικό επιθεωρητή Σάλβο Μονταλμπάνο, να γίνεται ερωτιάρης, αλλά και ευερέθιστος. Με τα χρόνια, ο αστυνόμος επηρεάζεται από τις καιρικές συνθήκες, όπως η υγρασία επηρεάζει τα κόκαλα των ηλικιωμένων. Διαβάζουμε, λ.χ. «Δεν περίμενε κανένα τηλεφώνημα. Γιατί τον ενοχλούσαν; Ποιος του έσπαγε τ’ αρχίδια;» Τον δείχνει να εκνευρίζεται, να βλέπει παράλογα όνειρα με φέρετρα και πεθαμένους, να ερωτεύεται όμορφες γυναίκες. Γύρω του κινούνται τα γνωστά πρόσωπα που τον πλαισιώνουν σε όλες του τις περιπέτειες. Οι βοηθοί του, Φάτσιο, Αουτζέλο, Καταρέλα, η μαγείρισσά του, η Αντελίνα και βέβαια η αιώνια αρραβωνιαστικιά του, η Λίβια, η οποία μένει αλλού και η απουσία της τον αναγκάζει να σκέφτεται άλλες γυναίκες. Η μεγάλη μοναξιά του τον κάνει ευάλωτο στο αδύναμο φύλο.

 

Εμφανίσεις: 1009

Περισσότερα...

Ονορέ ντε Μπαλζάκ: «Συνταγματάρχης Σαμπέρ» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ

Ονορέ ντε Μπαλζάκ: «Συνταγματάρχης Σαμπέρ» κριτική της Ανθούλας Δανιήλ


Με μια αρκετά εκτενή αναφορά στην εξέλιξη του μυθιστορήματος, ο μεταφραστής Δημήτρης Στεφανάκης μπαίνει στον Συνταγματάρχη Σαμπέρ του Ονορέ ντε Μπαλζάκ. Κατ’ αρχάς αναφέρεται στους ειδικούς προσδιορισμούς που αποδόθηκαν στους μεγάλους δημιουργούς, ήτοι ο Θερβάντες και ο Ραμπελαί είναι θεμελιωτές, ο Λακλό και ο Στερν πρωτοπόροι, ο Φλομπέρ στιλιστικά μεγαλοφυής, ιδεολογική δύναμη έχει ο Σταντάλ, παλλόμενο ρεαλισμό ο Ζολά και ο Μωπασάν. Αποκαθηλώνονται άλλοι, διότι αν έγραφε κανείς σαν τον Μπαλζάκ, τον Σαίξπηρ, τον Βολταίρο, τον Ουγκώ θα χαρακτηριζόταν καρικατούρα, ενώ παράλληλα, ο Μπαλζάκ, ο Ντοστογέφσκι, ο Ντίκενς «έχασαν τα γαλόνια τους» (αν έγραφε τραγωδία σαν τους αρχαίους μας πώς θα χαρακτηριζόταν, άραγε; Είναι όμως η μορφή που μετράμε σ’ έναν μεγάλο δημιουργό του παρελθόντος; Νομίζω πως τα μεγάλα έργα της τέχνης σώζονται για το ιδεολογικό φορτίο τους και ας μας φαίνεται παλιομοδίτικη η αφήγηση με τις εκτενείς και κουραστικές περιγραφές, οι οποίες όμως μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες. Η μορφή αλλάζει ανάλογα με τις εποχές, αλλά ο κόσμος που μεταφέρει και οι ιδέες, έστω και με παλαιά μόδα ντυμένες, εξακολουθούν να έχουν απήχηση σε όλες τις εποχές).

Επανερχόμαστε στον Μπαλζάκ, τον οποίο θα πρέπει για τρεις λόγους, λέει ο Στεφανάκης, να ευγνωμονούμε: γιατί έδωσε στο μυθιστόρημα έναν φιλοσοφικό προσανατολισμό, ο Μπαλζάκ είναι φιλοσοφών αφηγητής (όπως, ας προσθέσουμε, από σκηνής φιλόσοφος είχε θεωρηθεί και ο Ευριπίδης και όχι μόνο). Δεύτερος λόγος για τον οποίο ξεχωρίζει ο Μπαλζάκ είναι γιατί «αφομοίωσε στοιχεία Ιστορίας, Τέχνης, Πολιτικής και Επιστήμης, μπορεί δηλαδή να συγκεράσει μέσα του τη σύνολη ανθρώπινη γνώση και εμπειρία» (να προσθέσω εδώ ότι στον πλατωνικό Πρωταγόρα, όπου γίνεται λόγος για την πολιτική αρετή, στο μεγάλο διάλειμμα συζητείται ένα ποίημα του Σιμωνίδη ή ότι σε κείμενα μέσα έχουμε εικαστικά παρεμβαλλόμενα, «εκφράσεις», όπως π.χ. είναι η περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα στη Σ ραψωδία της Ιλιάδας και ακολουθούν άλλες πολλές ασπίδες, του Ηρακλή, του Αινεία κ.λπ.). Ουδέν καινόν υπό τον ήλιον, λοιπόν, τα πάντα έχουν ειπωθεί και ξαναλέγονται σε κάθε εποχή με νέα μορφή. Τρίτος λόγος για τον οποίο ευγνωμονούμε τον Μπαλζάκ είναι οι υπέροχοι χαρακτήρες του, διότι «χωρίς αδρούς και ολοκληρωμένους χαρακτήρες δεν νοείται μεγάλη λογοτεχνία». Ο δημιουργός του Συνταγματάρχη Σαμπέρ, λέει ο Στεφανάκης, «αποτελεί τον πρώτο μεγάλο ψυχογράφο στην Ιστορία του μυθιστορήματος… αναζητά πρόφαση, προκειμένου να μιλήσει για τα κακώς κείμενα της πολιτισμένης κοινωνίας, για την υποκριτική δικαιοσύνη, για την παντοδυναμία του συμφέροντος αλλά και για την απρόβλεπτη φύση της ανθρώπινης ψυχής».

 

Εμφανίσεις: 1249

Περισσότερα...

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Email:
Θέμα:
Μήνυμα:

ΠΤΟΛΕΜΑΙΩΝ 4 (ΠΛΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣΚΟΠΩΝ)
11635 ΑΘΗΝΑ, ΤΗΛ.-FAX: 210-7212307
info@diastixo.gr

ΕΓΓΡΑΦΗ ΣΤΟ NEWSLETTER

*  Το email σας:

ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ

facebook icontwitter icongoogle plus iconpinterest iconyoutube iconrss icon

Με την υποστήριξη του diastixo.gr - Designed by: artspr